search

CINEMA FEATURES

Η Σοφία Κόπολα επιστρέφει με μια καλλιγραφική ταινία, που απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Καννών...

Η σεξουαλικότητα είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου στην νέα ταινία της Σοφία Κόπολα, η οποία διασκευάζει ένα ξεχασμένο φιλμ του 1971, σε σκηνοθεσία Ντον Σίγκελ, με τον Κλιντ Ίστγουντ στον κεντρικό ρόλο του στρατιώτη που βρίσκει άσυλο σε ένα σχολείο θηλέων οικοτρόφων. Εκείνη η έντεχνη ηθογραφία του τεχνίτη Σίγκελ, αποτελούσε ένα σχόλιο στη Δύση της σεξουαλικής απελευθέρωσης που είχε ανθήσει τα προηγούμενα χρόνια και ελάχιστη σχέση έχει με την φετινή δηλητηριώδη αλληγορία.

80za_1.jpg

Η Κόπολα αφήνει το «καλό» ή το «κακό» να φωτιστούν σαν ένα αίνιγμα της ανθρώπινης φύσης. Οι σεξουαλικές δυνατότητες διαστρέφουν τη φύση των ηρώων. Η Νικόλ Κίντμαν χρωματίζει τα δρώμενα και η Κρίστεν Ντάνστ κοντράρεται με την μητριαρχική πειθαρχεία. Δίπλα τους, ο Κόλιν Φάρελ ερμηνεύει άριστα τον ελκυστικό και σαστισμένο άνδρα (δίχως την macho σοβαροφάνεια του Ίστγουντ). Ο έκπτωτος στρατιώτης γίνεται ανθρώπινο πιόνι σε μια σκακιέρα που δεν αντιλαμβάνεται. Η αρσενική του φύση άγεται και φέρεται, εκμεταλευόμενη τη γυναικεία φιλοξενεία. Λες και είναι ο «κακός» της ιστορίας που θα ταράξει τα θεμέλια της θυληκής αδελφότητας. Οι γυναίκες θα είναι οι μεσσίες μια θυσίας, που παραπέμπει σε ευνουχισμό.

80za_2.jpg

Η απατηλά απλοϊκή ιστορία αποκαλύπτει αργά ή γρήγορα τη φιλοσοφική της οδό. Η «επιθυμία» γίνεται παράδοδο που αποκτά τοξική υπόσταση. Είναι ο αστάθμητος παράγοντας που διαρρηγνύει τα τοιχώματα των ψευδο-φεμινιστικών αντιλήψεων. Σαν αποτέλεσμα, η ψευδαίσθηση της αδελφότητας καταρρέει, επειδή τόλμησε το ανήκουστο: να ξεστρατίσει στα μονοπάτια του πόθου και να «απολανηθεί». Η «θυληκή συνείδηση» όμως τελικά γίνεται ισχυρότερη, θωρακίζοντας την προκατάληψη που την κρατάει ενωμένη.

80za_3.jpg

Η Σοφία Κόπολα κινηματογραφεί λακωνικά μια σκοτεινή αντανάκλαση του πιο σκληρού προσώπου της μητριαρχίας, χωρίς το εστέτ ύφος που κλείνει δυνατά την πόρτα στο πρόσωπο του θεατή. Πίσω από την εύθραυστη βιτρίνα του μοντερνισμού των εικόνων, διαφαίνεται μια αποθέωση της μινιμαλιστικής γραφής. Μπορεί κανείς να βυθιστεί στο φιλμ ή απλά να το παρατηρεί, εξαιτίας της νωχελικής εξέλιξης των γεγονότων. Η «πλοκή» άλλωστε εξελίσσεται ανάμεσα στις σκηνές. Τα σημεία της δράσης δηλαδή που θα φώτιζε το ψυχαγωγικό Χόλυγουντ, «συμβαίνουν» αμέσως μετά το cut και λίγο πριν το ξεκίνημα της επόμενης σκηνής. Πρόκειται τελικά για ένα φιλμ που απευθύνεται σε θεατές που δεν διστάζουν όταν οι χρόνοι της ταινίας δεν είναι στα μέτρα τους, ούτε απορούν εάν δεν κατανοούν μια στρωτή πλοκή και που αποβλέπουν στις ταινίες ως αξίες.