search

CINEMA FEATURES

Έφυγε ένας σπουδαίος Αμερικάνος σκηνοθέτης

O θάνατος του Jonathan Demme, μας δίνει μια αφορμή για να θυμηθούμε όλους εκείνους τους σκηνοθέτες του σύγχρονου Αμερικάνικου σινεμά, που διαθέτουν προσωπικό κόσμο, δεξιοτεχνία και πάθος, αλλά συνήθως δεν τιμώνται όσο πρέπει. Ο Demme δεν ήταν παραγνωρισμένος, καθότι έχει βραβευτεί με όσκαρ και έχει αποκτήσει τεράστια φήμη. Όμως, ο Νεουορκέζος σκηνοθέτης πάντα διέθετε το «ενοχλητικό» για το mainstream κοινό, ένζυμο του «πάθους για εικόνα», (όπως ο Michael Mann). Με παραπανίσια εξυπνάδα και με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω στην καριέρα του, ο Demme δεν ήθελε (ή δεν μπορούσε) να ακολουθήσει τη δαφνοστεφανωμένη διαδρομή συναδέλφων του, όπως ο Ron Howard ας πούμε, που ήταν ετοιμοπόλεμοι σε κάθε «πρόσληψη του studio». Ο ίδιος δεν ανέλαβε δαπανηρά σίκουελ, ούτε ήρωες της Marvel. Έχοντας αφήσει πίσω του ένα έργο με τεθλασμένη γραμμή στο σχεδιάγραμμα ποιότητας, ο Demme θα μείνει στην ιστορία κυρίως για τον τρόπο που ενσωμάτωσε την rock κουλτούρα στις εικόνες του, όπως προγενέστερα ο Nicholas Roeg ή μεταγενέστερα ο Cameron Crowe. Όμως ο Jonathan Demme δεν έκανε rock’n’roll σινεμά, αλλά τίμησε τη μουσική με έναν τρυφερό και διακριτικό τρόπο.

silence_6.jpg

Ο καριέρα του ξεκίνησε με γνήσια b movie ψυχαγωγία, με τον ίδιο να απολαμβάνει τη χαρά της σκηνοθεσίας σε μια σειρά μικρών ταινιών (Last Embrace, Melvin and Howard). Όμως στην κωμωδία Something Wild (1986) ήταν που έλαμψε για πρώτη φορά το άστρο του και στο Married to the Mob (1988) ήταν που έγινε περιζήτητος. Αντί όμως να εκμεταλλευτεί την επιτυχία και να αναλαμβάνει να διαικπεραιώνει κωμωδίες στο στυλ του Rοb Reiner, ο Demme αμέσως βούτηξε στον πειραματισμό με το “Swimming to Cambodia” και λίγο μετά αποθέωσε τη μουσική των Talking Heads με το “Stop Making Sense, αντικειμενικά την «καλύτερη συναυλία που κινηματογραφήθηκε ποτέ», με τον Byrne σε άπιαστη δημιουργική νιρβάνα επί σκηνής. Ο Demme είδε τη συναυλία σαν ένα θεατρικό και τους μουσικούς σαν χαρακτήρες ενός έργου με τους οποίους έπρεπε να δεθείς σαν θεατής.

2017-03-06.jpg

Ο Demme έφτασε την δημοτικότητά του στα ύψη με τον τρόπο που κινηματογράφησε το πρόσωπο του Anthony Hopkins να λέει «Hello Clarice» και να μας παγώνει το αίμα στους κινηματογράφους το 1991. Η ταινία άνοιξε το δρόμο για το Seven και το X-Files αλλά και για εκατοντάδες απομιμήσεις, με κάθε λογής ψυχωτικών serial killers να παρελαύνουν στις οθόνες. Κανένας δεν έφτασε τον Buffalo Bill και κανένας σκηνοθέτης δεν θα ταίριαζε τόσο καλά το 'Goodbye Horses' των Q Lazarus στη σκηνή με το χορό του δολοφόνου. Ο θρίαμβος συνεχίστηκε με το οσκαρικά ανθρωποκεντρικό και διδακτικό Philadelphia (1993). Από τότε ο Demme αποφάσισε να κάνει τα δικά του. Να κάνει παρέα με τον John Cale, τον Bruce Springsteen, τη Laurie Anderson, τον Robyn Hitchcock, τον David Byrne και τον Neil Young. Με τον Neil Young μάλιστα, έφτιαξε τρια υπέροχα ντοκιμαντέρ: το Heart of Gold (2006), το Trunk Show (2009) και το Journeys (2011). Σαν να μην ήθελε να αποχωριστεί τη μουσική του φίλου του.

6a00d8341c630a53ef0168e5c36406970c.jpg

Το σινεμά του Demme είχε τίμιες ασημαντότητες (The Truth About Charlie), φιλόδοξες αποτυχίες (Beloved), αναιμικές ηθογραφίες (Rachel Getting Married), δειλές απόπειρες στο mainstream (The Manchurian Candidate) και υποτιμημένες κομεντί (Ricki and the Flash). Κυρίως όμως περιείχε κάμποσες τηλεταινίες, μικρά ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικά επεισόδια. Τη μέρα που ο Demme πέθανε, προβάλλονταν στην Αμερικάνικη τηλεόραση ένα επεισόδιο που σκηνοθέτησε για την αστυνομική σειρά Shots Fired - ένα από τα αμέτρητα αστυνομικά σήριαλ του συρμού στα οποία σπαταλήθηκε. Ο άνθρωπος για τον οποίο πίνουν νερό στ΄όνομά του ο Fincher και ο Soderbergh, αναλάμβανε δουλειές για εκτόνωση και για βιοπορισμό, σαν να μη νοιάζονταν πια να φτιάξει σπουδαίο σινεμά. Για κατευόδιο, να δείτε το “A Master Builder” (2013) ένα τρυφερό φιλμάκι που κρατάει ζωντανούς τους χαρακτήρες του Wallace Shawn και του Andre Gregory από το “My Dinner with Andre” (1981) του Λουί Μαλ. Το έργο του Demme θα μείνει για να μας θυμίζει ότι μερικοί δημιουργοί βγαίνουν... Once In A Lifetime.