search

CINEMA FEATURES

Ο Γιος της Σοφίας της Ελίνας Ψύκου γέμισε το Ολύμπιον με το όραμά του, καθώς οι καλύτερες ταινίες άρχισαν σιγά-σιγά να ξεχωρίζουν...

Από τη μία η Θεσσαλονίκη υποδέχεται τον περισσότερο κόσμο της στα μέσα της εβδομάδας, όταν και το τμήμα της Αγοράς ξεκινάει χαλαρά για να καταλήξει να ηγείται των παράλληλων τμημάτων του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της πόλης. Από την άλλη, τα στόματα ξεχωρίζουν σιγά-σιγά τις καλύτερες ταινίες για όσους εδώ βρίσκονται υπό διαρκές τρέξιμο ανάμεσα σε αίθουσες και χρειάζονται έναν μπούσουλα. Εμείς συνεχίζουμε τη στενή παρακολούθηση των ελληνικών ταινιών στο ενισχυμένο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, που το τελευταίο τριήμερο έριξε τα καλύτερα χαρτιά του.

Ο Γιος της Σοφίας της Ελίνας Ψύκου, ήδη βραβευμένος με το μεγάλο βραβείο στην Tribeca, είναι μακράν η καλύτερη ελληνική ταινία εδώ και γέμισε το Ολύμπιον με το όραμά του. Η ιστορία του 11χρονου Μίσα, από τη στιγμή που αναγκάζεται να έρθει από τη Ρωσία στην Ελλάδα (δηλαδή το καλοκαίρι του 2004) για να βρει τη μητέρα του -η οποία του κρατάει κρυφό τον γάμο της με έναν ηλικιωμένο- μέχρι να ολοκληρωθεί η βιαιότατη πορεία του προς την ενηλικίωση, γίνεται στα χέρια της Ψύκου (“Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά”) ένα σκληρό παραμύθι που διακόπτεται από (ημι;)ονειρικές σκηνές-αριστουργήματα, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Μίσα ξεφεύγει από τον εφιάλτη της πραγματικότητας και αναζητά τον εαυτό του.

61zA_1.jpg

Στην οθόνη, γνώριμοι ήρωες: η «ξένη» που παντρεύεται τον ηλικιωμένο και για την οποία πάντα είχε μια αιχμηρή άποψη ο ελληνικός μικροαστισμός, και ο ηλικιωμένος κύριος Νίκος, φιγούρα βγαλμένη κατευθείαν από τις αναμνήσεις όσων μεγάλωναν στα 1970s με τον Παραμυθά του Νίκου Πιλάβιου. Ήρωες έτοιμοι να συγκρουστούν απλώς γιατί δεν προσπάθησαν να καταλάβουν καλύτερα ο ένας τον άλλο, γιατί και οι τρεις έχουν καλές προθέσεις, μα τελικά κόβουν ο ένας την ανάσα του άλλου. Οι σπουδαίες ερμηνείες των Βάλερι Τσεπλάνοβα, Βίκτορ Κόμουτ & Θανάση Παπαγεωργίου καταχειροκροτήθηκαν μετά την προβολή, όπως και η ίδια η Ελίνα Ψύκου που, κατά τη διάρκεια του Q&A και σε ερώτηση Βούλγαρου συναδέλφου για το πώς προέκυψε η συμπαραγωγή με τη Βουλγαρία, έβγαλε έναν ταραγμένο λόγο για τη δυσκολία του να είσαι κινηματογραφιστής στην Ελλάδα των 2 και των 3 χρόνων αναμονής για μια απάντηση από τους χρηματοδοτικούς φορείς της χώρας.



Too Much Info Clouding Over My Head είναι ο τίτλος της πρώτης ταινίας του Βασίλη Χριστοφιλάκη, μιας κωμωδίας για τα προβλήματα ενός νέου σκηνοθέτη, ο οποίος προσπαθεί να πετάξει την ταμπέλα του trash που του κόλλησε από την πρώτη ταινία του, ένα καλτ b-movie με ναζί ζόμπι που ερωτεύονται γκέι ρομπότ(!!), και να σκηνοθετήσει αυτό που ο ίδιος(;) θεωρεί πως μπορεί να τον βάλει για τα καλά στον χάρτη αλλά στην πραγματικότητα δεν τον ενδιαφέρει καθόλου.

61zA_2.jpg

Μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, ένα ολόφρεσκο ασπρόμαυρο διαμαντάκι που γοητεύει με την ειλικρίνειά του και είναι ανά στιγμές ξεκαρδιστικό, θυμίζοντας τόσο Clerks (1994, σκηνοθεσία Κέβιν Σμιθ), όσο και Γούντι Άλεν, δύο ευρείες επιρροές τις οποίες ο Βασίλης Χριστοφιλάκης δεν αρνήθηκε σε αντίστοιχη ερώτηση κατά τη διάρκεια του Q&A της ταινίας.



Με το φεστιβάλ παραδοσιακά να παρουσιάζει ένα ελληνικό πρόγραμμα κατά το οποίο στην προσπάθεια για πολυφωνία και βήμα σε νέους δημιουργούς συμπεριλαμβάνει πολλές ταινίες που δεν θα έβλεπαν ποτέ αίθουσα και θυμίζουν περισσότερο πολύ ερασιτεχνικές προσπάθειες, οι φετινές εκπλήξεις είναι παραπάνω από ευχάριστες. Τόσο η Ρόζμαρι του Άδωνι Φλωρίδη, όσο και Η Τέχνη Καταστρέφει του Νίκου Κορνήλιου κέρδισαν τις εντυπώσεις και χειροκροτήθηκαν αμφότερα.

61zA_3.png

61zA_4.jpg

Η Ρόζμαρι, κυπριακό θρίλερ για την όλο και μεγαλύτερη εισβολή ενός επιτυχημένου σεναριογράφου της τηλεόρασης στη ζωή μιας οικογένειας προκειμένου να αντλήσει υλικό για την καθημερινή σαπουνόπερα που γράφει και προβάλλεται σε υψηλή τηλεθέαση, κερδίζει από το πρώτο πλάνο το θεατή. Εδώ έχουμε να κάνουμε ξεκάθαρα με έναν κινηματογραφιστή, σοβαρότατο γνώστη των κανόνων του σασπένς, που σιγά σιγά ξετυλίγει ένα οικογενειακό δράμα που κρύβει μυστικά.
μέχρι το τελευταίο λεπτό.



Στην ταινία Η Τέχνη Καταστρέφει, ένας διάσημος ηθοποιός μετά από απουσία χρόνων λόγω μιας περιπέτειας υγείας προτείνει στις δυο κόρες του το ανέβασμα του “Μάκβεθ” ως παράσταση για τρεις ρόλους, όμως στη διάρκεια των προβών η ταυτότητα του καλλιτέχνη δίνει τη θέση της στο ρόλο εντός της οικογένειας με σκληρές αλήθειες να τραυματίζουν τους ήρωες και να οδηγούν στην καταστροφή του τίτλου. Ο Κώστας Αρζόγλου και η Aurore Marion, πραγματική κόρη του ηθοποιού, μοιράζονται ηλεκτρισμένες σκηνές τόσο από τις πρόβες της παράστασης (σκηνοθετημένες με μια υπόγεια ένταση που παρασύρει) όσο και όταν “δεν κάνουν θέατρο” και πληγώνουν με κάθε τρόπο στην προσπάθειά τους να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο.



Δυστυχώς, δεν μπορούμε να μοιραστούμε τον ίδιο ενθουσιασμό για τους Ιερόσυλους (εδώ) της Μάρσας Μακρή, μια ταινία που σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα δεν δίνει απαντήσεις αλλά αρκείται σε ένα παιχνίδισμα στην αφήγηση, πράγμα που στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι εξουθενωτικό και χάνει κάθε ενδιαφέρον. Η Λουκία Μιχαλοπούλου προσπαθεί αλλά είναι ολομόναχη.

61zA_5.jpg

Με λίγο διαφορετικό τρόπο το The Ox του Γιώργου Νικόπουλου είναι επίσης μια παραφωνία στο φεστιβάλ, ένα αβάν γκαρντ live action animation που, παρά τη μια ώρα διάρκειάς του και την εικαστική του τελειότητα, κουράζει γιατί πολύ απλά δεν απευθύνεται στο κοινό ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ, είναι δυσανάγνωστο και απαιτητικό. Χαρακτηριστικά, στη δημοσιογραφική προβολή που ξεκίνησε με πολλούς και τελείωσε με πολύ λιγότερους, συζητιόταν μεταξύ σοβαρού και αστείου η ευτυχής ύπαρξη μιας σαφούς περίληψης στο βιβλίο-οδηγό του φεστιβάλ. Για την ιστορία, πρόκειται για έναν ύμνο στην ανατροπή της εξουσίας, μέσα από την ιστορία των ηλικιωμένων κατοίκων ενός φανταστικού τόπου που ζουν φοβισμένοι και υπό το ζυγό της. Η ταινία είχε αποτελέσει έκπληξη μόνο από την ανακοίνωση της συμμετοχής της στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα.



Στα υπόλοιπα τμήματα συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε, δυστυχώς πολύ επιλεκτικά λόγω χρόνου, μερικά από τα αριστουργήματα που διάλεξε ο Ευθύμης Φιλίππου στον οποίο το φεστιβάλ έδωσε μια λευκή κάρτα επιλογής 10 ταινιών, μεταξύ των οποίων η Συνομιλία του Φράνσις Φορντ Κόπολα, το Στάσου Πλάι Μου του Ρομπ Ράινερ, ο Βασιλιάς για μια Νύχτα του Μάρτιν Σκορσέζε και η Φωτογραφία του Νίκου Παπατάκη (σε προβολή με πολλά τεχνικά προβλήματα - δυστυχώς γι’αυτό το ακριβοθώρητο αριστούργημα). Η επιλογή του Ολύμπιον κατά βάση έδωσε άλλο αέρα στο αφιέρωμα που μέρα με τη μέρα έβλεπε και περισσότερο κόσμο να ψάχνει τα 10 διαμάντια του Φιλίππου σε πρωινές προβολές. Θυμίζουμε ότι το φεστιβάλ συνεχίζει να προσφέρει δωρεάν είσοδο σε άνεργους και φοιτητές σε όλες τις πρωινές και μεσημεριανές προβολές, κρατώντας το δεκαήμερο ζωντανό από το πρωί ως το βράδυ.

61zA_6.jpg

Από τις ταινίες που προβάλλονται εδώ στα παράλληλα τμήματα ξεχωρίσαμε το Sweet Country του Warwick Thornton, βραβευμένο και στη Βενετία φέτος με το ειδικό βραβείο της επιτροπής. Πρόκειται για ένα αυστραλιανό γουέστερν, πιστότατο στην παράδοση, που μιλάει για την αδικία μέσω μιας όχι και τόσο πρωτότυπης (κινηματογραφικά και στην αντιστοιχία της με την πραγματικότητα) ιστορίας: ένας μεσήλικας Αβορίγινας εργάτης σε ένα αυστραλιανό χωριό των 20s σκοτώνει πάνω σε άμυνα έναν νεοφερμένο λευκό στον οποίο δανείζει τις υπηρεσίες του και ο οποίος σε ένα ρατσιστικό παραλήρημα απειλεί να τον σκοτώσει. Για να αποφύγει την κρεμάλα, ο εργάτης και η γυναίκα του θα το σκάσουν στην έρημο και θα προσπαθήσουν να ξεφύγουν από όσους τους καταδιώκουν.

Η επαρχία και η έρημος καδράρεται υποδειγματικά από τον Θόρντον, παράδοξα ασφυκτικά μερικές φορές και η ιστορία σιγοκαίει όπως ο ήλιος πάνω από τα κεφάλια των φυγάδων. Υπνωτιστικό, το Sweet Country είναι ικανό να τινάξει τους θεατές από τα καθίσματα ανά στιγμές, όμως πρώτιστα ενδιαφέρεται να μιλήσει για την στρεβλωμένη ηθική και τον αμοραλισμό, όπως αυτοί έθεσαν τα πρώτα κεφάλαια της νέας Δύσης - αλλά και όχι μόνο.