search

ΑΡΘΡΑ

Ένας ηχητικός κόσμος που δεν γεφυρώνει ακριβώς την Ανατολή με τη Δύση, αλλά λειτουργεί σαν εποικοδομητικό πολιτισμικό σαφάρι της Ευρώπης, η οποία κατηφορίζει στην Αφρική...

«Ένας ενοποιημένος πρωτόγονος και φουτουριστικός ήχος, που συνδυάζει world στοιχεία με προηγμένες ηλεκτρονικές τεχνικές». Έτσι ορίζει ο ίδιος ο Jon Hassell τη μουσική του Tέταρτου Kόσμου. Αυτή, όμως, θα ήταν απλά μια εξόφθαλμη μετάφραση όσων ακούγονται στη συνεργασία του avant-garde τρομπετίστα με τον «μπαμπά» της ambient, Brian Eno.

Προσπαθήστε να κάνετε μόνοι σας ένα πείραμα. Βάλτε να ακούσετε τον δίσκο σβήνοντας για λίγο από τη μνήμη σας την οποιαδήποτε πληροφορία έχετε γι’ αυτόν. Προσπαθήστε να κατατάξετε από πού προέρχεται, χωρικά και χρονικά.  Μπορείτε να καταλάβετε από το ιδιοσυγκρασιακό του τοπίο ότι ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη; Ότι προέρχεται από δύο μουσικούς της Δύσης, και ότι απαρτίζεται –κατά κύριο λόγο, αλλά όχι μόνο– από Δυτικούς επί μέρους συντελεστές; Ότι όλα αυτά έλαβαν χώρα στο πρώτο έτος της δεκαετίας του 1980;





Μπορεί να εικάζετε αρκετά από τα παραπάνω και να σας μοιάζουν πιθανά, πάντως ο δίσκος δεν δηλώνει απροκάλυπτα την καταγωγή του. Αντιθέτως, λειτουργεί σαν πέπλο επί μέρους αναφορών που, όλες μαζί, αποτελούν τα υλικά τα οποία βράζουν ομοιογενώς στο καζάνι του μινιμαλισμού, προτείνοντας μια αισθητική. Ναι, περισσότερο μια ενιαία αισθητική, παρά μια διάθεση παρουσίασης ξέχωρων συνθέσεων, που αναζητούν το άστρο τους.

Ή μήπως να λέγαμε «χημεία»; “Chemistry” άλλωστε ονομάζεται και το εναρκτήριο κομμάτι, το οποίο φροντίζει να δείξει με συνοπτικές διαδικασίες τη στόφα αυτού του έργου. Η τρομπέτα του Hassell σχεδόν απογυμνώνεται από την αρχική της ιδιότητα και το πνιχτό του παίξιμο τη μεταμορφώνει σε ένα άτυπο ντιτζεριντού. Το μπάσο δίνει τη ραχοκοκκαλιά της σύνθεσης και παίρνει σχεδόν τον ρόλο κρουστού με τη δια χειρός Percy Jones ρυθμική λούπα. Και το ηλεκτρονικό φόντο –σταυροβελονιά του Eno– λειτουργεί ανεπαίσθητα: περισσότερο σαν να θέλει να αποπλανήσει τον ακροατή, παρά να εξωτικοποιήσει εκείνο που ακούει.



Στο “Delta Rain Dream”, όμως, ο «παχύς» ηλεκτρονικός ήχος αναλαμβάνει πιο φανερά τα ηνία, συνομιλώντας ακόμη πιο έντονα με την τρομπέτα: κάπως έτσι θα ακούγονταν οι Boards Of Canada, αν αποφάσιζαν να πάρουν στα χέρια τους έναν χάρτη κι έβαζαν πινέζες στην Αφρική ως «must visit» προορισμό. Το ζωντανά ηχογραφημένο “Griot”, πάλι, εισάγει μια σωματικότητα, χρησιμοποιώντας παλαμάκια για κρουστά, ενώ η τρομπέτα του Hassell κινείται με φρενήρη ελευθερία. Λες κι ο μουσικός είναι ο βεζύρης ο οποίος προσπαθεί να αφυπνήσει κάποιο ανατολίτικο τζίνι που κρύβεται στο πιθάρι. Τέλος, στο "Ba-Benzélé" τα congos στέκονται απέναντι από τα synths κι αλληλοσυμπληρώνονται.

Αν θέλετε να μάθετε τι ακριβώς βλέπουμε στο εξώφυλλο δεν έχετε παρά να αποκρυπτογραφήσετε τις συντεταγμένες του τίτλου του "Rising Thermal 14° 16' N; 32° 28' E" –ή και τούμπαλιν. Είναι το Χαρτούμ, η πρωτεύουσα του Σουδάν. Στο μεταξύ, η επαναληπτικότητα της τρομπέτας μοιάζει σαν μια άσκηση εισπνοής/εκπνοής που λειτουργεί εισαγωγικά για το τελευταίο 20άλεπτο του δίσκου (ή απλά τη δεύτερη πλευρά, αν μιλάμε για το βινύλιο), το οποίο ανήκει εξ’ ολοκλήρου στο "Charm (Over 'Burundi Cloud')". Μια συνεχής επανάληψη, εμποτισμένη από στοιχεία που δεν μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά αλλά δίνουν ραντεβού σε μια γωνία κι αγκαλιάζονται, σε ένα στιγμιότυπο βασισμένο σε συνθέσεις από το δισκογραφικό ντεμπούτο του Hassell, Vernal Equinox (1978). Κάπως έτσι, ξεκλειδώνεται και ο γρίφος πίσω από το «possible» στον τίτλο του άλμπουμ: έχουμε εδώ μια νύξη υπέρ μιας παγκόσμιας εγκεφαλικής μουσικής

64ffPsRC_2.jpg

Στο Fourth World, Vol. 1: Possible Musics, οι Hassell και Eno συλλαμβάνουν λοιπόν έναν ηχητικό κόσμο που δεν γεφυρώνει ακριβώς την Ανατολή με την Δύση, αλλά λειτουργεί σαν εποικοδομητικό πολιτισμικό σαφάρι της Ευρώπης, η οποία κατηφορίζει στην Αφρική. Όμως οι μουσικοί δεν φεύγουν από το ταξίδι τους με κάποια λεία, παρά γίνονται συνδετημόνες σε ένα τραπέζι όπου για κυρίως πιάτο σερβίρεται ένα (πολυ)πολιτισμικό χωνευτήρι.

Την ίδια χρονιά (1980), ο Hassell συμμετέχει και στο Remain In Light των Talking Heads, την παραγωγή του οποίου αναλαμβάνει ο Eno. Ήταν ένας δίσκος που έκανε τον αφρικανικό ήχο εκφραστικό μέσο ενός νευρωτικού new wave, με αποτελέσματα υψηλής ποπ ευφυΐας. Έναν χρόνο αργότερα, ο David Byrne επιδόθηκε μαζί με τον Eno στην αχαλίνωτη world sampledelia του My Life In The Bush Of Ghosts με αποτελέσματα αμφιλεγόμενα, παρά την πολλά υποσχόμενη σύλληψη. Για να έρθει 6 χρόνια αργότερα ο Paul Simon με το Graceland και να βάλει το worldbeat σε εκατομμύρια σπίτια της Δύσης, όπως μαρτυρούν οι πωλήσεις.

Όμως εκείνο που άνοιξε τον δρόμο για τους μουσικούς νομάδες του κόσμου ήταν το Fourth World, Vol. 1: Possible Musics. Θέτοντας, συν τοις άλλοις, τον πήχη πολύ ψηλά, «blessing the rains down in Africa».