search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Αδιαφιλονίκητος headliner αποδείχθηκε ο Mac DeMarco με το απαράμιλλο προφίλ του μεταξύ φλώρου και αλήτη, όμως η 2η μέρα είχε και πολλά ακόμα καλά sets από τα μικρότερα ονόματα...

Χώρος | Piraeus 117 Academy, Μεταλλουργείο & The Loft, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 2/12/2017
Φωτογράφος | Ντιάνα Καλημέρη (πλην Joyce Wrice)

Tops (main stage)
της Πέννυς Γέρου

Μπορεί να ήταν το πρώτο συγκρότημα που εμφανίστηκε στην κυρίως σκηνή, άφησαν όμως τη γλύκα τους μέχρι το τέλος της 2ης μέρας του φεστιβάλ. Ερχόμενοι από το Μόντρεαλ, και με όλη τη φρεσκάδα που τους προσφέρει γενναιόδωρα το νεαρό της ηλικίας τους, οι Tops στάθηκαν αξιοπρεπείς και «αναλογικοί». Απλά με μια κιθάρα, ένα μπάσο, ένα φλάουτο, ένα σετ ντραμς και πλήκτρα, τα οποία συνόδευαν τα φωνητικά της σαγηνευτικής Jane Penny.

58kkPlskn_2.jpg

58kkPlskn_3.jpg

Μπαίνοντας στο Piraeus Academy 117 άκουσα τις πρώτες νότες από την κιθάρα του David Carriere να δίνει το σήμα για το “Hours Between” (από τον νέο τους δίσκο Sugar Αt Τhe Gate), για να ακολουθήσει λίγο αργότερα το “Way To Be Loved” από το 2014. Indie pop μελωδίες, σαγηνευτικά φωνητικά, χορευτική ενέργεια και όλα αυτά μόνο στις 20:00 το απόγευμα, μπροστά σε μόλις 100 άτομα περίπου. Αν και η ώρα δεν ευνοούσε ώστε να έχουν το κοινό που κατά τη γνώμη μου θα άξιζε να έχουν, οι Καναδοί ήταν αναζωογονητικοί και μας προσέφεραν μια πολύ καλή ώθηση ενέργειας για τη συνέχεια.



Jessy Lanza (main stage)
της Πέννυς Γέρου

Με την αποχώρηση των Tops και την προετοιμασία της σκηνής για τη συνέχεια, ο κόσμος που προσήλθε για το set της Jessy Lanza πλήθυνε αισθητά. Έτσι, η Καναδή παραγωγός/τραγουδίστρια αντίκρισε σαφώς μεγαλύτερο κοινό, ενώπιον του οποίου παρουσίασε ένα one-woman show, τραγουδώντας, χορεύοντας, σαμπλάροντας και προγραμματίζοντας λούπες.

58kkPlskn_4.jpg

58kkPlskn_5.jpg

Με περισσότερο ηλεκτρονική διάθεση, αλλά με την pop συνιστώσα να εξακολουθεί να είναι παρούσα στη μουσική εξέλιξη της βραδιάς, η ατμόσφαιρα σκοτείνιασε, τα φώτα χαμήλωσαν και μια σειρά από traveling video footages άρχισαν να συνοδεύουν τα μπάσα και τα breaks, με την πλειονότητα του κόσμου να λικνίζεται ανεπαίσθητα. Παράλληλα, η Jessy Lanza προσπαθούσε να καλύψει και την απόσταση που δημιουργούσε η θέση της πίσω από τις κονσόλες, προσεγγίζοντας τους θεατές της και χορεύοντας –δυνατότητες που της προσέφεραν ως επί το πλείστον οι λούπες.

Loft (Tunnel)
της Πέννυς Γέρου

O Loft εμφανίστηκε στη σκοτεινή και «ομιχλώδη» σκηνή του Tunnel με κριτική και παρεμβατική διάθεση στην pop κουλτούρα και στα gender politics, βλέποντας τον χώρο να γεμίζει δειλά-δειλά με νέο κόσμο. Με έναν μικρό αποσυντονισμό, που οφειλόταν στην άφιξή του από το Μάντσεστερ μόλις 3 ώρες πριν το set, ξεκίνησε με το “Why”: ένα voice sampling, στο οποίο έκανε συχνά παρεμβάσεις με μια πειραματική και περισσότερο noise προσέγγιση.

58kkPlskn_6.jpg

58kkPlskn_7.jpg

Γνωστός για τη δραστηριότητα και τη συμμετοχή του σε ζητήματα queer θεωρίας και πρακτικής, ο Loft έδωσε μια έντονη performance, σε μια συναισθηματικά οριακή κατάσταση. Ενέταξε ακόμα κι ένα sample από Destiny's Child σε μια άκρως αποδομιστική και απομυθοποιητική προσέγγιση της pop κουλτούρας, διατηρώντας ωστόσο στοιχεία (τα στιχουργικά, για παράδειγμα), που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως εργαλεία στον δικό του μουσικό –και αν μη τι άλλο πολιτικό– λόγο.

Liars (main stage)
της Τάνιας Σκραπαλιώρη

Αν υπάρχει ένα ωραίο πράγμα σε μια φεστιβαλική βραδιά χωρίς μεγάλα ονόματα, είναι εκείνη η απολαυστική στιγμή την οποία αρπάζει ένα μικρότερο (όνομα) για να σε εκπλήξει, παίρνοντας αυτοδίκαια τη μερίδα του λέοντος από την πίτα των εντυπώσεων.

58kkPlskn_8.jpg

58kkPlskn_9.jpg

Μπορεί λοιπόν οι Liars να μην έπαιξαν με την προσέλευση που απόλαυσε αμέσως μετά ο Mac DeMarco, αλλά αντάμειψαν όσους βρέθηκαν στο Piraeus 117 Academy με ένα rock gig άποψης, ακριβείας και υψηλής τάσης. Και όταν μιλάμε για Liars εννοούμε πια αποκλειστικά τον Angus Andrew, το μοναδικό μόνιμο μέλος, που με την προσφιλή τον τελευταίο καιρό νυφική του περιβολή άλωσε κανονικότατα το main stage, μοιράζοντας απλόχερα τις διαφορετικές δυναμικές και ποιότητες της πολύπτυχης μουσικής του.

58kkPlskn_10.jpg

58kkPlskn_11.jpg

Πρωτότυπα αισθαντικός στις συνθέσεις από το φετινό άλμπουμ-ανάθημα στον μέχρι πρότινος συνεργάτη του Aaaron Hemphill TFCF, απόκοσμος στο “The Exact Colour Οf Doubt”, σαρωτικός στις μεγάλες επιτυχίες (ιδίως στο κολληματικό “Mess Οn A Mission”), ο Andrew και οι λοιποί τρέχοντες Liars ξεσήκωσαν και ικανοποίησαν πλήρως, αφήνοντας σε πολλές στιγμές εντυπώσεις σαφώς ανώτερες από εκείνες που αφήνουν οι ακροάσεις των δίσκων τους. Μάλιστα, για κάμποση ώρα μετά την αποχώρησή τους από τη σκηνή, μας έκαναν να μουρμουράμε σε λούπα ότι «Facts are facts and fiction is fiction».

Λένα Πλάτωνος (Tunnel)
της Πέννυς Γέρου

Μου είναι δύσκολο να συμπυκνώσω σε μερικές γραμμές την πολυδιάστατη εμπειρία που μπορεί να προσφέρει η Λένα Πλάτωνος. Ένα σκηνικό καθαρό και διαυγές, χωρίς ίχνος καπνού ή του ομιχλώδους κύματος που τύλιγε ως τότε το Tunnel, με ένα φωτεινό μανουάλι στην άκρη του, αποδείχθηκε αρκετό για να θέσει τους όρους της κατανυκτικής ατμόσφαιρας που θα κυριαρχούσε για την επόμενη ώρα. 

58kkPlskn_12.jpg

Στο πλάι της Λένας Πλάτωνος βρισκόταν ο πολυμορφικός Γιάννης Παλαμίδας· μια επιβλητική φωνή, μια θεατρική φιγούρα, ικανή να διανύσει όλες τις πιθανές μουσικές και τονικές αποστάσεις μέσα σε μόλις 3 λεπτά. Δυστυχώς βέβαια τα πράγματα δεν ήταν τόσο ειδυλλιακά εξαρχής, αφού η δυσκολία στη ρύθμιση και στην αποκατάσταση του ήχου κράτησε για σχεδόν 3 κομμάτια, με συνέπεια όχι μόνο την πρόκληση ενός μικρού εκνευρισμού, αλλά και την αδικημένη παρουσίαση των “Τι Νέα Ψιψίνα” και “Εμιγκρέδες Της Ρουμανίας”, καθώς και τον «συναυλιακό τραυματισμό του Μάρκου», όπως περιπαικτικά χαρακτήρισε η ίδια η Πλάτωνος τον τρόπο με τον οποίον ακούσαμε το γνωστό κομμάτι από το Γκάλοπ.

58kkPlskn_13.jpg

Πέραν όμως των ηχητικών ζητημάτων, θα έλεγα ότι ο χώρος γενικά δεν ήταν απόλυτα έτοιμος να υποδεχθεί την εμφάνιση της Πλάτωνος: ο κόσμος υπερέβαινε σημαντικά τη χωρητικότητα του Tunnel, ενώ οι άλλες σκηνές παρενέβαιναν συχνά στις παύσεις ή στα τονικώς χαμηλότερα σημεία του προγράμματος.

Παρόλα αυτά, τίποτα δεν κατάφερε να καταρρίψει ούτε την επιβλητικότητα και την αισθητική που διέπει τις συνθέσεις και τη στιχουργική της Λένας Πλάτωνος, ούτε την ερμηνευτική υπεροχή του Γιάννη Παλαμίδα.

Joyce Wrice (Republic)
της Πέννυς Γέρου

Τα πράγματα στη σκηνή του Republic δεν έβαιναν πολύ οργανωμένα τη 2η μέρα του φεστιβάλ, με τις καθυστερήσεις στο πρόγραμμα και τα soundchecks λίγο πριν την έναρξη των sets να κουράζουν, δημιουργώντας άβολη ατμόσφαιρα. Έπρεπε έτσι να φτάσει 23:30 για να γνωρίσουμε επιτέλους ένα από τα πιο φρέσκα ονόματα του φετινού line-up, κινούμενο αυτή τη φορά στις συχνότητες της R'n'B και της neo-soul.

58kkPlskn_14.jpg

Η μόλις 24χρονη Joyce Wrice ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μάλιστα το Winter Plisskën ήταν και το πρώτο της φεστιβάλ. Η εμφάνισή της είχε τρία βασικά συστατικά: groove, νοσταλγία και εξωστρέφεια. Με δύο πολύ καλούς συνεργάτες –και σχεδόν κινηματογραφικές φιγούρες– στο πλευρό της, η Wrice δηλώνει «1990s R'n'B girl», με την ταυτοτική αυτή διαπίστωση να επαληθεύεται και μέσω του ήχου της. Ξεκινώντας με το “Take It Easy”, η εμφάνισή της ήταν πράγματι πολλά υποσχόμενη, με το ζεστό χαμόγελο και τη neo-soul φωνητική παλέτα να αποτελούν τα δυνατά της χαρτιά.

Ένα ακόμη τέτοιο χαρτί ήταν όμως και η εγγύτητα, ακόμη και η φυσική επαφή, την οποία επιδίωκε με το κοινό. Αν και η εξωστρέφεια αυτή κινδύνευσε να παρεξηγηθεί από κάποιους –οι οποίοι είτε ντρέπονταν να μοιραστούν το μικρόφωνο μαζί της, είτε δεν ήταν και τόσο ...χορευτικοί τύποι– η Αμερικανίδα κατάφερε να ξεκλειδώσει τους θεατές, οι οποίοι και δεν σταμάτησαν να λικνίζονται στα αργά και ρυθμικά beats των κομματιών.

Με τα σημεία να της δίνουν ένα σαφές προβάδισμα, αλλά τον νεανικό ενθουσιασμό και την τόλμη της να απαιτούν κάποια επιπλέον φίλτρα, η Joyce Wrice ήταν ένα πράγματι πολύ ευχάριστο και ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία του φετινού Plisskën.

Mac DeMarco (main stage)
της Τάνιας Σκραπαλιώρη

O Mac Demarco υπήρξε σαφώς, φύσει και θέσει, ο headliner της 2ης ημέρας του φετινού Winter Plisskën. Ένας μάλιστα headliner με εντυπωσιακό εκτόπισμα και αποδοχή στο ελληνικό κοινό, όπως φάνηκε άμα τη εμφανίσει του στο main stage της Πειραιώς.

58kkPlskn_15.jpg

58kkPlskn_16.jpg

Ιαχές χαράς, ατέλειωτα χειροκρότηματα και ρομαντζάδα επικράτησαν καθόλη τη διάρκεια του set, όσο ο Καναδός μουσικός ξεδίπλωνε το ελαφρώς ροκ, ελαφρώς ποπ, ελαφρώς φλώρικα indie ρεπερτόριό του, υψηλής σε κάθε περίπτωση ποιότητας. Με παρουσιαστικό teen star κολεγιακής αδελφότητας και με jockey καπέλο φορεμένο ανάποδα, ο DeMarco βομβάρδισε την αλήτικα ευαίσθητη ομήγυρη με ‘’Salad Days’’, "No Other Heart’’ και "For Τhe First Time”, πυροδοτώντας αγκαλίτσες και κλασικά λικνίσματα μπαλάντας, τύπου εκκρεμές. Κάπου εκεί στο "One More Love Song” και στο "My Kind Οf Woman’’ το ρομάντζο χτύπησε μάλιστα κόκκινο: μόνο αναπτήρες που δεν βγήκαν.

58kkPlskn_17.jpg

58kkPlskn_18.jpg

Ωστόσο του αγαπημένου αυτού παιδιού του Pitchfork δεν του λείπει η μαγκιά. Γιατί μαγκιά είναι να επιδεικνύεις τόσο σοβαρό και μεστό ήχο με τέτοιες lo-fi μπαλάντες, οριακά παλιακές, περνώντας τις μεν μέσα από όλα τα σύγχρονα φίλτρα που σου προσφέρει η μουσική τεχνολογία, μα διατηρώντας κιθάρες-κρύσταλλο, καθώς και τη φωνητική προσέγγιση των 1970s. Κατά τα λοιπά, η εμφάνιση του DeMarco κατέληξε λίγο-πολύ σαν πάρτι της αδελφότητας που λέγαμε: μπιρόνια το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, παντελόνια κάτω, ένα χαρακτηριστικά φάλτσο καραόκε από τον ντράμερ με ένα ποτ-πουρί που είχε από Red Hot Chilli Peppers μέχρι 50Cent, stage diving (πάλι από τον ντράμερ) και θεαματικά άλματα του πρωταγωνιστή της βραδιάς από το ύψος των ενισχυτών, βούτυρο στο ψωμί των φωτογράφων. 

58kkPlskn_19.jpg

58kkPlskn_20.jpg

Και φλώρος και αλήτης, λοιπόν, και γαλαρία και μουσικός αξιώσεων. Εν ολίγοις, ένας 30άρης που δεν λέει να μεγαλώσει, ήρθε για πρώτη φορά στην Αθήνα, ήπιε, πέρασε καλά και έκανε και το ελληνικό κοινό να περάσει ακόμα καλύτερα, δίνοντας ένα από τα πιο καλοδεχούμενα και πετυχημένα live του φετινού Plisskën. Δικαίωσε δε πλήρως τη φήμη που σκορπάει παγκοσμίως το hipster σταριλίκι του.

Autarkic (Aquarium)
της Τάνιας Σκραπαλιώρη

Αν ο Mac DeΜarco είναι το πουλέν του Pitchfork, ο Autarkic είναι το νέο άλογο κούρσας της ισραηλινής ηλεκτρονικής μουσικής, η οποία φέρει και διατηρεί βαριά παράδοση στο είδος. Στα 3 μόλις χρόνια που γυρνάει την Ευρώπη παίζοντας τους σκοπούς του έχει προλάβει να γίνει σεσημασμένος για την ιδιαίτερη προσέγγισή του στη χορευτική electronica, έχοντας στο ενεργητικό του μερικές από τις καλύτερες κυκλοφορίες του είδους στα τελευταία χρόνια. 

58kkPlskn_21.jpg

58kkPlskn_22.jpg

Στο pop up club του Plisskën στο Aquarium Stage ο Autarkic πήρε θέση στην κονσόλα ακριβώς τα μεσάνυχτα. Και από το πρώτο κιόλας beat, πήρε μαζί του όσους τον προτίμησαν σε ένα ηλεκτρονικό ταξίδι με όλα τα κομφόρ, αλλά και με γενναίες δόσεις σκοταδιού και new wave, τις οποίες ενίσχυε ακόμα περισσότερο ο μελαγχολικός ρομαντισμός των φωνητικών του. Κι εκείνη όμως η εκρηκτική εκτέλεση του "I Know", εκεί προς το τέλος του set, ήταν ικανή να κάνει και τον πιο αδαή περί ηλεκτρονικής μουσικής και club κουλτούρας να υποκύψει στις λυρικές προοπτικές ενός στίχου όπως το «stop breaking my bones», έτσι ειδικά όπως ακούστηκε, ντυμένος ένα κλασικό techno μοτίβο τεσσάρων τετάρτων. Ο Autarkic μιλάει μουσική γλώσσα βασικών ενστίκτων. Σημειώστε το όνομα –θα το βρούμε μπροστά μας.

Romare (main stage)
της Τάνιας Σκραπαλιώρη

O Archie Fairhust, άλλως Romare, είχε πάρει άριστα στο μάθημα της αφροαμερικανικής μουσικής κουλτούρας. Ο υποδόριος τρόπος που έχει μπολιάσει με τα σχετικά ακούσματα τις ηλεκτρονικές του συνθέσεις, είναι τουλάχιστον αριστοτεχνικός. Αυτόν τον τρόπο ήρθε λοιπόν να μας παρουσιάσει και στην Αθήνα, κλείνοντας το main stage του φετινού φεστιβάλ με samplers, μπάσο και παραδοσιακά κρουστά. Η μουσική του υπέροχη, μα ο κόσμος από κάτω απογοητευτικά λίγος, καθώς οι περισσότεροι αποχώρησαν με τη λήξη του set του DeMarco. Άδεια κουτάκια, ποτήρια μπίρας και λιγοστές χαλαρές συντροφιές έστηναν έτσι το σκηνικό ενός πάρτι που σχόλασε νωρίς, χωρίς να παραιτείται όμως στιγμή από την καλή μουσική.

58kkPlskn_23.jpg

58kkPlskn_24.jpg

Το gig του Romare, στιλάτο, ταξιδιάρικο και άρτιο, σφράγισε το κυρίως μενού ένος low profile Plisskën, από το οποίο ίσως απουσίασαν οι κράχτες, έδωσαν όμως το παρών μικρότερα ονόματα που άξιζε να δεις και να ακούσεις, στην απολαυστική άνεση την οποία προσφέρουν όσες συναυλίες δεν μαζεύουν κόσμο που είδε φως και μπήκε, αλλά κοινό που στηρίζει συνειδητά το μοναδικό εναλλακτικό φεστιβάλ αυτής της χώρας που επιμένει τουλάχιστον να παρουσιάζει ονόματα τα οποία παίζουν τώρα κάπου στον κόσμο κι όχι μία ακόμα συλλογή δεινοσαύρων. Κι αυτό –με την όποια επιτυχία ή αποτυχία του– κάτι είναι.