avopolis.team

Δεν είναι η πρώτη φορά που σε όλα αυτά τα χρόνια ζητάμε από εσάς να επιλέξετε τα κορυφαία άλμπουμ. Πριν ακριβώς 10 χρόνια, είχαμε ζητήσει από τους αναγνώστες του Avopolis να επιλέξουν τα 300 κορυφαία διεθνή άλμπουμ όλων των εποχών και από το υλικό αυτό δημιουργήθηκε ένα συλλεκτικό τεύχος του Sonik. Αυτή εδώ, όμως, είναι η ψηφοφορία με την πιο μαζική συμμετοχή. Και οι αριθμοί πολλαπλασιάστηκαν στις αναγνώσεις του πρώτου μέρους, που αφορούσε στις επιλογές σας για τα πιο επιδραστικά άλμπουμ της 25ετίας του Avopolis (πάνω από 100.000 αναγνώσεις).

Pixel

Πολλή κουβέντα έγινε για πιθανές ελλείψεις, για διαφωνίες ως προς τη σειρά και θα συνεχιστεί και με αυτή την παρουσίαση της λίστας με τα πιο επιδραστικά διεθνή άλμπουμ αυτού του τέταρτου αιώνα που καθημερινά είμαστε μαζί σας. Αυτό που εμείς βλέπουμε δεν είναι απλά μια λίστα που κατάρτισαν συντάκτες έπειτα από ενδελεχή (ή μη) έρευνα, αλλά μια σύνθεση (πολλές φορές) αυθόρμητων επιλογών από διαφορετικές γενιές, γούστα, κολλήματα.

Αυτό ακριβώς που συμβαίνει εσωτερικά, με συντάκτες που ήταν εδώ από τα '90s και παιδιά που σήμερα είναι στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους να προσπαθούν να συνθέσουν γούστα και απόψεις ξεκινώντας από διαφορετική βάση, συμβαίνει σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, και χωρίς καμία διάθεση γι' αυτή τη σύνθεση, από τους αναγνώστες που μας ακολουθούν σήμερα. Μπαίνοντας, λοιπόν, σε τεχνικές λεπτομέρειες, αναζητώντας ελλείψεις ή μια διαφορετική (επιθυμητή) σειρά, χάνουμε το δάσος: χάρη σε αυτή την ψηφοφορία και εμείς παίρνουμε το feedback που χρειαζόμαστε και συνειδητοποιούμε ότι μπορούμε να χαθούμε για ώρες σε άλμπουμ που είτε επιδραστικά τα πεις (όπως εδώ), είτε κορυφαία, συμπυκνώνουν ένα σημαντικό μέρος αυτών που έχουν μείνει ως μουσική παρακαταθήκη των δικών μας ημερών.

 

100. Deafheaven - Sunbather (2013)

Οι διδαχές των Alcest διαθλάστηκαν μέσα από το αναπάντεχο ροζ εξώφυλλο, οδηγώντας σε μια επιτυχία πολύ πέρα από τα όρια του (black) metal underground, στο οποίο ανήκαν έως τότε οι Deafheaven. Σίγουρα υπάρχει αρκετή επιτήδευση αλλά και αναμφισβήτητη ποιότητα σε αυτόν τον δίσκο, ο οποίος στιγμάτισε τον indie χώρο, μούδιασε τη black metal αισθητική (οι true οπαδοί αγαπούν να τον απεχθάνονται) και απέσπασε διθυράμβους από τον μουσικό Τύπο. Η ανοδική πορεία των Αμερικανών στα δύο επόμενα βήματα έδειξε πάντως ότι δεν επρόκειτο για πυροτέχνημα. - Χρυσόστομος Τσαπραΐλης


99. The Flaming Lips - The Soft Bulletin (1999)

d_flaminglips

Πέρασαν ένα χρόνο σχεδόν κλεισμένοι μέσα σε ένα στούντιο και κατάφεραν να ηχογραφήσουν τον πιο φιλόδοξο και ολοκληρωμένο δίσκο τους. Tα συναισθήματα που έβρισκε κανείς στη μουσική των late '60s, τα Beatle-ικά πιάνο, τα "ooh-ooh" background φωνητικά, είναι δείγματα νοσταλγίας των παλιών απλών συνθέσων, που μέσα από την εκπληκτική παραγωγή αναδύουν μια θλιμένη ομορφιά. Γαλήνια, με πνευματικό βάθος, αντι-pop και pop ταυτόχρονα κομμάτια, περνούν από την αθώα, ανεπιτήδευτη, παιδική ερμηνεία του Coyne. Neil Young, Captain Beefheart, Red Crayola και Syd Barrett μαζί. Η πολυμορφία τους, που ξεκινάει από soundtrack επικών ταινιών και φτάνει σε αρμονικά μέρη που αποσυντίθενται ξαφνικά με αφηρημένες παρεμβολές και επανέρχονται, αλλά και το trip στο οποίο σε οδηγεί η μουσική τους, που συχνά χτίζει από το μηδέν χαοτικούς pop κόσμους, δεν συναντάται τόσο εύκολα στη μουσική. Γενικότερα. - Τάσος Βογιατζής


98. Ghost - Meliora (2015)

d_ghost

Το μυαλό τρέχει στα μεγαλεία των Deep Purple και στα μαγικά κόλπα που ύψωσαν τους Rainbow στα ουράνια του σκληρού ροκ. Φευγαλέα έρχονται ασφαλώς κατά νου και διάφοροι σπουδαίοι του παλιού metal, κυρίως όμως σκέφτεσαι πως (τελικά) μόνο από τη χώρα την οποία κόσμησαν με την παρουσία τους οι Abba θα μπορούσε να έρχεται αυτό το συγκρότημα. Τα παραδοσιακά μέταλλα θα απαιτήσουν να πέσει δεύτερη κίτρινη κάρτα σε τούτους τους χαλβάδες, κραδαίνοντας τον King Diamond, τους Kiss, τον Alice Cooper, αλλά και τους Ολλανδούς The Devil's Blood. Έχω μια κάποια συμπάθεια για την άποψή τους, αλλά τέτοιες συνεχείς επικλήσεις στους Μεγάλους Παλιούς δεν μετράνε ότι, καλώς ή κακώς, η σημερινή πιτσιρικαρία θέλει κι αυτή τους δικούς της ανάλογους ήρωες. - Χάρης Συμβουλίδης


97. Buena Vista Social Club - Buena Vista Social Club (1997)

d_buenavista

Ένα project που ξεκίνησε σχεδόν για πλάκα αποδείχτηκε ένα επιτυχημένο πείραμα καταγραφής της παραδοσιακής κουβανέζικης μουσικής son από μουσικούς που είχαν ξεπεράσει την ηλικία συνταξιοδότησης. Ο Ry Cooder έπαιξε κιθάρα κι έκανε την παραγωγή, ο δίσκος πούλησε εκατομμύρια και έγινε φιλμ από τον Wim Wenders και τα εναπομείναντα μέλη εν ζωή εξακολουθούσαν για πολλά χρόνια μετά να κάνουν παγκόσμιες περιοδείες.


96. The Roots: How I Got Over (2010)

Κινούμενοι σε πιο ήπιους τόνους και ρυθμούς, με το πιάνο και τα πλήκτρα να αναλαμβάνουν ρόλο μπροστάρη και οδηγού, οι Roots κρατούν ψηλά τη σημαία του alternative hip hop ήχου –ό,τι κι αν σημαίνει πλέον αυτό, στο γύρισμα των '00s προς μια νέα δεκαετία. Στο μικρόφωνο, εντωμεταξύ, ο Black Thought βγάζει φωτιές, πιάνοντας στους στίχους του πολλά από όσα απασχολούν τις σύγχρονες αστικές κοινωνίες (και όχι μόνο την Αμερική). Μένοντας έτσι κοντά στις πατροπαράδοτες αξίες του χιπ χοπ. - Τάσος Μαγιόπουλος


95. Beth Gibbons - Out Of Season (2002)

d_bethgibbons

Αυτό ήταν το άλμπουμ που ακούσαμε και υποστηρίξαμε όσο λίγα εκείνη τη χρονιά. Και φυσικά βρέθηκε στο νο.1 της σχετικής ετήσιας λίστας του Avopolis. Μετά από μεγάλη περίοδο απραξίας με τους Portishead, η τραγουδίστρία τους Beth Gibbons ενώνει τις δυνάμεις της μ’ έναν μουσικό, τον Paul Webb, που παλιότερα είχε συμμετάσχει στους Talk Talk, για να φτιάξουν ένα αριστούργημα που θα έμενε στην ιστορία της μουσικής ως ένα μνημείο εσωτερικά διαλογιζόμενης μουσικής, που οι λεπτομέρειές του είναι τόσο περίτεχνα δουλεμένες, ώστε σε συνδυασμό με τα τραγούδια και την ενδιαφέρουσα ενορχήστρωση να φέρνουν τον ακροατή για μια ακόμη φορά αντιμέτωπο με τον ψυχισμό του και όλα τα πράγματα που αγαπάει ή μισεί ή τον κάνουν να κλαίει ή τον κάνουν να κλαίει από χαρά ή να βλέπει τη ζωή του να γεμίζει από χρώματα ή πάλι από μυριάδες αποχρώσεις του γκρίζου. Το Out Of Season είναι από τους δίσκους εκείνους που οφείλεις να ακούσεις για να κατανοήσεις πλήρως τη δυναμική τους. Kαμία περιγραφή δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσει την εμπειρία της κατά πρόσωπο επαφής μαζί του. - Μάνος Μπούρας


94. Deftones - Around The Fur (1997)

d_deftones

Το δεύτερο άλμπουμ των Deftones ήταν το κλειδί με το οποίο η μπάντα από το Σακραμέντο ξεκλείδωσε για τα καλά το alternative metal των ‘90s και άνοιξε νέους δρόμους για τον ήχο, μαθαίνοντας να τιθασεύει την εγγενή επιθετικότητα της σκηνής σε εκλεπτυσμένους διαύλους μουσικής επικοινωνίας. Ήταν το πρώτο βήμα εξέλιξης των Deftones, που όχι μόνο μετουσιώθηκε σε κάθε μετέπειτα δίσκο τους αλλά και λειτούργησε ως σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη σκηνή. - Τάνια Σκραπαλιώρη


93. Antony And The Johnsons - I Am A Bird Now (2005)

Ένα απαύγασμα μελωδικής τρυφερότητας και ηχητικής τρυφηλότητας –που θα μπορούσε να αφορά μόνο μια ανδρόμορφη σειρήνα– μετατρέπεται μεθοδικά μέσα από ψιθύρους επικοισμένους από τα φαντάσματα των Nina Simone, Jeff Buckley και Joni Mitchell σε μια εύθραυστη, μελαγχολική ελεγεία για την απώλεια και τη ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης. Και, ταυτόχρονα, σε μια από τις σημαντικότερες μουσικές παρακαταθήκες της δεκαετίας 2000-2009. - Πάνος Γκένας


92. Mastodon - Leviathan (2004)

Τούτη η κυκλοφορία ήταν μία από τις πέντε εκδικήσεις του σκληρού ήχου μετά το 2000. Όσοι αλαφροΐσκιωτοι κατέτασσαν το μέταλ σε μετα-εφηβική μανία ανωριμότητας, έφαγαν μια υπέροχη σφαλιάρα και αναθεώρησαν μια και καλή τις απόψεις τους. Ίσως είναι η μοναδική φορά στη δεκαετία που ένας δίσκος αμιγώς μεταλλικών στοιχείων αποτελεί ολοκληρωμένο έργο τέχνης. Με αφορμή ένα λογοτέχνημα κλασικό, τον Moby Dick του Χέρμαν Μέλβιλ, η μπάντα σκαλίζει τις εμπειρίες και τα εσώψυχα των μελών της και αναπλάθει την ιστορία μέσα από το προσωπικό της πρίσμα. To Leviathan ενθέτει στο προοδευτικό μέταλ τους σχιζοφρενικούς ρυθμούς, τα μανιακά φωνητικά και τις βρωμερές κιθάρες. Και δημιουργεί ένα σύστημα με την εντροπία να τείνει στο άπειρο, ενώ εξυμνεί για δεύτερη φορά τον «άνθρωπο ελέφαντα». Και, παράλληλα, γίνεται σημείο αναφοράς για δεκάδες μπάντες, φτιάχνοντας το ρήμα μαστοντονίζω. Κάπως έτσι, επαναθεμελιώνει τη σημαντικότητα του χέβι μέταλ στον παγκόσμιο ηχητικό χάρτη. Και αποδεικνύει περίτρανα ότι οι μάγκες με τα tattoos είναι μουσικές ιδιοφυΐες… - Νίκος Σβέρκος


91. Kamasi Washington - Epic (2015)

Η τζαζ του Kamasi Washington διαθέτει... soul· έχει ρυθμό, σε προτρέπει σε κίνηση. Δεν μπορείς να σταθείς απέναντί της μόνο εγκεφαλικά. Το The Epic χτίζεται με τραγανή βιρτουοζιτέ, με άγριο, επιθετικό στυλ παιξίματος στο (τενόρο) σαξόφωνο –σκληρίζει όταν το τσιτώνεις– με νότες περιφερόμενες σαν μεθυσμένες Βαλκυρίες (μόλις που συγκρατούνται στα πλαίσια των μελωδικών φράσεων), με πιάνα, τρομπόνια και τρομπέτες να συνοδεύουν με τα δικά τους κρεσέντο. Συνολικά, παράγεται μια γοργόφτερη γκρούβα μέσα στην οποία ζει όλος σχεδόν το άλμπουμ, ακόμα και όταν στο παιχνίδι του μπαίνουν και φωνητικά. Τα highlights δεν είναι λίγα, κοινή δε συνισταμένη όλων είναι συνήθως τα φρενήρη σολαρίσματα του 32άχρονου Αμερικανού. - Χάρης Συμβουλίδης


90. Bon Iver - For Emma, Forever Ago (2007)

Απηχώντας τον αμερικανικό υπερβατισμό του Henry David Thoreau, ο Justin Vernon έγινε με αυτόν τον δίσκο ό,τι πιο συζητημένο κυκλοφόρησε στα τέλη των '00s κάτω απ’ την ταμπέλα singer/songwriter. (Σχεδόν) άυλα riffs και falsetto αιώρηση της φωνής θρέφουν ένα τραγούδι πηγαίο, μα και συνειδητά αποκομμένο απ’ τις ανούσιες ευκολίες και τις τόσο ουσιαστικές πολυπλοκότητες της ψηφιακής εποχής. - Διονύσης Κοτταρίδης


89. My Bloody Valentine - m b v (2013)

d_mybloodyvalentine

Στα 22 χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου άλμπουμ των ιρλανδών shoegazers, οι φήμες για τον διάδοχο του Loveless έρχονταν και παρέρχονταν, ώσπου κορυφώθηκαν στα τέλη του 2012, όταν και η μπάντα επιβεβαίωσε ότι ο δίσκος είναι έτοιμος. Τελικά το m b v εμφανίστηκε ένα σαββατόβραδο του Φεβρουαρίου του 2013 στη σελίδα των My Bloody Valentine, η οποία και έπεσε μέσα σε μερικά λεπτά από την κοσμοσυρροή, μιας και η μπάντα είχε ανακοινώσει το γεγονός μερικές ώρες πριν. Ο δίσκος αγαπήθηκε στιγμιαία και σχεδόν καθολικά. - Άρης Καζακόπουλος


88 The Weeknd - House Of Balloons (2011)

Εδώ διαφαίνεται η πειραματική και νεωτεριστική προσέγγιση του Weeknd στην R’n’B αισθητική και στη soul κληρονομιά, αλλά και η τόλμη του να υιοθετήσει μια διαφορετική –και τελικά καθ’ όλα πειστική– στάση πάνω στα συνήθη κλισέ περί σεξ, χρημάτων, ναρκωτικών και δόξας. Η απειλητική γοητεία του δίσκου εκφράζεται μέσω επεξεργασμένων samples, συνθετικών μπάσων, υπόκωφων ρυθμικών αλλά και μέσω της εξαιρετικής φωνής του Καναδού, ο οποίος φέρνει στο μυαλό τον εκλιπόντα βασιλιά της ποπ με την κρυστάλλινη χροιά που κατέχει. Άλλοτε κλείνοντας το μάτι στη μοναχική urban λογική του dubstep και άλλοτε σπάζοντας τα προκαθορισμένα όρια της ποπ, ενώ συνάμα μεταχειρίζεται την R’n’B κουλτούρα ως κάτι που έχει βιώσει και κάνει κτήμα του σε μόλις δύο δεκαετίες ζωής, ο Weeknd καταθέτει με το House Of Balloons ένα ντεμπούτο-σημείο αναφοράς. - Άγγελος Γεωργιόπουλος


87. The Notorious B.I.G. - Life After Death (1997)

b_notoriousbig

Ένα σπουδαίο παράδειγμα και υπόδειγμα του μαγικού τρόπου με τον οποίο η rap μπορεί να ενώσει την προσωπική κατάθεση και την αυτοβιογραφική διάθεση με τις καλλιτεχνικές ικανότητες - και εν προκειμένω την υψηλή δεξιοτεχνία, τη ρίμα. Το Life After Death είναι ένας δίσκος ορόσημο για το είδος, σημείο αναφοράς για τη “mafioso rap” που σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια μετά βρίσκει νέες οδούς κυριαρχίας μέσα από το κύμα της trap μουσικής. Η τραγική ειρωνεία του τίτλου ενός δίσκου που κυκλοφόρησε δυο εβδομάδες μετά τον θάνατο του Biggie, από τις σφαίρες που προοικονομούσε με το προηγούμενο άλμπουμ του Ready To Die, δεν είναι η καθαυτή αξία του δίσκου - παρά χτίζει περιμετρικά τον θρύλο του Notorious B.I.G. που δικαίως λογίζεται ως μια από τις πιο σημαντικές φιγούρες της rap και της hip hop ιστορίας. - Τάνια Σκραπαλιώρη


86. Nicolas Jaar - Space Is Only Noise (2011)

d_nicolasjaar

Όταν κυκλοφόρησε ήταν ένα από τα πιo ενδιαφέροντα ντεμπούτα της χρονιάς, από έναν 20χρονο (τότε) Νεοϋορκέζο που μεγάλωσε στη Χιλή και είχε για οδηγό τον ήχο του Mulatu Astake, του Erik Satie και του Ricardo Villalobos. Το άλμπουμ είναι ένα μουσικό χαλί με κατεύθυνση το διάστημα, γεμίζοντας τη διαδρομή με ονειρικές εικόνες. Ένα electropop καλειδοσκόπιο σπουδαίο και προσιτό. - Μάκης Μηλάτος


85. Gojira - The Way Of All Flesh (2008)

d_gojira

Ένα από τα πρώτα "οικολογικά" και "ανθρωπιστικά" άλμπουμ της σύγχρονης δισκογραφικής παραγωγής έρχεται -ποιος να το περίμενε- από μια γαλλική death metal μπάντα που σημάδεψε με τον τρόπο της τον ρου του progressive μεταλλικού ήχου των '00s. Επικός λυρισμός και οικουμενικά θέματα σε ένα πακέτο σκληρών βρυχηθμών και παγωμένων μουσικών ανέμων που ανοίγει νέες διαστάσεις στο ιδίωμα. Δεν είναι για όλους, αλλά αυτοί που θα τα καταφέρουν να βγουν στο κρύο ξέφωτο του τέταρτου άλμπουμ των Gojira θα καταλάβουν γιατί αυτός ο δίσκος συγκαταλέγεται στους πιο επιδραστικούς metal δίσκους των τελευταίων χρόνων. - Τάνια Σκραπαλιώρη


84. Magnetic Fields - 69 Love Songs (1999)

d_magneticfields

Παίζοντας με τις '80s electro pop εμμονές, με φτηνιάρικα synthies και vocoders, ακούγοντας τα άπαντα των Leonard Cohen, του Scott Walker και όλες τις παραγωγές του Phil Spector, αλλά και τις country παραδόσεις της χώρας του, ταξιδεύοντας ως την καλοκαιρινή California του Brian Wilson, αλλά και τα κρύα βράδια στα σοκάκια του Βερολίνου του Lou Reed, αποτίοντας φόρο τιμής στο μοναχικό δωμάτιο του Nick Drake και από εκεί στη Μεγάλη Βρετανία μαζεύοντας όλα τα γλυκόπικρα συγκλονιστικά singles των The Smiths και Pulp, αλλά και τις στιγμές ακραίου ρομαντισμού του Neil Hannon, και με όλες αυτές οι επιρροές περασμένες βέβαια από το lo-fi φίλτρο της Νέας Υόρκης, ο Stephin Merritt μας προσφέρει ένα αριστουργηματικό αποτέλεσμα. 69 Love Songs, μερικά ρομαντικά, γραμμένα σε στιγμές ύψιστης αποθέωσης του έρωτα και πάθους, άλλα κυνικά, άλλα αποτέλεσμα έξαλλου μισανθρωπισμού, ερωτικών απογοητεύσεων, αλλά πάντα γραμμένα με μια απίστευτη ειλικρίνεια, με στίχους απίστευτης οξυδέρκειας και πικρού χιούμορ.


83. Bjork - Vespertine (2001)

Ω του παραδόξου θαύματος! Εν εσχάτοις καιροίς, ώσπερ μουσικής πάμφωτης, Björk η ιδιόρρυθμη τω κόσμω έλαμψε, και ηύγασε τοις πιστοίς, μελωδιών το φως το υπέρλαμπρον, εν λόγω μυστικοπρεπεί, και δισκογραφία αμέμπτω και κρείττονι. Όθεν την του Παρακλήτου δωρεά δεδόξασται, και παρέχει απαύστως, τοις αιτούσι τα μουσικά ιάματα... - Πάνος Γκένας


82. Clutch - Blast Tyrant (2004)

d_clutch

Το έκτο άλμπουμ των σπουδαίων Αμερικανών Clutch συνοψίζει το success story μιας μπάντας – θεσμού για τη σύγχρονη ροκ μουσική, μιας πραγματικής ακούραστης μηχανής, ικανής ανά πάσα στιγμή για τη μεγάλη έκρηξη. Μια τέτοια είναι και το Blast Tyrant, ένα υποδειγματικό concept άλμπουμ για μια τρελή, πειρατική ιστορία, υπέροχο ακριβώς γιατί είναι απαλλαγμένο από τα μύρια κακά που συνήθως κουβαλάνε μαζί τους οι conceptual δίσκοι. Λαμπερό σφρίγος και απαράμιλλη δύναμη, ακαταμάχητες  γκρούβες και απροσδόκητες υφολογικές εναλλαγές, και σκοτεινά παραμύθια, αίμα, δάκρυα και ιδρώτας. Το Blast Tyrant είναι ο πιο σέξι δίσκος του θωρηκτού των Clutch, αυτός που χρειάζεται να ακούσει οποιοσδήποτε -από ατυχή προκατάληψη- τους έχει παραβλέψει. - Τάνια Σκραπαλιώρη


81. Neutral Milk Hotel - In The Aeroplane Over The Sea (1998)

d_neutralmilk

Το In The Aeroplane Over The Sea επικροτήθηκε στην εποχή του, αλλά είδε τη φήμη του να μεγαλώνει και λατρεύτηκε πραγματικά στα επόμενα χρόνια, αποκτώντας σταδιακά το στάτους ενός πραγματικού underground classic. Ο Jeff Mangum ήταν από τους πρώτους που έβαλαν καραμπινάτα folk στοιχεία στο indie rock, διατηρώντας συγχρόνως τη «βρωμιά» του lo-fi ήχου και επηρέασε έτσι εκατοντάδες μπάντες των επόμενων δύο δεκαετιών. Παράλληλα, άφησε ως παρακαταθήκη έναν δίσκο σπουδαίο, που αποτελεί υπόδειγμα κατασκευής απίθανων μελωδιών με απλοϊκές αρμονίες· αλλά κι ένα έργο συγκινητικού λυρισμού, το οποίο αντλεί τη θεματολογία του από τη σκοτεινή δεξαμενή του Ολοκαυτώματος. - Άρης Καζακόπουλος


80. Swans - To Be Kind (2014)

Το άλμπουμ είναι εντυπωσιακό. Πολυδιάστατο, λεπτομερώς μελετημένο, σκοτεινά ψυχεδελικό, με μεγάλη ενέργεια που διαρκώς δημιουργεί εστίες εκρήξεων. Η ερμηνεία του Gira και η φαντασία του δεν συνηθίζεται για κάποιον που μπαίνει στην τέταρτη καλλιτεχνική του δεκαετία. Οι προτάσεις που χρησιμοποιεί δεν υπερβαίνουν τις φράσεις των τριών λέξεων. Τις χρησιμοποιεί σαν μάντρες που, με τα επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα, αποσκοπούν σε κάποιο είδος έκστασης. Το ελπιδοφόρο με αυτό το άλμπουμ είναι ότι μέσα στην ισοπέδωση του τυποποιημένου, αναλώσιμου indie εκείνης της δεκαετίας μπορεί κανείς να βρει εστίες ουσιαστικής καλλιτεχνικής έκφρασης που δεν ακολουθούν κανόνες, που δεν έχουν όρια, που διαρκώς αναζητούν, εξελίσσονται και αναπροσδιορίζονται - τροφή της τέχνης και της ζωής. - Σπύρος Χυτήρης


79. Fontaines DC - Dogrel (2019)

d_fontaines

Post-punk κιθάρες και δυνατοί, βιωματικοί στίχοι ζωντανεύουν την κυκλοθυμική σχέση αγάπης/μίσους της ιρλανδικής πεντάδας με το σύγχρονο Δουβλίνο, άλλοτε με ρομαντισμό κι άλλοτε με κυνισμό. Είναι δικαιολογημένη η ένταξή τους στη συνομοταξία συγκροτημάτων που χρησιμοποιούν εκ νέου το post-punk ως όπλο κοινωνικοπολιτικής κριτικής· όμως η ιρλανδική πεντάδα αποφεύγει τα νιχιλιστικά κλισέ των Shame και τα επαναστατικά μανιφέστα των Idles, προκρίνοντας μία πιο ψύχραιμη και βιωματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Την οποία φωτίζουν με προσωπικούς στίχους για το δικό τους λογοτεχνικό Δουβλίνο, με τους μικρούς και τους μεγάλους του ήρωες, τα τοπόσημα, τις συνήθειες και τις γωνίες του. Αλλά τη φωτίζουν και μέσα από τη μουσική, που εμφανώς βέβαια χρωστάει τα μέγιστα στα εναλλακτικά, κιθαριστικά 1980s· παράλληλα, όμως, διαθέτει και κάτι από εκείνη τη γλυκιά, άγουρη αφέλεια των πρώιμων rock 'n' roll ημερών. - Άγγελος Κλειτσίκας


78. Mastodon - Crack The Skye (2009)

d_mastodon

Όταν οι μεταλλάδες φτιάχνουν concept άλμπουμ, καταλήγεις να χάνεις τη μπάλα και να απορείς για τις διασυνδέσεις τις οποίες συνήθως νομίζουν πως έχουν κάνει, μα στην πραγματικότητα σπάνια έχουν επιτύχει – στιχουργικά μιλώντας. Οι Mastodon, βέβαια, δεν είναι μεταλλάδες με την έννοια που αποκαλούσαμε στα 1980s μπάντες σαν τους Judas Priest και τους Iron Maiden. Υπηρετούν, όμως, σαφώς τη metal αισθητική, όπως αυτή διαμορφώθηκε σιγά-σιγά μετά τις καταιγιστικές αλλαγές των 1990s και την άνοδο του εναλλακτικού metal ή αλλιώς του «σύγχρονου σκληρού ήχου». Και την υπηρετούν θαυμάσια, όντας δίκαια μία από τις πιο συζητημένες και αιχμηρές νέες μπάντες. Εμπρηστικοί στις εντάσεις τους, σκεπτόμενοι και λιγάκι πιο τολμηροί από το σύνηθες στις υπόγειες διαδρομές τους, οι Mastodon κατέθεσαν ένα άλμπουμ που είχε τη δύναμη να απευθυνθεί σε ευρύτερα ακροατήρια αυτή τη φορά: διόλου τυχαία, χτύπησε την πόρτα του εθνικού Top-10 των Η.Π.Α.. - Τάσος Μαγιόπουλος


77. Four Tet - Rounds (2003)

Αν και ίσως να μην είναι άτοπος ο ισχυρισμός ότι ο Kieran Hebden δείχνει τον πραγματικά περιπετειώδη και δημιουργικό εαυτό του έπειτα από τη δισκογραφική του γνωριμία με τον Steve Reid, το καλλιτεχνικό διαμέτρημα του (προγενέστερου αυτής) Rounds, σίγουρα δεν είναι αμελητέο. Τουναντίον, αποτελεί το εφαλτήριο του Hebden για ευρύτερες αναζητήσεις: τον δικό του βατήρα μπροστά στον ωκεανό του πειραματισμού. Και παρότι τρέχει στο τερέν της electronica έτσι όπως την όρισε το Music Has The Right To Children των Boards Of Canada και διαμορφώθηκε έκτοτε (1998), ξεχωρίζει γιατί επενδύει όχι μόνο σε ετερόκλητα –πολλές φορές– μουσικά αποτυπώματα, αλλά και σε εξίσου αποκλίνουσες συναισθηματικές διαθέσεις. Εμπλουτίζει τις απλές ρυθμικές του φόρμες με ονειρικές (ακόμα και στοιχειωτικές) μελωδίες και με τα ευφυή ηλεκτρονικά του, στοιχειοθετώντας παράλληλα μια ηχητικώς εκλεπτυσμένη αισθητική. Ένα κομψοτέχνημα της σύγχρονης electronica φτιαγμένο από ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά της, τουλάχιστον για την εξεταζόμενη δεκαετία. - Βαγγέλης Πούλιος


76. Idles - Brutalism (2017)

d_idles

Οι Idles είναι από το Μπρίστολ και παίζουν πανκ. Κι αντί να παριστάνουν τους επαναστάτες χωρίς αιτία, στρέφουν την ορμή και την οργή τους ενάντια σε ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί «κομφορμισμός της καθημερινότητας». Με κύρια εργαλεία τον σαρκασμό και το γρέζι του τραγουδιστή Joe Talbot και μια μουσική που ξέρει πώς να διατηρεί τον σφυγμό της και –φυσικά– πώς να αυτοαναφλέγεται, έδωσαν στο ντεμπούτο τους μια δυναμική που δεν μπορεί να αγνοηθεί επειδή απλώς «μας τα έχουν πει κι άλλοι»... - Βαγγέλης Πούλιος


75. Tom Waits - Mule Variations (1999)

d_tomwaits

Οι μουσικές αναζητήσεις, τα ψυχολογικά πορτρέτα, οι σουρεαλιστικές περιγραφές και οι περίεργοι χαρακτήρες είναι όλοι παρόντες μηδενός εξαιρουμένου/ης. Ο Τom Waits πάντα λάτρευε τα τραγούδια της περιπέτειας, τις murder ballads, κομμάτια για καταστροφές, για ασκήσεις αληθινού ηρωισμού, κομμάτια μυστηρίου, εξαφανίσεων, κομμάτια όμως και έρωτα, κομμάτια αγάπης - με τους ανθρώπους να πεθαίνουν γι'αυτήν. Οι χαρακτήρες διεκδικούν με κάθε τρόπο αυτό που τους ανήκει, κραυγάζουν για τις επιθυμίες τους, κλαίνε και πονούν για ότι τους ενοχλεί. Από την άλλη προτιμούν να κοιμούνται σε εγκαταλελειμμένα ξενοδοχεία, να πίνουν σε ξεχασμένα bars, να περπατούν σε δυσάρεστα μέρη. Το Mule Variations είναι ουσιαστικά ένα καταστάλαγμα τριών δεκαετιών μουσικής προσφοράς. Με τους ίδιους πάνω κάτω συνεργάτες (στην κιθάρα και το μπάσο) αναζητά την περίεργη ομορφιά των blues και μελαγχολικού country μείγματος, με ατμοσφαιρικά jazz περάσματα. Κανένας άλλος μουσικός δεν δημιουργεί μία τόσο ξέχωρη, παράλληλη πραγματικότητα πειστικών και τρομακτικών καταστάσεων. - Τάσος Βογιατζής


74. Beach House - Teen Dream (2010)

Φαίνεται (και είναι) συνειδητή η απόφασή τους να κρατήσουν τους τόνους χαμηλούς, με αποτέλεσμα ο μόνος τρόπος να απολαύσεις πραγματικά τον καλύτερο δίσκο της πορείας τους να επαφίεται αποκλειστικά στον ακροατή που θα μπει στη διαδικασία να αποκρυπτογραφήσει τη δύσκολη εκφορά των στίχων από την κάπως-ανδρόγυνη-σίγουρα-ιδιαίτερη φωνή της Victoria LeGrand (μέχρι και στο booklet, δεν μπορείς να διαβάσεις εύκολα τις λέξεις). Κατά τα λοιπά, οι Αμερικανοί προσπαθούν –και κατ’ εμέ επιτυγχάνουν– να στήσουν ένα πλαίσιο το οποίο θα λειτουργεί ως σταθερά για κάθε τους τραγούδι. Μπορεί να δέχτηκαν κριτική στη βάση ότι κάτι τέτοιο είχαν ήδη παρουσιάσει παλιότερα και οι Mazzy Star, αλλά δεν είναι έτσι: το «dream» σε εκείνη την περίπτωση αφορούσε αποκλειστικά στην επικίνδυνα ερωτεύσιμη ερμηνεία της Hope Sandoval και καμιά σχέση δεν είχε με την ποπ μουσική που τη συνόδευε. - Γιώργος Μιχαλόπουλος


73. Taylor Swift - Red (2012)

d_taylorswift

Ο τέταρτος δίσκος της Αμερικανής δεν απαγκιστρώθηκε πλήρως από την country pop των πρώτων της δίσκων, αλλά διεύρυνε γενναία την ηχητική της παλέτα προς διάφορες κατευθύνσεις. Παράλληλα, παρουσίασε την πιο στιβαρή συλλογή κομματιών στη μέχρι τότε καριέρα της, πολλά από τα οποία αποτελούν σήμερα classics. Η σαρωτική του πορεία στις λίστες της περασμένης μουσικής δεκαετίας αντανακλά τον σεβασμό που απολαμβάνει ακόμα και στους indie κύκλους, ως ένας από τους καλύτερους σύγχρονους mainstream δίσκους. - Άρης Καζακόπουλος


72. Frank Ocean - Blond (2016)

Μινιμαλιστικές trip hop πινελιές, παράξενα φωνητικά εφέ και ηλεκτρονικοί ήχοι ντύνουν το νεφελώδες όραμα του περιπετειώδους soulman, του οποίου το μεγαλύτερο προτέρημα είναι η άρνησή του να χωρέσει σε απλές περιγραφές. Αυτό που απομένει, είναι μια δουλειά που δεν θα μπορούσε να ανήκει σε κανέναν άλλο μουσικό. Το άλμπουμ στοχεύει σε ένα υπόγειο μούδιασμα· όχι για να ρίξει σε κατατονία τη διάθεση του ορεξάτου ακροατή, μα για να πετύχει μια συνολική «ζαλάδα» σαν αίσθηση. Η απόλαυσή του μεγιστοποιείται, λοιπόν, όταν συντονιστείς με το ζαλισμένο σύμπαν του, το οποίο μπορεί να μοιάζει πλαδαρό, αλλά αυτό έρχεται ως αποτέλεσμα καλής κατασκευής και όχι δυστοκίας στο στούντιο. - Ανδρέας Κύρκος


71. Michael Kiwanuka - Kiwanuka (2019)

d_kiwanuka

Η φανταστική φωνή φωνάζει περήφανα από την προμετωπίδα του άλμπουμ, μαζί βέβαια με τα εξωτικά στοιχεία που συνθέτουν το επίθετο αυτού του ήδη αγαπημένου soul παιδιού της pop κουλτούρας. Και έχει κάθε λόγο να αισθάνεται περήφανος γι' αυτόν τον δίσκο, επιλέγοντάς τον ως κομβικό σημείο της καριέρας του και ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Γιατί με το Kiwanuka καταφέρνει να εξελίξει όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και το ιδίωμα που εκπροσωπεί, χάρη στην αριστουργηματική τεχνική του «εμπρός πίσω»· με την οποία βρίσκει, με ένα βέλος, το κέντρο του διπλού στόχου του (ταυτόχρονα) κλασικού και σύγχρονου. Το πόνημά του εκτείνεται από τις μελαγχολικές κοιλάδες του Marvin Gaye μέχρι τις γκρουβάτες κιθάρες του Jimi Hendrix. Ψηλά στον πύργο της παραγωγής, εντωμεταξύ, ο Danger Mouse –ηγεμόνας στη δική του επικράτεια– ενορχηστρώνει και συντονίζει τις λεπτές αποχρώσεις και λειτουργίες των άφθονων αναφορών, οι οποίες ξεχειλίζουν. Με την ανεκτίμητη δημιουργική σύμπραξη του χιπ χοπ παραγωγού Inflo ρετουσάρουν τον χωροχρόνο του άλμπουμ με εφέ που τα έχει ανάγκη, για να μην παγιδευτεί σ’ έναν φαύλο, ρετρό κύκλο. - Τάνια Σκραπαλιώρη


70. Queens Of The Stone Age - Queens Of The Stone Age (1998)

d_queensofthestone

Θέλοντας να ξεφύγει από την "σκιά" και το μουσικό πλαίσιο των Kyuss, o Josh Homme κατέφυγε εδώ σε μία πιο all time classic προσέγγιση του σκληρού ροκ που συνάδει με όσα είχαν συμβεί στο ένδοξο παρελθόν του είδους. Οι μελωδίες και τα φωνητικά δίνουν στον συνολικό ήχο μία πιο προσιτή και φιλική διάσταση, το φλερτ με τα blues είναι πιο εμφανές και -για να παίξουμε με τις λέξεις- είναι περισσότερο ένας hard rock δίσκος παρά ένα heavy metal άλμπουμ και κυρίως είναι αυτό που -με τη μία- βάζει το γκρουπ στο χάρτη του σκληρού ήχου. - Μάκης Μηλάτος


69. Lorde - Melodrama (2017)

Είναι στον στιχουργικό τομέα όπου δίνει ρέστα η Lorde, καταφέρνοντας να αποτυπώσει τις ανησυχίες της γενιάς της: μέσα σε ένα σκηνικό που μοιάζει με περιφερόμενο πάρτι, παρελαύνουν οι ερωτικές καραμπόλες, οι χωρίς αύριο κραιπάλες, τα φλερτ και οι ανασφάλειες της loveless generation, με τρόπο πολλές φορές αριστοτεχνικό –όπου τουλάχιστον βάζει καλά το χεράκι της και η μουσική. Είναι concept άλμπουμ το Melodrama, και μάλιστα με καλογραμμένο σενάριο. Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε να αντικρίσετε ένα βλέμμα κρυστάλλινο, σπινθηροβόλο και ευθύ, η νεαρή Νεοζηλανδή σταρ είναι ο άνθρωπός σας. - Μιχάλης Τσαντίλας


68. PJ Harvey - Let England Shake (2011)

Γράφοντας πρώτα το στιχουργικό περιεχόμενο για το νέο της πόνημα και επιλέγοντας ως γενεσιουργό περιβάλλον μια απομακρυσμένη εκκλησία του 19ου αιώνα στην αγγλική ύπαιθρο, η PJ Harvey έθεσε τις κατάλληλες βάσεις για ένα concept album αφιερωμένο στην πατρίδα της. Μια ωδή σε χαμένα ιδανικά: με πατριωτική ευαισθησία, με μια στοιχειωμένη ερμηνεία να δημιουργεί ένα ομιχλώδες ηχοτοπίο και με πνευστά, έγχορδα και πιάνο να σιγοντάρουν μελωδικά τις βασικές ρυθμικές συνθέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το πρώτο και ομώνυμο τραγούδι του δίσκου, το οποίο καλεί την Αγγλία να τρανταχτεί ενόσω η Δύση κοιμάται. Τα συστατικά; Autoharp αντί κιθάρας ως βασικός εξοπλισμός, με σκοπό να επιτευχθεί ένας πιο folk χαρακτήρας. Αλλά και πινελιές από ξυλόφωνο στην κεντρική μελωδική άτρακτο, ενόσω η φωνή της Harvey συνεχίζει από εκεί που μας άφησε με το White Chalk (2007), ξεπερνώντας για τα καλά τα πιο τραχιά, δυναμικά χαρακτηριστικά της. - Άγγελος Γεωργιόπουλος


67. The XX - The XX (2009)

d_thexx

Άσκηση ύφους σε ένα εντελώς μινιμάλ πεδίο έκφρασης. Απαλές μελωδίες, βασικά ρυθμικά μέρη, σκοτεινή ατμόσφαιρα και μελαγχολική διάθεση είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της μουσικής των XX. Τίποτα καινούργιο, όταν όμως τα υλικά δένουν τόσο καλά μεταξύ τους, κάτι καλό ενυπάρχει. - Άγγελος Γεωργιόπουλος


66. Beyoncé - Lemonade (2016)

Από την αιφνιδιαστική του κυκλοφορία, τη δισυπόστατη φύση του και την αποκλειστική του διάθεση μέσω Tidal, μέχρι την επίκαιρη κοινωνικοπολιτική του διάσταση, τις ηχηρές συνεργασίες, την πολυαναφορικότητα στις ηχητικές κατευθύνσεις, το ψαγμένο sampling και τις βγαλμένες από την indie δεξαμενή στιχουργικές αναφορές, το Lemonade αποτελεί επιτομή της σύγχρονης δισκογραφικής λογικής. Όμως η Beyoncé κερδίζει το παιχνίδι επειδή αποποιείται τον ρόλο της φτασμένης σταρ και λειτουργεί σοφά και διορατικά, ποντάροντας σε ένα υψηλότερο καλλιτεχνικό προφίλ. Απαρνείται μάλιστα αρκετά, προκειμένου να επενδύσει σε έναν δίσκο διαχρονικό, σε μια κατάθεση ουσίας: ξεμπροστιάζει τον γάμο της, τσαλακώνει την εικόνα της, ρισκάρει την αίγλη της, θυσιάζει τη σιγουριά της δοκιμασμένης συνταγής. Φανερώνει την ανάγκη να εκφράσει κάτι, να αφήσει ένα αποτύπωμα. - Άρης Καζακόπουλος


65. Opeth - Blackwater Park (2001)

Μέσα σε 67 λεπτά να συμπεριλάβει χαρακτηριστικά σχεδόν όλων των παρακλαδιών του metal της δεκαετίας του ’90. Μπορείτε να απολαύσετε όμως την '70s ψυχεδέλεια, τον όγκο που γίνεται αισθητός όταν η μελαγχολία γίνεται μελωδία, την πολεμική ατμόσφαιρα όταν το power metal drumming συνδυάζεται με κιθαριστικό κομφούζιο, την οργή όταν οι αργόσυρτες κιθάρες από τα Fredman studios συναντούν τα «παραλίγο-black» φωνητικά, την ατμόσφαιρα όταν -ενώ παίζει ο δίσκος και ακούς τις εναλλαγές ακουστικής κιθάρας με την ηλεκτρική- εσύ ξαφνικά βρίσκεσαι στη μέση ενός δάσους σαν εκείνο του εξωφύλλου. Τη μαγεία του να ταξιδεύεις σε ένα blackwater park, ενώ είσαι σπίτι σου.


64. Tame Impala - Currents (2015)

Δεν ξέρω αν όντως αλλάζουν οι άνθρωποι, αλλά στο Currents αρχίζει ίσως για πρώτη φορά να απασχολεί τον Kevin Parker το πώς «κάθεται» η μουσική του στα αυτιά των ακροατών του. Αφήνει λοιπόν τις κιθάρες να σκονίζονται κάπου παράμερα και διώχνει από πάνω του την ταμπέλα του «ριφάκια ψυχεδελοροκά» και τις acid εμμονές. Οι Tame Impala παραμερίζουν το άγχος της χίπστερ καταξίωσης που τους φορέθηκε μετά το Lonerism (2012) και μοιράζονται μαζί μας μερικές γοητευτικές ιδέες για το πώς θέλουν να ακούγεται η ποπ στην σημερινή μιντιόπληκτη εποχή. Η ιδεολογία τους είναι σαφής και ελαφρώς απρόσμενη: όσο πιο ανέμελη και ηλιοκαμένη, τόσο το καλύτερο. Σαν να βούτηξαν με τον ενθουσιασμό του αρχάριου στα βινύλια της στραφταλιστής disco και της λουσάτης, ψυχεδελικής soul. - Ανδρέας Κύρκος


63. Mogwai - Happy Songs For Happy People (2003)

d_mogwai

Για πρώτη φορά η μπάντα διαθέτει την πολυτέλεια -ή μάλλον την ικανότητα- να συναρπάζει χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει σε θορυβώδεις λύσεις. Χωρίς να επιδίδεται σε 20λεπτα έπη και χωρίς να χρειάζεται από πίσω μια ολόκληρη ορχήστρα για να μοιάζει παχύς ο ήχος της. Το συγκρότημα αφήνει παράμερα τις βίαιες ηχητικές εξάρσεις και μοιάζει να έχει καταλάβει καλά ότι προκείμενου να δημιουργήσεις ένα μουσικό έργο ομορφιάς δεν απαιτούνται ούτε ατέλειωτα και κουραστικά για τα αυτιά τραγούδια ούτε αλόγιστη χρήση θορύβου. Το HSFHP "ρουφιέται" αχόρταγα και όταν φτάσεις στο 41ο λεπτό του άλμπουμ μπαίνεις στον πειρασμό να το ξαναβάλεις από την αρχή. Και γιατί σε αντίθεση με όλους τους ποστ ροκ ανταγωνιστές τους, καταφέρνουν να μεταγγίσουν την μουσική τους και σε μη-θιασώτες του είδους αυτού. - Κωνσταντίνος Τσάβαλος


62. Aphex Twin - Syro (2014)

d_aphextwin

Ο Aphex Twin επιστρέφει εδώ στις δισκογραφικές του αρχές ως προς το δημιουργικό όραμα, απλά με ένα πιο φρέσκο και σύγχρονο ηχητικό περιτύλιγμα. Σκεφτείτε δηλαδή κάτι σαν IDM revival, παιγμένο όμως με τους δικούς του νόμους και κανόνες. Μην περιμένετε επομένως συνθέσεις τύπου “Come To Daddy” ή “Vordhosbn”, μα μια κατάδυση στις πιο σοφιστικέ, χαλαρωτικές-αλλά-όχι-ακριβώς στιγμές της πορείας του Ουαλού· μια ας πούμε διεστραμμένη Artificial Intelligence λογική, προσαρμοσμένη στη γενιά των '10s. Πρώτα-πρώτα, τα κομμάτια του Syro δεν είναι τραγούδια με τη συνηθισμένη έννοια του όρου: κάθε ενότητα του δίσκου είναι στην ουσία ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο μουσικό σώμα, το οποίο εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, ακολουθώντας κάθε φορά έναν νοητό ηχητικό άξονα, κινούμενο μονίμως γύρω από αυτόν, αλλά ποτέ επάνω στην ευθεία του. Έτσι, κάθε στιγμή χτίζεται γύρω από μια κεντρική μουσική απόχρωση, που διατηρείται μεν ως ιδέα, μα χωρίς τα επιμέρους μέρη να μένουν σταθερά. - Τάσος Μαγιόπουλος


61. Mercury Rev - Deserter’s Songs (1998)

d_mercuryrev

Κι όμως, το αυστηρό ευθυγραμμικό αστικό τοπίο μπορεί να εμπνεύσει τραγούδια με έγχορδα και ψιλή φωνή. Οι δυσοίωνες διαπιστώσεις κάνουν ακόμα πιο αβάσταχτη την πραγματικότητα, καθώς οι Mercury Rev θα ανασύρουν φωτογραφίες και αναμνήσεις από τις εμπειρίες τους στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Υόρκης, χωρίς παραμορφώσεις διαμεσολαβητικού χαρακτήρα. Οι θολές ψυχεδελικές αναζητήσεις των προηγούμενων άλμπουμ δίνουν τη θέση τους σε περισσότερο καθαρές και σχηματοποιημένες ιδέες, που αναζητούν τις ρίζες τους στους The Band, αρνούνται να κόψουν το ομφάλιο λώρο με τους Flaming Lips και καταλήγουν να συγκρίνονται με τους Spiritualized. Ένα άλμπουμ με μεγαλόπνοη παραγωγή, επική στο αποτέλεσμα, χωρίς να ηχεί πομπώδης στις προθέσεις. Ένας ευαίσθητος και βαθύς δίσκος.


60. Isis - Panopticon (2004)

d_isis

Το κουιντέτο από το Λος Άντζελες αγαπάει ιδιαίτερα το θόρυβο, κατά προτίμηση με απ’ ευθείας αναφορές στο αρχέτυπο heavy metal κάποιων σαν τους Black Sabbath, μα γνωρίζει και τον τρόπο να ξεγλιστράει σε ήπια οργανικά περάσματα, κι όλα αυτά μάλιστα κάποιες φορές μέσα στα πλαίσια του ίδιου κομματιού. Επτά κομμάτια που διαρκούν μία περίπου ώρα, μεταφράζονται σ’ ένα ταξίδι που στο μεγαλύτερό του μέρος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ξέφρενο, με το γκρουπ να μην γνωρίζει σύνορα και να διατρέχει πολλά και διαφορετικά μουσικά στυλ, ισορροπώντας διαρκώς ανάμεσα στο αλά post rock μελωδικό και το αλά stoner rock βαρύ. Θυμίζουν τις μπάντες που αρκούνταν στο να τζαμάρουν απεριορίστα και χωρίς τελικό προορισμό στα ΄70s και ακόμη κι αν κάποτε σας φανούν απωθητικά τα brutal φωνητικά τους, σε γενικές γραμμές αποδίδουν εξαιρετικές ηχητικές στιγμές. - Μάνος Μπούρας


59. Boards Of Canada - Music Has Right To The Children (1998)

d_boards

Αναλογικά synthesizers, hip hop ρυθμολογία και τεχνικές ηχογραφήσεων που χρησιμοποιούσαν κιθαριστικές μπάντες, συνθέτουν τη χημεία του περίφημου ντεμπούτο των Σκωτσέζων. Aυτό που μετά αρκετοί καπηλεύτηκαν σαν chill out, balearic μουσική, ήταν downtempo ηλεκτρονικές συνθέσεις, στις οποίες τα synths είχαν αντικαταστήσει τις κιθάρες. - Δημήτρης Λιλής


58. Beyoncé - Beyoncé (2013)

Πέρα από την explicit θεματική και την ώρες-ώρες «Wonder Woman» δυναμική την οποία επιδεικνύει η Beyoncé μέσα από την οπτική της για τη γυναικεία χειραφέτηση, είναι η κοπιαστική δουλειά των Pharrell Williams, Timbaland, James Fauntleroy, Hit-Boy, the-Dream και πολλών άλλων συντελεστών που ξεχωρίζει εδώ. Παρότι δεν έκοψαν εντελώς τον ομφάλιο λώρο με τις σύγχρονες pop/dance/R'nB τάσεις, προχώρησαν το πράγμα σε σημείο που κατά διαστήματα να μπορεί κανείς να μιλήσει για ξεκάθαρες post-dubstep επιρροές, ιδανικές στο να αναδείξουν τον σκοτεινό ερωτισμό της οικοδέσποινας, αλλά και την ξεκάθαρη διάθεσή της να παίξει με τους δικούς της κανόνες. Εδώ λοιπόν θα βρει κανείς την πιο ώριμη και συγκροτημένη πρόταση της Beyoncé. Θεματικά τα πάντα κινούνται στο σύνηθες δίπτυχο φεμινισμός & σεξ, μόνο που αυτή τη φορά το βρίσκουμε ιδωμένο μέσα από ένα διαρκώς εναλλασσόμενο και βραδυφλεγές ηχητικό τοπίο σκοτεινών beats, παρελθοντικών samples, εντυπωσιακού εύρους mezzo-soprano φωνητικών, χαλαρών συνθετικών δομών (που διακλαδώνονται πολλές φορές απροσδόκητα), μεταβαλλόμενων δυναμικών και άφθονου, υπερχειλίζοντα ερωτισμού. - Άγγελος Γεωργιόπουλος


57. Belle and Sebastian - The Boy With The Arab Strap (1998)

d_belleandsebastian

Οι Σκωτσέζοι ποπίστες είχαν μπει ήδη στον indie χάρτη ως μία πολλά υποσχόμενη κουκίδα με το If You're Feeling Sinister που είχε προηγηθεί. Με το The Boy With The Arab Strap απλώς κατοχύρωσαν τη θέση αυτή και κατέλαβαν και περισσότερο χώρο σαν το μελάνι που απλώνει στο χαρτί. Όχι, δεν ήταν μία άλλη εκδοχή των Smiths αλλά ένα εξαιρετικό, καλαίσθητο, κομψό και αυτόφωτο σύνολο που συνδύασε επιτυχώς τη χάρη με την μελαγχολία. - Μάκης Μηλάτος


56. The National - Boxer (2007)

Και μόνο του εναρκτήριου "Fake Empire" να γίνεις κοινωνός, ξέρεις ότι εδώ έχεις να κάνεις με κάτι το αληθινά σπουδαίο: σπάνια ακούς μια τραγική ιστορία να ντύνεται με τόσο χαρμόσυνους ήχους. Η συνέχεια αποδεικνύεται ένα γοητευτικό ταξίδι μέσα στο οξυδερκές μυαλό του Matt Berninger, που ηχητικά ισορροπεί ανάμεσα στο φως και τη σκιά, το γλυκό και το πικρό, το αφηγηματικό και το σκόπιμα ασαφές. - Γιώργος Μιχαλόπουλος


55. Lauryn Hill - The Miseducation Of Lauryn Hill (1998)

d_lauryn

H φωνή των Fugees έσκασε μέσα στα 1990s και υπενθύμισε στους επικριτές της μαύρης μουσικής ότι γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος. Η διάλυση των Fugees μπορεί να μας στέρησε ένα θρυλικό συγκρότημα, αλλά μας έδωσε ένα σόλο δίσκο της (The Miseducation Of Layryn Hill) ο οποίος ξεχειλίζει από hip hop beats, funk επιρροές και τη μαγική φωνή της να ανεβοκατεβαίνει οκτάβες, αλλά και ψυχολογικές διαθέσεις, σαν μην υπάρχει αύριο. Ευαισθησία, οξύνοια και η απόδειξη (τότε) ότι το hip hop δεν παίζει μόνο σε δύο ταχύτητες (σεξ και βία). Το ποιητικό ταλέντο της Hill έρχεται να προστεθεί σε αυτό της μουσικής ερμηνείας και το flow της εναλλάσσεται με ευθραυστότητα και ένταση (χωρίς ωστόσο να γίνεται αναιδές) και αναπλάθει μέσω του hip-hop την παιδεία σπουδαίων τραγουδοποιών, όπως η Joni Mitchell και η Joan Baez.


54. Slipknot - Iowa (2001)

Δύο μόλις χρόνια μετά το ντεμπούτο τους, έφτασαν στον οριακό αυτό δίσκο με τον ασημένιο τράγο στο εξώφυλλο, πρώτα χαρακτηρίζοντας και ύστερα επηρεάζοντας μεγάλο κομμάτι του εναλλακτικώς «σκληρού» ήχου των '00s. Ο χαρακτηρισμός nu metal δεν ταίριαζε πλέον καθόλου στο αμερικάνικο γκρουπ, το οποίο άγγιζε ζηλευτά επίπεδα τεχνικής, ενώ εξαπέλυσε μύδρους κατά πάντων, στον απόηχο μιας ιδιαίτερα σκοτεινής περιόδου για τον Corey Taylor. - Χάρης Συμβουλίδης


53. Beck - Odelay (1996)

beck_odelay

Η πέμπτη δουλειά του Beck ήταν το καθοριστικό σημείο στο οποίο ο καλώς εννοούμενος αγορίστικος χαβαλές που εγκαινίασε με το “Loser” εξελίχθηκε σε καλλιτεχνική ωριμότητα και οι blues, funk, hip hop επιρροές των πρώτων άλμπουμ του οδηγούνται σ’ ένα ευφυές μεταμοντέρνο αποτέλεσμα.


52. Burial - Untrue (2007)

Με δεδομένο το αβυσσαλέο νούμερο των ανθρώπων που έχουν κυκλοφορήσει έστω κι ένα άλμπουμ, το ποσοστό όσων επέλεξαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους εικάζω ότι βολεύεται με μερικά πτωχά δεκαδικά ψηφία… Και οι περισσότεροι εξ’ αυτών, όσο μου το επιτρέπει η μνήμη μου, υπήρξαν τουλάχιστον ενδιαφέροντες. Πανάκεια προφανώς και δεν είναι, αλλά το γεγονός αποτελεί σοβαρή ένδειξη πως ο δράστης ιεραρχεί, ξεκινώντας απαρασάλευτα με τη μουσική (του) –εκτός, βέβαια, εάν διαθέτει ζητήματα με την όποια δημόσια έκθεση. Ο Burial μπορεί εν τέλει να αποκαλύφθηκε, όμως είχε προλάβει να μας τροφοδοτήσει με τούτο το σκοτεινό ποίημα σε μορφή φουλ άλμπουμ, εν μέσω καιρών μάλλον δύσκολων για ολοκληρωμένα μουσικά οράματα. Προφανώς και δεν αρκεί ο όρος dubstep (ή έστω μια έκφανσή του) για να περιγράψει αυτόν τον συγκινητικό γόνο των μεγάλων ηλεκτρονικών μαστόρων του Νησιού. Για να μη το πάω και πιο πίσω: μονάχα ανατρέχοντας στις δισκογραφικές κορυφές των Massive Attack και των Portishead υπάρχει περίπτωση να απαντήσουμε ανάλογου εκτοπίσματος με το Untrue παιχνίδι με τις αισθήσεις. - Διονύσης Κοτταρίδης


51. Evanescence - Fallen (2003)

d_evanescence

Τέσσερις σκληροπυρηνικοί μεταλλαδες με πιο πολλά τατουάζ απ'ότι ο Ρομπερτ Ντε Νιρο στο "Ακρωτήρι του Φόβου", μια 20χρονη που μοιάζει σαν να βγήκε από μια ανίερη ένωση του Gene Simmons των Kiss με την PJ Harvey κι ένα τραγούδι ("Βring Me To Life") που συμπεριελήφθη στο σαουντρακ της ταινίας Daredevil και έκανε τα δισκοπωλεία της Αμερικής να "αναστενάζουν". Τρελό Hype! Συνδυάζουν μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία στη μουσική τους, όπως π.χ. τα αιθέρια φωνητικά της Amy Lee, τα samples από τα Carmina Burana στο "Whisper" και τις συμφωνικές γκοθικ ροκ δομές του "Haunted" και του "Tourniquet". Εκείνη τη χρονιά, το nu gothic rock metal ζει και βασιλεύει. - Ηλίας Πυκνάδας


50. Wu-Tang Clan - Wu Tang Forever (1997)

d_wutangclan_wutangforever

Αν το Enter the Wu-Tang τους έβαλε με φόρα στο χάρτη, το Forever τους δικαίωσε και τους έκανε όντως "παντοτινούς". Με διευρυμένο μουσικό πεδίο, με στοχαστική και σκληρή ποίηση, με παραγωγή-σχολείο από τον RZA, δικαίως πήρε το Grammy ως το καλύτερο ραπ άλμπουμ του 1997 και μας δείχνει ακόμη και σήμερα πως θα έπρεπε να είναι αυτό το μουσικό είδος. - Μάκης Μηλάτος


49. LCD Soundsystem - Sound Of Silver (2007)

Δύσκολα του αντιστέκεσαι. Σε χορεύει, σε παρασέρνει και μετά από λίγα χρόνια το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να βρεις κάτι το οποίο να του μοιάζει. Αν και το magnum opus τους βρίσκεται στην πολύ αρχή της καριέρας του James Murphy (“Losing My Edge”, 2002), εδώ όχι απλά δεν παραπατάει καμιά στιγμή, αλλά από την κορυφή του “Get Innocuous” μέχρι το λυρικό φινάλε του “New York I Love You…” δεν περισσεύει ούτε νότα. Μπορεί από τότε να μην έχει τολμήσει να κάνει το επόμενο βήμα, αλλά πώς άραγε ακολουθείς έναν από τους καλύτερους δίσκους εκείνης της δεκαετίας; - Γιώργος Μιχαλόπουλος


48. Spiritualized - Ladies And Gentlemen We're Floating In Space (1997)

b_spiritualized

Μέχρι την κυκλοφορία του, η ψυχεδέλεια ήταν μια μουσική παραζάλη του παρελθόντος. Ο Jason Pierce της έδωσε τη μεγαλοπρέπεια που της αρμόζει. Η κληρονομιά του πολύπαθου rock'n'roll της Βρετανίας αναμειγνύεται στο καμένο κεφάλι του δημιουργού. Και φτιάχνεται ένα πολύπλοκο δημιούργημα με απελευθερωτικές διαστάσεις. Μια ευρεία, πολυτελής, φιλόδοξη ψυχεδελική ματιά στα πιο συνηθισμένα συναισθήματά μας. Τις επιθυμίες, τον πόνο, την απώλεια, την ενόχληση, την πίκρα. Το rock’n’roll του μέλλοντος (τότε) και ένα χάος που δεν ήθελε κανείς να οργανώσει.


47. Kanye West - My Beautiful Dark Twisted Fantasy (2010)

Δύο χρόνια πριν (2008) είχε κάνει πολλούς να πουν «πάει το ’χασε», λόγω του 808s & Heartbreaks –και δεν εννοούσαν μόνο το ταλέντο, αλλά και το μυαλό του. Όμως ο Kanye West διέψευσε πανηγυρικά τους αμφισβητίες με αυτό το άλμπουμ, το οποίο σε βουτάει από το μαλλί ήδη από την αρχή κιόλας και δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα μέχρι το φινάλε. Το My Beautiful Dark Twisted Fantasy αποτελεί εξέχον δείγμα γραφής εκείνου του σύγχρονου, νέου χιπ χοπ, το οποίο ήδη πίσω στο 2010 έτεινε πια να γίνει ποπ –με αποτέλεσμα να προσελκύσει μουσικόφιλους και από άλλες «φυλές» και να γίνει αφορμή για ένα πολυσυζητημένο 10άρι από το Pitchfork. Αν και στο μεγαλύτερο μέρος του ο West παραδίδει τα σκήπτρα των συνθέσεων σε άλλους, αυτό φαίνεται να έκανε καλό στο τελικό αποτέλεσμα. Ο ίδιος αποδεικνύει άλλωστε με διάφορες αφορμές ότι διαθέτει γούστο, έξυπνες ατάκες και φυσικά μια τελειομανία, η οποία τον έχει οδηγήσει στο να κυκλοφορεί προϊόντα υψηλής ποιότητας. - Τάσος Μαγιόπουλος


46. The Chemical Brothers - Dig Your Own Hole (1997)

d_chemicalbrothers

Αν μη τι άλλο, οι δύο εν χημεία αδερφοί, ό,τι έκαναν μέχρι σήμερα, το έκαναν με στυλ. Πατώντας πάνω στο post techno ντεμπούτο τους (Exit Planet Dust), δοκίμασαν και πέτυχαν να ανακατέψουν ήχους και μουσικά είδη από rock και hip hop μέχρι hardcore techno, δημιουργώντας έναν καλειδοσκοπικό –σήμα κατατεθέν– ήχο που δεν θύμιζε τίποτα και την ίδια στιγμή θύμιζε τα πάντα.


45. Tool - Lateralus (2001)

d_tool_lateralus

Ο τίτλος του άλμπουμ δεν θα μπορούσε να ήταν καλύτερος, προερχόμενος από το «lateral thinking», τη μέθοδο δηλαδή επίλυσης προβλημάτων που ακολουθεί όσες συχνά ονομάζουμε πλάγιες οδούς. Αν λοιπόν θεωρήσουμε τη μουσική ως ένα πρόβλημα προς επίλυση, το Lateralus δείχνει τον τρόπο με τον οποίον οι 4 Καλιφορνέζοι έστυψαν τους εγκεφάλους τους ώστε να μας μεταφέρουν τις εμπειρίες τους από αυτήν την εναλλακτική διαδρομή. Πέντε χρόνια μετά το Aenima (1996), οι Tool μεγαλουργούν (ξανά) και ταυτόχρονα μαγνητίζουν με τη μεγαλοπρέπεια των εμπνεύσεών τους και με την αρτιότητα του ήχου τους. Το Lateralus εμπεριέχει μάλιστα και το στοιχείο της κάθαρσης, ερμηνευμένο όπως και στις αρχαίες τραγωδίες· μια ηχητική εμπειρία εξαγνιστική και ως εκ τούτου άμεσα εθιστική. Ένας δίσκος επίσης, για τον οποίο ποτέ δεν μπόρεσα να καταλήξω περί της αγαπημένης μου σύνθεσης. Εκεί που αποφασίζω για το “Reflection”, ας πούμε, πετάγεται το “Patient” ή το “Parabola” ή το “Grudge” ή…. Η εγκυρότητα της εν λόγω απόφασης αμφισβητείται συνεχώς. Πάντα όμως, ακούγοντας τον, κουδουνίζει στο μυαλό μου μια φράση του: «Spiral out … Keep going». - Βαγγέλης Πούλιος


44. Beastie Boys - Hello Nasty (1998)

d_beastieboys

Ίσως το καλύτερο άλμπουμ των Beastie Boys στα τριάντα χρόνια της σπουδαίας καριέρας -και σε κάθε περίπτωση εξαιρετικά ώριμο- ήρθε το 1998, σε μια χρυσή στιγμή για το νεοϋορκέζικο hip–hop, με τα απόνερα της Britpop κυριαρχίας να έχουν τραβηχτεί αφήνοντας χώρο για νέες, διαφορετικές χορευτικές κινήσεις. To Hello Nasty είναι ένας  hip–hop δίσκος με μοναδική ροκ ψυχή που άνοιξε το δρόμο για διαφορετικού τύπου MCs, απενοχοποίησε το ιδίωμα, εισφέροντας σε αυτό την punk αισθητική τους, τα εφαρμοσμένα μαθηματικά του sampling και ένα magnus opus ηχητικό όραμα που αξίζει κάθε λεπτό που θα του αφιερώσει ο ακροατής του – και ας μην είναι ένα κλασικό παιδί του κάτω Μανχάταν. - Τάνια Σκραπαλιώρη


43. Sigur Ros - Agaetis Byrjun (2000)

Το χαρακτηριστικό «τσιουουου» του Jónsi και ο τόσο διαφορετικός ήχος των Sigur Rós ανάγκασε την υφήλιο να πιστέψει ότι στην Ισλανδία ζούνε ξωτικά. Μετά ακολούθησαν οι «παρενθέσεις» και τα σπίτια μας γέμισαν με βινύλια από τον κάθε απίθανο, πολύ απλά γιατί γεννήθηκε εκεί. Από απόσταση, πλέον ...και καλά κάναμε. - Γιώργος Μιχαλόπουλος


42. Fatboy Slim - You’ve Come a Long Way, Baby (1998)

d_fatboyslim

Ο Norman Cook χρησιμοποιεί δεκάδες sample για να χτίσει έναν καταιγιστικό δίσκο, ποτισμένο με τη μυρωδιά υπόγειου club στο Λονδίνο. Ο ικανότατος dj ακολουθεί τη λογική της πρόσμειξης και της μεταμόρφωσης για να σερβίρει τα μεγαλόπνοα δημιουργήματά του. Ο ήχος συντίθεται με την ποικιλία τριών ορόφων δισκάδικου και το τελικό σύνολο είναι τόσο μοναδικό, όσο το δαχτυλικό αποτύπωμα του δημιουργού του.


41. Porcupine Tree - In Absentia (2003)

d_porcupinetreeinabsentia

Δίπλα λοιπόν σε ποπ στιγμές όπως το εναρκτήριο "Blackest Eyes" και μαγευτικές μπαλάντες σαν το "Collapse The Light Into Earth", που κλείνει το άλμπουμ σαν να το τυλίγει μέσα σ' ένα όνειρο, θα συναντήσετε ουκ ολίγα φλερτ με τον βαρύ μεταλλικό ήχο - στη λίστα του με τις ευχαριστίες μάλιστα, ο Wilson ευχαριστεί τους Σουηδούς μεταλλάδες Opeth, των οποίων έχει κάνει κάμποσες φορές την παραγωγή, καθώς και τους "άλλους metal Θεούς" Meshuggah, όπως ο ίδιος αναφέρει -με αποκορύφωμα το κομμάτι "Strip The Soul" όπου πολιορκεί άγρια ένα ήχο που θα χαρακτηρίζαμε σαν μια τομή ανάμεσα στους Nine Inch Nails και τους Metallica. Δεν παραλείπουν ακόμη να κάνουν μια επίσκεψη σε μουσικά στυλ όπως η φολκ ή και η electronica με τις dub γραμμές του μπάσου. Παραδόξως, τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου είναι εκείνα που προσφέρονται σαν bonus στην ευρωπαϊκή έκδοση του διπλού cd. Τα "Drown With Me" και "Chloroform" ξεχωρίζουν συνθετικά, μα κυρίως λένε ότι έχουν να πουν και δεν ξεφεύγουν οργανικά σε δαιδαλώδεις αναπτύξεις. - Μάνος Μπούρας


40. Madonna - Ray of Light (1998)

d_madonna

O William Orbit δίνει στη Madonna τον ήχο που τη βάζει ταυτόχρονα και στο modern-rock και στο pop ραδιόφωνο, και στα dance clubs και στο MTV! Φρέσκο και εμπορικό ταυτόχρονα...


39. White Stripes - White Blood Cells (2001)

Πρώτα το ομώνυμο ντεμπούτο τους (1999) με το garage στα φόρτε του, μετά το De Stijl (2000) με περισσότερες μπλουζιές και σκληρότερο ήχο και κατόπιν το White Blood Cells, που τα τίναξε όλα στον αέρα. Ο Jack White είναι ένας τρελογιατρός του ήχου. Από την τέρμα παραμόρφωση στις κιθάρες (λέγε με MC5) περνάει με ξεδιάντροπη ευκολία στα κελαρυστά ακουστικά folk blues, ρίχνοντας στο φίλτρο που κοχλάζει επιρροές από Led Zeppelin, Dead Moon, Kinks, Black Sabbath. Ανακατεύει καλά την ώρα που μια δίνη σφιχτού και κοφτερού ήχου κάνει την εμφάνισή της. Ο Jack White δεν τραγουδάει αλλά νιαουρίζει –στην καλύτερη ξεφωνίζει– ενώ η Meg White στα ντραμς τον ακολουθεί πιστά στα σκοτεινά και αιχμηρά ηχητικά μονοπάτια. Αν η υπόθεση ροκ στα ’00s για κάποιους είναι δυσεπίλυτη, για τους White Stripes είναι απλώς ένα παιχνίδι ακατέργαστου κόκκινου συναισθήματος, μαύρου ροκ ήχου και μπόλικης λευκής παράνοιας. - Όλγα Σκούρτη


38. Björk - Homogenic (1997)

d_bjorkhomogenic

Fuck pop, let’s art. Πιο δύσκολο, εσωτερικό, λυρικό. Ο Mark Bell των LFO της Warp, είναι ο κύριος υπέυθυνος. Οι Howie B. και Guy Sigsworth βοηθάνε. Η εικόνα προσαρμόζεται, η Björk υιοθετεί ένα ambient «περιβαλλοντικό» πρόσωπο. Ως ναυαγός που εξερευνά συναισθηματικά τοπία με φόντο σκανδιναβικές καρτ ποστάλ στο “Joga” (Gondry). Ως καραφλό σάιμποργκ–κυνηγός που ειρωνεύεται σε κοντινό “I thought I could organize freedom/ How Scandinavian of me” στο “Hunter” (Paul White). Ως σπαρακτικό ρομπότ που διακηρύσσει ότι όλα είναι αγάπη στον ύμνο “All Is Full Of Love” (Chris Cunningham). Η «στροφή στην τέχνη» προφητεύει το μέλλον. - Παναγιώτης Μένεγος


37. The Black Keys - Brothers (2010)

d_blackkeys

Blues κλίμακες, βρώμικη rock δυναμική, και το αναλλοίωτο φλερτ της χροιάς του Auerbach με τα αυτιά του ακροατή. Ο ήχος παραμένει άψογος στην ολότητα του δίσκου, με την παραγωγή να ενισχύει σε μεγάλο βαθμό το τελικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα σε πιο ατμοσφαιρικά σημεία όπως τα “Too Afraid To Love You” και “Never Give You Up”. Το πρώτο single “Tighten Up” κρύβει την υπογραφή του παλιού γνώριμου της μπάντας Danger Mouse. Πολλά ενδιαφέροντα κομμάτια να παίζουν το ρόλο ακουστικών παγίδων εδώ, και ο καθένας θα βρει κάποιο η κάποια τα οποία θα τριγυρνάνε στο μυαλό του για αρκετό καιρό. - Σπύρος Τόρε


36. R.E.M. - New Adventures in Hi-Fi (1996)

d_rem

Το New Adventures In Hi-Fi (που ήταν και το πρώτο άλμπουμ με το οποίο ασχολήθηκε το Avopolis!) αντικατοπτρίζει στιχουργικά και μουσικά τα προβλήματα που απασχολούσαν το group, όπως αρρώστιες των μελών και θάνατοι φίλων, αλλά ταυτόχρονα εκφράζει την επιθυμία φυγής τους από μια τότε πεσιμιστική καθημερινότητα. Χωρίς να είναι από τα καλύτερα άλμπουμ τους, αποτελεί σταθμό, πρώτον γιατί το μεγαλύτερο μέρος του ηχογραφήθηκε κατά τη διάρκεια της τότε περιοδείας τους και, δεύτερον, γιατί μετά από αυτό αποχώρησε ο Bill Berry. Μία αίσθηση λύπης υπάρχει σχεδόν σε όλα τα κομμάτια, με την καρδιά βέβαια του άλμπουμ να χτυπά στο αφιερωμένο στον River Phoenix “E-Bow The Letter”, ένα πολύ συγκινητικό τραγούδι, με δεύτερα φωνητικά από την Patti Smith. Ο Stipe παραδίδει ακόμη μια φορά μαθήματα εκφραστικής και ανατριχιαστικώς εσωστρεφούς ερμηνείας (“Departure”), σε μια δουλειά-ταξίδι στις πιο μελαγχολικές στιγμές της μπάντας. - Ροζίνα Αράπη


35. Calexico - Feast Of Wire (2003)

d_calexico

Με βάση το Tucson της Arizona, μια πόλη περιστοιχισμένη από βουνά κι έρημο, και κύριες συνισταμένες τα mariachi πνευστά, μια pedal-steel κιθάρα, έγχορδα, την americana και τα συναισθηματικά σκαμπανευάσματα του post-rock, οι Joey Burns και John Convertino δημιούργησαν ένα υπέροχο δίσκο, τον καλύτερο της καριέρας τους. Χωρίς να αλλάξουν και πάρα πολλά στοιχεία, έφτασαν στην κορυφή μιας ήδη εξέχουσας πορείας και μιας ιδιοσυγκρασιακής γραφής που είναι έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερα αγαπητή στη χώρα μας. Κι αυτό το χρωστούν πλέον -και είμαστε βέβαιοι- ισότιμα, τόσο στα εγκεφαλικά ερεθίσματα των άριστων -δίχως εξαίρεση- συνθέσεων του παρόντος άλμπουμ, όσο και στην υψηλή αισθητική που τους διακατέχει, ώστε να περιλαμβάνουν σε ένα άλμπουμ alt-country μελωδίες, λυρικά folk / pop διαμαντάκια, jazz διαλείμματα, ήχους που μας τραβούν στην έρημο της Αριζόνα και ολίγον από μεξικάνικη φιέστα, με μια αξιοσημείωτη ισορροπία και συνοχή. Είναι η αφαιρετική άποψη ενός alt.ountry duo επί Leonard Cohen, Joe Henry και Miles Davis επιρροών και μιας mariachi μπάντας που αν αφεθεί ελεύθερη είναι έτοιμη να ξεσαλώσει. Ακροβατικά μιας φαινομενικά ήρεμης μελαγχολίας που διαφεύγει των Ennio Morricone εμμονών της και συνδυάζει υπέροχα τα μέχρι τώρα χαραγμένα waltz και mexicali στοιχεία, γλιστρώντας στον βρώμικο αέρα των σύγχρονων πόλεων. - Τάσος Βογιατζής


34. Madrugada - Industrial Silence (1999)

madrugadaindustrialsilence

Το Industrial Silence άνοιξε τον χορό για μια σειρά από δίσκους και εμφανίσεις που έμειναν αξέχαστες (και) στο ελληνικό κοινό, προτού ο κιθαρίστας του συγκροτήματος, Robert Burås «φύγει» ξαφνικά από τη ζωή το 2007 και όλα αλλάξουν. Οι Madrugada χώθηκαν βαθιά σ' αυτή την άβυσσο των εσωστρεφών αναζητήσεων που απολαμβάνουμε, με μελωδίες που πηγάζουν από τα βάθη της αμερικανικής ηπείρου. Σκοτεινοί, με τη μουσική τους να πλημμυρίζει από ψυχολογική φόρτιση και να είναι βαμμένη με τα μαύρα βερνίκια μιας '80s αισθητικής, δεν έμειναν στη φόρμα, αλλά ήξεραν καλά να καταστρώνουν υπέροχα τραγούδια.


33. Pulp - This Is Hardcore (1998)

Στη σύντομη έκρηξη της britpop, οι Pulp ήταν εκείνοι που έμοιαζαν πάντα οι λίγο πιο «ανένταχτοι» της όλης υπόθεσης. Είχαν μια κομψότητα που οπωσδήποτε έλειπε από τους φλεγματικούς Oasis ή τους τυπικά βρετανικούς Blur. Μουσικά, αυτή η κομψότητα μπορεί να υπήρχε ήδη από τα πρώτα, άγουρα αλλά με ένα «κάτι» άλμπουμ, φτάνοντας μέχρι τις ντίσκο, ανθεμικές μελωδίες-εγγύηση του (ελαφρώς) υποτιμημένου His ‘Ν’ Hers (1994) και φυσικά του Different Class (1995), του δίσκου-εισιτηρίου προς την κορυφή. Ήταν όμως το This Is Hardcore του 1998 που θα έθετε τον πήχη του έλεγκαντ και της μετρημένης ωριμότητας σε άλλη λίγκα. Ένας δίσκος που, ήδη σημειολογικά, από τα πρώτα εξωτερικά σημάδια, σε προκαλούσε να ασχοληθείς μαζί του. Κατ’ αρχήν, ήταν η αδιαμφισβήτητη σεξουαλικότητα του εξωφύλλου (έβαλε ο Peter Saville το χεράκι του)· κι έπειτα, αυτή ενισχυόταν από τον κοτσαρισμένο στη μέση τίτλο, που ήταν επαρκώς προβοκατόρικος από μόνος του. Δεν παύει να χορεύει ο Jarvis Cocker, απλά αλλάζει την χορογραφία. Τα άκρα του δεν μοιάζουν πια σαν λαστιχένια, αλλά οι κινήσεις του είναι μικρές, υπολογισμένες, σαν ένα κάλεσμα. Στο “Glory Days” θα υποστηρίξει πως υπάρχει ζωή και μετά τα 30 και οι αναφορές στο Αφεντικό δεν θα περιοριστούν μόνο στον τίτλο. Aυτό είναι ένα άλμπουμ συνειδητοποίησης. - Ελένη Τζαννάτου


32. Kendrick Lamar - To Pimp A Butterfly (2015)

Ο 27άχρονος ράπερ από το Compton του (νότιου) Λος Άντζελες επιδεικνύει ένα αδιαπραγμάτευτο, αγέρωχο δημιουργικό όραμα, στο οποίο το μπλέξιμο των ειδών γίνεται περίτεχνα και με ευφυΐα. Η οξυδέρκεια δηλαδή της δισκογραφίας του Flying Lotus συναντά τη μουσική παρακαταθήκη του George Clinton, ο D' Angelo του Voodoo συνομιλεί με τους Outkast του Aquemini και οι Goodie Mob συνδιαλέγονται με τον Bilal. H δε χιπ χοπ ιστορία της Δυτικής Ακτής των 1990s –με Ice Cube, Dr. Dre και 2Pac να συγκροτούν την αγία τριάδα– γυρνοβολά με τον υπέρτατο playa James Brown, καταλήγοντας στο σινεμά για blaxploitation ταινίες. Εδώ δεν υπάρχουν σύντομες διαδρομές και εύκολα μονοπάτια. Πρόκειται για τον δίσκο ενός νεαρού μαύρου πολίτη της (σύγχρονης) Αμερικής, ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο, παρουσιάζοντάς μας στην πορεία τη δική του οπτική/ερμηνεία της πραγματικότητας. Συντελείται έτσι μια επιστροφή στις ρίζες της μαύρης μουσικής, με ένα μήνυμα όμως εντελώς επίκαιρο, που πετάει φλόγες και τσουρουφλάει. Κι έχει επιπλέον σκοπό να δράσει ως αντίβαρο στο χιπ χοπ της επίπλαστης γκλαμουριάς, με την παρέλαση του ψεύτικου πλούτου στα βιντεοκλίπ. Πράγμα που ναι μεν κάνει το κοινό να ξεχνιέται, δεν άγει όμως και την ψυχή του. - Τάσος Μαγιόπουλος


31. The Verve - Urban Hymns (1997)

d_theverve

Αυτό το σύνολο πραγματικά καλοχτισμένων τραγουδιών δεν θα μπορούσε να βγει σε άλλη χώρα. Η υγρασία της βρετανικής πρωτεύουσας και τα μουντά χρώματά της βάφουν τη μουσική του Urban Hymns, που ενίοτε ροκάρει με στιλ αστού και άλλοτε παρασέρνεται σε ρετρό μπαλάντες επί του ηχητικού υποστρώματος όμορφων εγχόρδων. Ο Ashcroft βρίσκεται σε ερμηνευτική ρέντα και τα λέει όλα υπέροχα.


30. Queens Of The Stone Age - Songs For The Deaf (2002)

d_quuensofthestone

Τέλη 1990s και από τις στάχτες των πρωτεργατών του stoner ιδιώματος, Kyuss, προκύπτει ένα νέο γκρουπ ως συνεχιστής, οι Queens Of The Stone Age. 2002, δύο άλμπουμ μετά, κι ενώ το συγκρότημα ήδη τα πάει περίφημα, συμβαίνει το απροσδόκητο: ως άλλη dream team, η παρέα των Josh Homme, Nick Oliveri, Dave Grohl & Mark Lanegan ηχογραφεί αυτό που μέλλει να γίνει το –με διαφορά– καλύτερο stoner/heavy rock άλμπουμ της δεκαετίας. Songs For The Deaf! Η ενέργεια που έφερε η παρουσία του Grohl πίσω από τα τύμπανα, η ήδη δοκιμασμένη χημεία ανάμεσα στους τότε κολλητούς Homme & Oliveri και η σκοτεινή ποίηση του Lanegan αποτέλεσαν φονικό συνδυασμό, με εκρηκτικά αποτελέσματα. Ντυμένο με υποτιθέμενα ραδιοφωνικά αποσπάσματα σαν συνδετικούς κρίκους μεταξύ των περισσοτέρων τραγουδιών, το Songs For The Deaf πέτυχε να ταξιδέψει τον ακροατή σε ένα εναλλακτικό και επικίνδυνο μεταμεσονύκτιο road trip σε ερημικούς λεωφόρους, με 14 εκκωφαντικούς σταθμούς. Το ορμητικό “Millionaire” και τα κολλητικά “No One Knows” και “Go With The Flow” είναι μόνο οι υψηλότερες κορυφές ενός δίσκου γεμάτου με τέτοιες. - Άγγελος Γεωργιόπουλος


29. Portishead - Third (2008)

Γεμάτη αντιφάσεις η πορεία των Portishead, ήδη από τις πρώτες 2 κυκλοφορίες τους. Οι περισσότεροι άκουσαν το τρίτο τους στούντιο άλμπουμ με σκεπτικισμό, εν τέλει όμως εξέλαβε τόσους πολλούς επαίνους, ώστε δεν θα μπορούσε να μη συμπεριλαμβάνεται στα καλύτερα της δεκαετίας, για όποιον τουλάχιστον βλέπει σφαιρικά τη μουσική. Ανατρεπτικός δίσκος σε σχέση με τους προηγούμενους, το Third βασίζεται σε πειραματισμούς και ανακατέματα διαφορετικών ήχων και στυλ, καταφέρνει όμως να διατηρήσει την ιδιαίτερη ταυτότητα του συγκροτήματος, χωρίς να ξενίζει. Μην ξεχνάμε πως μεσολάβησε μια ολόκληρη δεκαετία από το Dummy (1994) –κι όποιος ισχυρίζεται ότι δεν έχει μεταβληθεί ούτε στο ελάχιστο μέσα σε μια δεκαετία ή είναι εκτός κόσμου ή απλά παίζει θέατρο. Από τον βιομηχανικό ήχο του “Machine Gun” μέχρι την κοριτσίστικη αθωότητα και τους ειλικρινέστατους στίχους του “Nylon Smile”, το Third παντρεύει trip hop με chill out και folk ακούσματα, με τη φωνή της Beth Gibbons να καθηλώνει ήδη από την εισαγωγή (“Silence”). - Νίνα Ποπώφ


28. Nick Cave And The Bad Seeds - Ghosteen (2019)

d_ghosteen

Στην ιρλανδική μυθολογία, η κατάληξη -een περιγράφει οτιδήποτε μικρό σε μέγεθος, ηλικία και κατατομή. Ghosteen είναι λοιπόν το μικρό φάντασμα, όπως και το αριστουργηματικό πόνημα της ιδιοφυΐας του Nick Cave. Ως καταληκτικό δε μέρος μιας δισκογραφικής τριλογίας, έρχεται να συμπληρώσει τον κύκλο που ξεκίνησαν τα Push Τhe Sky Away (2013) και Skeleton Tree (2016). Μια τριλογία που βρίσκει τους Nick Cave & Τhe Bad Seeds στην πιο ευάλωτη θέση που έχουν υπάρξει ποτέ, με το Skeleton Tree να είναι (κατά τη σύλληψή του) ένας μεταφυσικός προάγγελος του θανάτου του έφηβου γιου του Αυστραλού τραγουδοποιού. Εκεί λοιπόν που το Skeleton Tree και η μεταγραφή του υλικού του μετά το συμβάν βρίσκουν τον Cave με ένα μυαλό καταφαγωμένο από τα απομεινάρια αναμνήσεων, να περιφέρεται στην ερεβώδη ερημιά, το Ghosteen σκιαγραφεί την αγωνιώδη προσπάθεια ενός ανθρώπου να νικήσει την υπαρξιακή αγωνία που μας βασανίζει ως είδος· επιστρατεύει θρύλους, νανουρίσματα και βιβλικές ιστορίες, ώστε να βρει νόημα στο ανεξήγητο και να συμφιλιωθεί με το Τέλος. Ο Τζον Στάινμπεκ έγραψε ότι «είναι τόσο πιο σκοτεινά όταν ένα φως σβήνει, απ’ ό,τι θα ήταν αν δεν είχε λάμψει ποτέ». Και είναι ακριβώς αυτήν τη βαθιά σκοτεινιά που προσπαθεί να νικήσει ο Cave μέσα από το Ghosteen. Κι αν για εκείνον 11 τραγούδια μπορεί να γίνουν μικρά φωσάκια, που δείχνουν δειλά μια έξοδο από το άφατο σκοτάδι, για εμάς γίνονται φάροι, οι οποίοι ρίχνουν εκθαμβωτικό και λυτρωτικό φως σε ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί. - Δημήτρης Μεντές


27. Godspeed You! Black Emperor - Lift Your Skinny Fists Like Antennas To Heaven (2000)

Mέσα στον post-rock κουρνιαχτό, αν μπορούσε ένας δίσκος να χαρακτηριστεί μεγαλειώδης, αυτός είναι το Lift Your Skinny Fists Like Antennas To Heaven. Ήταν άλλωστε εκείνος που έδωσε τη μεγάλη ώθηση στην όλη υπόθεση, κάτι λιγότερο από μια δεκαετία έπειτα την επινόηση του είδους από τους δαιμόνιους Slint. Ο τρόπος με τον οποίον απλώνονται οι συνθέσεις, οι λυρικές, θορυβώδεις κορυφώσεις τους, τα φωνητικά samples, ο γλυκύτατα μελαγχολικός μονόλογος του “They Don’t Sleep Anymore On The Beach” ή ο σπαρακτικός του “Chart #3”, η πλούσια –αλλά σε καμία περίπτωση φλύαρη– ενορχήστρωση, όλα συνηγορούν στην «αριστουργηματοποίηση» του δίσκου. Η απόλυτη κορύφωση της δημιουργικότητας μιας ορχήστρας, το δικό της ικάριο ταξίδι προς την πηγή του φωτός και η παρουσία της σε σφαίρες ανώτερης μουσουργίας, έτσι όπως αποτυπώνεται στη συγκεκριμένη δουλειά, δικαιολογούν την (αναπόφευκτη) κατοπινή πτώση. Δεν είναι καθόλου εύκολο, βλέπετε, να κρατηθεί κανείς στο δικό του δημιουργικό Έβερεστ. Θα πρέπει να αισθάνεται τυχερός και μόνο που πρόφτασε να το αγγίξει. - Βαγγέλης Πούλιος


26. Muse - Absolution (2003)

d_absolution

Το τρίτο studio άλμπουμ μιας από της πιο αξιομνημόνευτες  μπάντες των ‘00s είναι αδιαμφισβήτητα και το breakthrough σημείο του Matt Bellamy και της υπόλοιπης παρέας του από το Devon – η στιγμή που οι Muse καβαλάνε το κύμα που τους οδηγεί στο κόκκινο χαλί της μεγάλης τους δόξας. Το “Time Is Running Out” μετακινεί τους δείκτες στο ακριβώς της ώρας για ένα νέο είδος rock performance, στην οποία οι Muse αποδεικνύονται αρχιμάστορες. Τραγούδια άριστης ποπ οικονομίας διασκεδάζουν την κριτική σε βάρος καλλιτεχνικού βερμπαλισμού που από την πρώτη μέρα αποτελεί στοιχείο της ταυτότητας της μπάντας. Θέματα προσιτά σε όλους μπλέκονται αριστοτεχνικά με επικές αφηγήσεις για τη ζωή, το θάνατο και τον πόλεμο. Το Absolution είναι η απόλυτη στιγμή που το show off των Muse αποδίδει καρπούς, σαγηνεύει τους πάντες και εμπνέει τις μπάντες που θα πρωταγωνιστήσουν στα αμέσως επόμενα επεισόδια να παίξουν το νέο ροκ παιχνίδι. - Τάνια Σκραπαλιώρη


25. PJ Harvey - Is This Desire? (1998)

d_pjharveyisthis

Το πιο στοχαστικό και προσωπικό άλμπουμ της PJ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μετά την ενθουσιώδη υποδοχή του To Bring You My Love που είχε προηγηθεί και την αποθεωτική περιοδεία που την τρόμαξε, επέστρεψε στο χωριό της και άρχισε να δημιουργεί ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε 3 χρόνια μετά. Εγκεφαλικό, ψυθιριστό, ποιητικό, "τρελούτσικο", χαμηλών τόνων, αλλά με ξεσπάσματα έντασης και όχι και πολύ φιλικό στο χρήστη, το Is This Desire? είναι ένας αποκαλυπτικός δίσκος που μας βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το απόμακρο ξωτικό. - Μάκης Μηλάτος


24. Interpol - Turn On The Bright Lights (2002)

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι το ντεμπούτο των Interpol στέκεται άνετα ανάμεσα στους καλύτερους δίσκους που μας έχει δώσει ποτέ η μητρόπολη της ροκ μουσικής, η Νέα Υόρκη. Μπορεί να μην ήταν ένα αμιγώς πρωτότυπο έργο, που να μοιάζει λες κι έρχεται από το πουθενά –όπως ήταν για παράδειγμα η Μπανάνα των Velvet Underground ή το Remain In Light των Talking Heads– ίσως όμως οι ομοιότητές του με το βρετανικό new wave να τονίστηκαν υπέρ το δέον. Όσο κι αν μοιάζει δηλαδή με Smiths το “Say Hello To The Angels”, όσο κι αν φλερτάρουν οι Interpol με τον ήχο των Joy Division και των Echo & The Bunnymen, οι συνθέσεις του Turn On The Bright Lights και το παίξιμο της μπάντας πρόδιδε μια ηχητική άσκηση με προσωπικότητα, τσαγανό και καλό γούστο. Εξ ου και αγκαλιάστηκε από ένα κοινό που δεν αφήνει ευκαιρίες να πάνε χαμένες, για το οποίο το στυλ και η ένταση συνδυάζονται περίφημα. - Μάνος Μπούρας


23. Franz Ferdinand - Franz Ferdinand (2004)

Ιδιαίτεροι μέσα στη μαζικότητά τους, ιδιόρρυθμοι μέσα στην απλότητά τους, έξυπνοι χωρίς να καταντάνε εξυπνάκηδες, Βρετανοί με έναν αμερικανικό αέρα coolness, διανοούμενοι χωρίς να απομακρύνονται από τις λαϊκές φόρμες στις οποίες γαλουχήθηκαν και μουσικά καινοτόμοι χωρίς να απομακρύνονται από τη μανιέρα της παραδοσιακής ποπ τραγουδοποιίας: οι Franz Ferdinand σήκωσαν την παντιέρα του New Rock Revolution των μέσων της δεκαετίας των ’00s, χωρίς να προδώσουν στο έπακρο καμία απ’ τις εκλεκτές τους επιρροές. Στο αξεπέραστο από κάθε άποψη ομώνυμο ντεμπούτο τους, κάθε ένα τραγούδι διαθέτει δική του προσωπικότητα και σου μιλάει στη δική του γλώσσα. Αυτό που κάνει, εντέλει, τους Franz Ferdinand τόσο sui generis δεν είναι (μόνο) οι μελωδίες, η παραγωγή ή το κονστρουκτιβιστικό τους artwork. Είναι η αύρα που βγάζουν προς τα έξω, πως όντως «they only work when they need the money»... - Κωνσταντίνος Τσάβαλος


22. DJ Shadow - Endtroducing… (1996)

djshadow

Ένας δαιμόνιος beatmaker, μόλις στα 20κάτι του, συνθέτει σε μορφή μουσικού κολάζ 63 λεπτά ψυχεδελικής hip hop (ορχηστρικής κατά βάση) μουσικής, που γονατίζει από jazz fanatics μέχρι metal κοινό. Καθοδηγούμενος από το marketing του James Lavelle και της Mo’ Wax, ο DJ Shadow έκανε τον κόσμο να αναρωτηθεί για το μέλλον της μουσικής, παρουσιάζοντας ένα αξεπέραστο άλμπουμ, βασισμένο εξ ολοκλήρου στα samples και σε ένα Akai MPc60. - Δημήτρης Λιλής


21. Air - Moon Safari (1998)

d_air

Είναι τόσο χρηστικά αγαπητός δίσκος και έχει απορροφηθεί τόσο απόλυτα από την pop κουλτούρα σαν απαραίτητο αξεσουάρ κάθε καθιστικού που σέβεται τον εαυτό του, που τείνουμε να ξεχάσουμε ότι πριν οι Air καβαλήσουν το γαλλικό τους καλάμι, έκαναν την απόλυτη έφοδο της electro-lounge στη mainstream μουσική σκηνή με αυτό το εκπληκτικό ανθολόγιο αιθέριων συνθέσεων, ειδικά προορισμένων για τους καναπέδες των διαγαλαξιακών ντισκοτέκ.


20. Daft Punk - Discovery (2001)

Εκεί στις αρχές τους, τα μασκοφόρα cyborgs από το Παρίσι κατάλαβαν ότι η dance δεν μπορεί να χαράσσει διαχωριστικές γραμμές. Χρειάζεται τα cheesy «ελαφριά» φωνητικά του “One More Time”, χρειάζεται το αεροδυναμικό κιθαριστικό σόλο του “Aerodynamic”, τα animation κονσεπτικά βιντεοκλίπ να απογειώνουν την εικαστική τους πρόταση, τις synth pop αναφορές του “High Life” και του “Face To Face”, την ανακουφιστική προσγείωση του “Veridis Quo”. Τελικά το Discovery δεν μπορείς να το βάλεις στο ίδιο dance ράφι με έναν «καθαρό» techno δίσκο της δεκαετίας. Είναι κάτι πιο σύνθετο και σαφέστατα πολυσυλλεκτικό. Αλλά εκπληρώνει πληρέστερα αυτόν καθαυτόν τον όρο «dance», απλά γιατί καθόρισε το πώς χορέψαμε στα '00s... - Παναγιώτης Μένεγος


19. Tool - Ænima (1996)

d_tool_aenima

Όπως είχαν πει, στόχος τους ήταν "να αντιπαραθέσουμε κάτι εναλλακτικό σε αυτόν τον απαράδεκτο μέσο όρο που επικρατεί και κάνει τη μουσική σκατά". Και τα κατάφεραν απολύτως... Οι Tool χρησιμοποίησαν τον ήχο του σκληρού ροκ αλλά με post punk προσέγγιση, με όλο το γκρουπ να αποδίδει εξαιρετικά όσον αφορά στο παίξιμο και δημιούργησαν ένα άλμπουμ που είναι πλέον το ίδιο κλασικό όσο τα πρώτα άλμπουμ των Black Sabbath ή των Led Zeppelin. - Μάκης Μηλάτος


18. Eminem - The Marshall Mathers LP (2000)

O Eminem μπήκε στη νέα δεκαετία αποδεικνύοντας όχι μόνο πόσο ικανός ράπερ είναι, αλλά και πόσο αμφιλεγόμενος. Με πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα από το ντεμπούτο του, μα συνεχίζοντας στην ίδια στιχουργική λογική –να αποδίδει δηλαδή τις κοινωνικές επενδύσεις πάνω του, μέσα από ιστορίες όπου μπερδεύονται τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Αυτή η κίνηση παρεξηγήθηκε έντονα, αλλά δεν εμπόδισε το Marshall Mathers LP απ’ το να θεωρηθεί κλασικό. Άλλωστε δεν αποτελεί έκφραση μισογυνισμού, ομοφοβίας ή άκριτης αποδοχής και προώθησης της καθημερινής αμερικάνικης υποκουλτούρας, όπως κατηγορήθηκε. Είναι μια καλλιτεχνική περιγραφή της «μέσης Αμερικής» από κάποιον που αναγνωρίζει ότι είναι προϊόν της, ενώ προσπαθεί πια να αντιληφθεί τον εαυτό του στην υπερ-ρεαλιστική Αμερική όπου (πλέον) κατοικεί. Έτσι το υπόστρωμα της παραγωγής, με τις μινιμαλιστικές χειρονομίες των Dr. Dre και Mel-Man, τις ενορχηστρώσεις των F.B.T αλλά και το sampling του The 45 King στο "Stan" επενδύουν απλώς σκηνές καθημερινότητας. Από την οικιακή βία, στις βιομηχανοποιημένες διασημότητες. - Θέμης Πέλλας


17. Lana Del Rey - Born To Die (2012)

Εκ πρώτης όψεως, το Born To Die είναι ένα χαρακτηριστικά αμερικάνικο mainstream άλμπουμ, το οποίο ξεκινά με έμφαση, προχωράει αργά και γνωρίζεις ότι στην πορεία μπορεί να χαλάσει ή να παραγίνει απαθές. Το κοντράλτο της Lana Del Rey δείχνει αρκετές φορές να εκτιμά την περαστική ιδέα, να επιλέγει ρυθμικά σχήματα, να χρυσώνει πίσω απ’ τα φλας μια μελαγχολία που το κάνει ν’ ακούγεται απροστάτευτο, να διαρρέει μέσα από μικρές ρωγμές την αδυναμία μιας ανωριμότητας. Υπάρχουν κομμάτια που 'ναι πραγματικά εξαιρετικά (“Born To Die”, “Video Games”) κι αρκετά άλλα που δεν πηγαίνουν πουθενά, λες και δεν αφέθηκαν ελεύθερα μα τοποθετήθηκαν εξαρχής εντός στενών πλαισίων κι επιταγών. Αυτό ακριβώς, ωστόσο, είναι και η ανθρώπινη πλευρά σε μια αδυσώπητη βιομηχανία. Κάνοντάς μας να υποψιαζόμαστε ότι, μακριά απ’ τα λεφτά του μπαμπά και τα αυτόγραφα στα καμαρίνια, ίσως η εικόνα να μη μένει απαστράπτουσα και η αίγλη της να φεύγει μαζί με το μέικ-απ. - Πάνος Πανότας


16. The Strokes - Is This It (2001)

Είναι δύσκολο να εκφράσει κάποιος αντικειμενική άποψη για τον δίσκο ενός γκρουπ που κοσμεί ακόμα με γιγαντοαφίσες το υπνοδωμάτιό του. Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την αξία του Is This It. Από την άλλη, η δράση του hype πάει πάντα πακέτο με αντίδραση. Κακά τα ψέματα, το ντεμπούτο των Strokes δεν άλλαξε τη μουσική, όπως συμβαίνει με τα σπουδαία άλμπουμ. Άλλαξε όμως τις μουσικές τάσεις και τη μόδα: από εκεί που οι μισοί έφηβοι άκουγαν χιπ χοπ και οι άλλοι μισοί nu metal, oι Strokes τους φόρεσαν ξανά σταράκια, έστησαν μικροσκοπικά ντραμς, απέφυγαν τα μεγάλα σόλο και έφεραν το ροκ στο προσκήνιο. - Βύρωνας Κριτζάς


15. Arcade Fire - Funeral (2004)

Θαρρείς το χωμάτινο υπογάστριο της γήινης βιόσφαιρας να ευθύνεται για ένα άνοιγμα ψυχής –τη γένεση της τέχνης· υπαιτιότητα άφατης αγάπης, αιμάσουσας απώλειας και μαζικής θνητότητας. Αναθαρρείς στην οργανική, απαγορευτικά εξωραϊστική επιδρομή τσέλου, βιόλας, πνευστών και φρενιασμένων δωδεκάχορδων: άλλοτε εμφορούμενη από τη βερολινέζικη εποποιία του David Bowie και άλλοτε ως δορυφόρος ελκόμενος από το μαγνητικό πεδίο των φωτεινών αστεριών Bruce Springsteen, Neil Young και Talking Heads, στις τέσσερις γειτονιές του οργανικά άυλου. Μακριά από indie μελωδικούς ολολυγμούς, ξένο προς εκούσιες λυτρωτικές του συρμού, μαζικά ευφορικό μα συνάμα σιδερόφραχτα προσωπικό, το Funeral ανταπαντάει στον συναισθηματικά (και ενίοτε λεκτικά) ανάπηρο μητροπολιτισμό μέρους της δεκαετίας, αρθρώνοντας διάφανο μουσικό λόγο ικανό να διατηρήσει άσβεστη και ζώσα την αίσθηση του κινδύνου και της περιπέτειας που διαπερνάει κάθε αυλάκι του άλμπουμ· από την αρχαϊκή chamber pop των “Une Annee Sans Lumiere” και “Crown Of Love” έως την κοινοβιακή έγερση σε δράση του “Wake Up”. Ίσως πλανητικός εκτροχιασμός: μια ματιά στο ύστερο μισό της δεκαετίας, μετέτρεψε αυτόν τον δορυφόρο σε ήλιο. - Ζαννής Βούλγαρης


14. Gorillaz - Gorillaz (2001)

d_gorillaz

Η αποθέωση της ποπ κουλτούρας. Συγκρότημα καρτούν, αισθητική μάνγκα, χαρακτήρες που λες και βγήκαν από την pulp fiction street culture και ήχο που συνδύαζε πολλά και διαφορετικά μουσικά ιδιώματα - κι όλα αυτά σε ένα side project. Το συγκρότημα-"φάντασμα" δικαιώθηκε αμέσως και οι άνθρωποι που φύσηξαν ζωή στα μονοδιάστατα σκίτσα (ο Damon Albarn και ο Jamie Hewlett δηλαδή) έβαλαν το γκρουπ στο ποπ πάνθεον του νέου αιώνα ήδη με το πρώτο άλμπουμ.


13. Radiohead - Kid A (2000)

Πες ό,τι θέλεις για τους Radiohead. Για ένα πράγμα πάντως δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις: ότι τα βήματα της καριέρας τους έγιναν βάση σχεδίου, με σκοπό να γίνουν αρεστοί, εμπορικοί και επιτυχημένοι. Κάποια απ' αυτά τα κατάφεραν –ίσως από τύχη, από πείσμα της μοίρας, από συνωμοσία του σύμπαντος; Το θέμα είναι ότι έκαναν πάντοτε εκείνο που ήθελαν, όσο παράδοξο και αντισυμβατικό κι αν ήταν, ενώ το ακροατήριό τους όχι μόνο ήταν εκεί για να τους αποθεώσει, αλλά μεγάλωνε κιόλας δίσκο με τον δίσκο! Το Kid A έμοιαζε βέβαια με εμπορική αυτοκτονία μετά από ένα OK Computer (1997), αποξένωσε πράγματι πολλούς με την πειραματική του άποψη, μα νικητές στο στοίχημα βγήκαν μόνο οι Radiohead. Ήταν ροκ το “Idioteque”; Τι δουλειά είχε ένα ambient σκίτσο σ’ έναν δίσκο τους; Αφελείς ερωτήσεις σαν κι αυτές έμειναν να βασανίζουν ακροατές οι οποίοι δεν μπορούσαν να κλείσουν απλά τα μάτια και να χαθούν στη μουσική που άλλαξε –για μία ακόμη φορά– το ροκ σκηνικό για τα '00s. - Μάνος Μπούρας


12. Green Day - American Idiot (2004)

d_greenday

Οι Green Day παραδίδουν εδώ ένα concept άλμπουμ: μια κραυγή οργής και απόγνωσης για μια χώρα που ζει σ’ ένα κλίμα καταπίεσης, υστερίας και παράνοιας, ενώ τρέφεται με τους ίδιους τους φόβους της. Παράλληλα η μουσική των Green Day παίρνει νέες διαστάσεις (συχνά επικές) και ακολουθεί νέες κατευθύνσεις (ένα μίγμα power pop/punk και metal – rock, με κάμποσες μελωδικές rock μπαλάντες αλλά και σχεδόν metal – progressive στροβιλισμούς). - Τάσος Βογιατζής


11. Blur - Blur (1997)

d_blur

Το άλμπουμ Blur, μαζί με το Parklife και το The Great Escape, αποτελούν μια "τριλογία" ευφρόσυνης και δημιουργικής ποπ αλά αγγλικά και φυσικά δεν είναι τυχαίο που αποφάσισαν να τιτλοφορήσουν αυτόν τον δίσκο με το ονομά τους, λέγοντας μας: "Αυτοί είμαστε τώρα". Κι αυτό γιατί εδώ κάνουν ένα βήμα μπροστά διευρύνοντας το μουσικό τους πεδίο προς πολλές κατευθύνσεις με noisy rock, αποφασιστικές κιθάρες, ηλεκτρονικούς πειραματισμούς και ψυχεδελικά φλερτ. Και όλα αυτά χωρίς να χαθεί η συνοχή και η μουσική ταυτότητα του συγκροτήματος. - Μάκης Μηλάτος


10. Daft Punk - Random Access Memories (2013)

Οι Daft Punk έβαλαν εδώ τον Moroder –τ' όνομά του είναι Giovanni Giorgio, μα όλοι τον φωνάζουν Giorgio– να αυτοβιογραφείται πάνω σε γκρουβαριστές prog pop συμφωνιέτες. Τον Paul Williams ανάμεσα σε θραύσματα ροκ όπερας και μεγαλειώδους ποπ αλαφρότητας, κατ’ ευθείαν απ' το κοινό κύτταρο των Beatles και των ABBA. Γαργαλάνε ρομποτικά την indie τυπικούρα της τραγουδοποιίας του Panda Bear και κολλάνε πυρετούς τον Julian Casablancas των Strokes. Και δεν πιάνω καν τα σουξέ του άλμπουμ και τα βραδινά κυνήγια της τύχης με τον Pharrell Williams... Όποιος πει για ντίσκο αφιερώματα και ρετροσπεκτίβες δεν έχει ακούσει ή τελοσπάντων ακούει για να επαληθεύσει την κουφαμάρα του. Άντε να συμφωνήσουμε ότι, γενικά, οι Daft Punk θα μπορούσαν ακόμα και σ' αυτό το πλαίσιο να γίνουν πιο τολμηροί, να το παίξουν λιγότερο σίγουρα σε πολλά σημεία. Ε και; Υπάρχει μια χρυσή ισορροπία ανάμεσα στο ανασύρω και στο ανατρέχω. Και οι Γάλλοι την αναγνωρίζουν στο Random Access Memories με όλη την πυκνή ελαφρότητα ενός μεγάλου ποπ άλμπουμ. - Διονύσης Κοτταρίδης


9. Arctic Monkeys - Whatever People Say I Am, That's What I'm Not (2006)

Οι Arctic Monkeys είναι η πιο αντιπροσωπευτική μπάντα της δεκαετίας αυτής: διάδοση μέσω ίντερνετ, βρετανικό hype, εκρηκτικό ντεμπούτο, χλιαρό δεύτερο άλμπουμ, αμφισβήτηση, side projects και ελευθερία. Το ντεμπούτο τους περιέχει απλά κιθαριστικά κομμάτια, τα οποία πατούν στη μακρά παράδοση του βρετανικού ροκ. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως οι στίχοι του Alex Turner καταφέρνουν να πουν με απλά λόγια το τι συμβαίνει. Μιλούν λοιπόν για το τέλος του ρομαντισμού (“A Certain Romance”), την αφέλεια των αστυνομικών (“Riot Van”), τη δειλία των αγοριών να φλερτάρουν (“Dancing Shoes”), την εκμετάλλευση των γυναικών από καθίκια (“When The Sun Goes Down”), τη σαχλή ματαιοδοξία των νέων γκρουπ (“Fake Tales Of San Fransisco”) και φυσικά για τη μαγεία του νεανικού έρωτα. Οι ίδιοι αρνήθηκαν υποδειγματικά το ανούσιο σταριλίκι, ντύθηκαν σαν παιδιά της ηλικίας τους και της γενιάς τους και κράτησαν τα προσωπικά τους για εκείνους. Γι’ αυτό και ξεχώρισαν. - Βύρωνας Κριτζάς


8. Placebo - Without You I'm Nothing (1998)

d_placebo

Είχε μια ανεπανάληπτη (και για την ίδια την τριάδα, όπως απεδείχθη) μανία αυτός ο δίσκος. Ο Molko προσπάθησε να χωρέσει σε έναν δίσκο όλες τις παραφυάδες που μπορούν να ξεπεταχτούν από τον κορμό όχι μόνο της ερωτικής αλλά και της γενικότερης κοινωνικής ζωής. Με μια μπερδεμένη παραγωγή που ναι μεν ανέδειξε το "Pure Morning" παγκοσμίως αλλά έδινε τραχιές κιθάρες σε άλλα σημεία, ο δίσκος αυτός πέρασε από χίλια κύματα μέχρι να ολοκληρωθεί και τους έκανε αγαπητούς σε ένα μεγάλο μέρος του εναλλακτικού rock ακροατηρίου. Και όχι άδικα, καθώς περιείχε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια της καριέρας τους. Οι ίδιοι δεν μπόρεσαν ποτέ να φτάσουν ξανά στο πολύ υψηλό επίπεδό του.


7. System Of A Down - Toxicity (2001)

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η επανάσταση στον μεταλλικό χώρο ήρθε από τη Βραζιλία και τους αδερφούς Cavallera. Και δεν είναι τυχαίο ότι ναι μεν αμερικάνικη μπάντα οι System Of A Down, αλλά ήταν η χρήση της αρμένικης ρίζας τους (από τους ίδιους) ως κείμενο διαφοροποίησης, μαζί με έναν περήφανο φυλετισμό, που τους κατέστησαν συγκρότημα το οποίο έβαλε βουλοκέρι Τοξικό στις αρχές του καινούριου αιώνα. Έτσι, με οδηγό την α-λα-Peppers παρακαταθήκη, ξεκίνησαν να ανατινάζουν την ανατολική ακτή παρέα με τον Rick Rubin αμέσως μετά το σβήσιμο της κονσόλας του Californication (1999), ανεβάζοντας το σήμα τους στο εξώφυλλο και στον λόφο του Χόλιγουντ και αφαιρώντας το funk –διότι, έχοντας ευρωπαϊκή ρίζα, θεώρησαν ότι η Αμερική έπρεπε να ανακαλύψει εκ νέου τις δικές της ρίζες. Είτε στην ηχητική του στόματος (τουτέστιν «θα καταλάβετε όλοι ότι έχω αρμένικη ρίζα»), είτε στις κοφτές ενορχηστρώσεις, οι οποίες ουσιαστικά συμβόλισαν την έτσι κι αλλιώς βίαιη ιστορικοποίηση και ιστορικότητα αυτού του κράτους (και όχι έθνους). - Στυλιανός Τζιρίτας


6. Prodigy - The Fat of the Land (1997)

d_prodigy

Αρκετά punk -για να ικανοποιήσει και τους fans του σκληρού ήχου- το The Fat of the Land είναι στον πυρήνα του ο post rave δίσκος που οι Prodigy δεν κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν. Ο Liam Howlett μπορεί, μεταξύ άλλων, να καμαρώνει και για την άψογη χρήση sample στα περισσότερα από τα κομμάτια, αλλά κυρίως για το ότι ο συγκεκριμένος δίσκος συνέστησε μέρος της electronica στο αμερικάνικο κοινό. Ελέω "Firestarter", το Fat Of The Land ξαναμοίρασε την τράπουλα και τίποτα ίσως δεν το αποδεικνύει καλύτερα από την πρωτοφανή του επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες, την αγορά-προπύργιο της ροκ αισθητικής κατά τα 1990s, που έθεσε αποτελεσματικό φραγμό στην παγκοσμιοποίηση της βρετανικής electronica: η ιστορία έγραψε πως ήταν το μοναδικό ηλεκτρονικό άλμπουμ εκείνης της γενιάς που όχι μόνο πούλησε σε ογκώδη νούμερα (έγινε διπλά πλατινένιο, σε εποχές κατά τις οποίες τέτοιες διακρίσεις είχαν αληθινό εκτόπισμα), μα θρονιάστηκε και στο #1 του Billboard.


5. David Bowie - Blackstar (2016)

Απαντήσεις πολύ συγκεκριμένες, μην περιμένετε: αυτή είναι και η μεγαλύτερη δύναμη του Μαύρου Άστρου. Το πώς κυλάει δηλαδή από έναν David Bowie που δείχνει να έπαθε Scott Walker ή που τριπάρει σε δομές έτοιμες για ακομπλεξάριστη συνομιλία με τη μοντέρνα πλευρά της τζαζ, σε έναν Bowie ο οποίος ναι μεν δεν ποιεί πια rock 'n' roll, μα ενίοτε τραγουδάει με έναν τρόπο αν μη τι άλλο αναγνωρίσιμο σε όσους εντρύφησαν στα μεγαλεία του. «Everybody knows me now», λέει κάπου στη μέση του δίσκου, «I've got nothing left to lose». Και μας απέδειξε με τον πλέον πειστικό τρόπο πόσο τελεσίδικα το εννοεί... Ο ενθουσιασμός του, η δίψα να ξεφύγει από το παρελθόν, η ανάγκη να δει πώς μπορεί να μοιάζει το αύριο τώρα που ο δικός του χρόνος έφτασε στο Τέλος, ξύπνησαν ξανά μέσα του το Θηρίο του μεγάλου καλλιτέχνη. Οδηγώντας τον σε μια σπουδαία χειρονομία –rock 'n' roll στην ουσία της, κι ας μην επικαλείται πια τη μορφολογία αυτού. Γιατί πολλοί αναρωτιούνται για τη Ζωή στον Άρη, πολλοί γοητεύονται στην προοπτική, μα λίγοι θα πάρουν ένα διαστημόπλοιο να πάνε εκεί και να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο. - Χάρης Συμβουλίδης


4. Moby - Play (1999)

d_mobyplay

Eκλεκτικός όπως πάντα, funky όσο ποτέ, με blues χρώματα, κάμποσες gospel πινελιές, λυρισμό και ambient ατμόσφαιρες (ειδικά στο δεύτερο μισό του). Oλα αυτά ζυμώνονται εδώ πανέμορφα με τη βοήθεια ενός μοναδικού μελωδικού πυρήνα, και της αγάπης του Moby για τις φωνές των αρχών του 20ού αιώνα. Fatboyslim-ίζοντα κομμάτια, υπνωτιστικές μπαλάντες, κινηματογραφικός ήχος, rap, beats, υπάρχουν εδώ. Με κομμάτια, όπως το "Honey", που σε στέλνει σε προ-1945 αφρικανοαμερικάνικες μουσικές, το "Find My Baby" με κολλητικές ορχηστρικές γεύσεις και κλασικές dancefloor σειρήνες, και το "Porcelain" - ένα κατευναστικό, ατμοσφαιρικό, λυρικό tune από αυτά που απαρτίζουν την πλειοψηφία του Play, ή το "Why Does My Heart Feel So Bad", ένα παράπονο, αλλά και ωδή παράλληλα στην καθαρτήρια λειτουργία της θλίψης - που αποτελεί και το βασικό άξονα των νέων πονημάτων του Moby. Gospel φωνητικά, μοναδική ατμόσφαιρα, και δάκρυα στα μάτια. - Τάσος Βογιατζής


3. Massive Attack - Mezzanine (1998)

d_massiveattackmezzanine

Με τον Tricky να αποτελεί παρελθόν για τη μπάντα, οι υπόλοιποι τρεις Massive Attack μεταμορφώνουν τον ήχο τους σε κάτι πιο σκοτεινό, λιγότερο ρυθμικό και περισσότερο βασισμένο στα samples. Οι φιλοξενούμενοι τραγουδιστές κάνουν τη διαφορά εδώ, όπως και το ψυχρό στυλιζάρισμα του ήχου. Εντυπωσιακή δουλειά που έχτισε στιβαρά το όνομα του οχήματος που την υπογράφει.


2. Amy Winehouse - Back To Black (2006)

Μέσα σε 3 χρόνια από την κυκλοφορία του ντεμπούτο της (2003), η Amy Winehouse κατάφερε να γίνει η αγαπημένη των απανταχού ταμπλόιντ –και δη των βρετανικών– να εθιστεί ακόμα περισσότερο στην κόκα και να σαρώσει τα βραβεία Grammy στην 50η τελετή. Το 2006 το Back To Black έσκασε σαν βόμβα στα ραδιόφωνα, στα καφέ, στα κλαμπ, στο αυτοκίνητο, στο σπίτι, στο δρόμο. Παντού. Η λευκή 23άχρονη Αγγλίδα με τη soul φωνή ήξερε καλά να μεταμορφώνει τις αμαρτίες και τα πάθη της σε μουσική. Και το κάνει πολύ καλά σε όλο αυτό το άλμπουμ. Σύγχρονη soul με τη μαγεία της παλιάς Motown, με την πολύτιμη παρουσία στην παραγωγή των Mark Ronson & Salaam Remi· και φυσικά με την αψεγάδιαστη ερμηνεία της Winehouse να δίνει ρέστα. Η Etta James των zeros –όπως πολλοί τη χαρακτήρισαν– δίνει ηχηρό φιλί της ζωής σε ένα μουσικό είδος που για χρόνια έδειχνε κομματάκι χλωμό. - Όλγα Σκούρτη


1. Radiohead - Ok Computer (1997)

d_radioheadokcomputer

Μετά την κυκλοφορία του The Bends, ολόκληρος ο κόσμος φαινόταν έτοιμος να κατακτηθεί από αυτή την παρέα απ' την Οξφόρδη. Ο δίσκος είχε κερδίσει τον τίτλο του μικρού αριστούργηματος, το τραγούδι τους “Creep” είχε καταχωρηθεί στις κλασικές ποπ στιγμές και οι σκηνές των σταδίων δεν τους ήταν καθόλου άγνωστες. Το ότι έκαναν το επόμενο μεγάλο βήμα για να γίνουν μία απ 'τις μεγαλύτερες ροκ μπάντες δεν είναι αυτό που τους κάνει να ξεχωρίζουν, όσο η επιλογή τους να το κάνουν με έναν εντελώς δικό τους τρόπο. Το υλικό που έγραψαν για να αποτελέσει το OK Computer ήταν τόσο βαθιά συναισθηματικό, τόσο διαβολικά έξυπνο και τόσο πρωτοποριακά συναρμολογημένο και ηχογραφημένο, ώστε ελάχιστοι ήταν εκείνοι που μπόρεσαν να του αντισταθούν. Τουλάχιστον τα μισά του κομμάτια θα μείνουν για πάντα αποτυπωμένα στη μνήμη κάθε αξιοσέβαστου ροκ ακροατή (“No Surprises”, “Karma Police”, “Paranoid Android” κ.α.), ενώ από εκεί και πέρα υπάρχει ανεξάντλητος πλούτος μουσικών και στιχουργικών ιδεών προς εξερεύνηση, για γνωρίζοντες και μη...


Απολαύστε τα εδώ, στις εκπομπές του Μάκη Μηλάτου:


Διαβάστε ακόμα:

Τα κορυφαία ελληνικά άλμπουμ της 25ετίας, όπως τα ψήφισαν οι αναγνώστες του Avopolis

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured