search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Στην πρώτη του εμφάνιση στην Αθήνα, ο πολυσυζητημένος Χιλιανο-Αμερικάνος μπήκε με μια ελληνική «καλησπέρα» με άψογη προφορά, πριν αρχίσει να μεταπηδά από τα computers στην κονσόλα και στα πλήκτρα, σαν ένα υπερμέγεθες, εργατικό έντομο...

Χώρος | Ιερά Οδός, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 23/9/2017

Ο Nicolas Jaar αποτελεί περίπτωση μουσικής προσωπικότητας που έχει καταφέρει να ξεπεράσει τα όρια του είδους που αντιπροσωπεύει, γενόμενος σημείο αναφοράς για ένα κοινό που δεν το λες κι ορκισμένο στα ηλεκτρονικά.

Νεαρός μα ήδη πολυγραφότατος, ο Χιλιανο-Αμερικανός έχει καταφέρει να αφορά εκατομμύρια αυτιά, μέσα από τους 3 δίσκους του (προσμετρώντας και το Pomegranates του 2015) και τις συμμετοχές του σε πολλά μουσικά ή κινηματογραφικά projects. Η πρώτη του εμφάνιση στην Αθήνα, ήταν έτσι αναμενόμενο να ταράξει τα συναυλιακά νερά και να προσελκύσει στην Ιερά Οδό από φασέους μέχρι ορκισμένους ακροατές της electronica κι από μαϊντανούς-socialites της πρωτεύουσας, μέχρι πάσης φύσεως μουσικόφιλους.

69aJaar_2.jpg

Ήταν λογικό λοιπόν η Ιερά Οδός να κατακλυστεί από ένα πλήθος ανθρώπων που συνέρρευσαν για να ακούσουν τις μελωδίες του Jaar. Ωστόσο η δημοφιλία του οδήγησε στο overbooking σε έναν χώρο που δεν το σήκωνε, με αποτέλεσμα έντονο συνωστισμό, καθυστέρηση στην εκκίνηση της συναυλίας και ένα ψευδογκλάμορους πανηγυράκι με φωτογράφους και promotion αρωμάτων στην είσοδο.

Βγαίνοντας λίγο πριν τις 11, ο –αποκαλούμενος απ’ τους μύστες– Nico έριξε μία ελληνική καλησπέρα με εξαιρετική προφορά κι επιδόθηκε ύστερα σε ένα πολύ αργό και ατμοσφαιρικό χτίσιμο της ταυτότητάς του. Παρόλη την έλλειψη οπτικών ερεθισμάτων που συχνά συνοδεύουν τις μελωδίες του, ο Jaar κατάφερε να μεταπηδά από τα computers στην κονσόλα και στα πλήκτρα σαν ένα υπερμέγεθες, εργατικό έντομο, το οποίο φτιάχνει μία μουσική που παλεύει να πείσει ότι είναι πολύ πιο εγκεφαλική απ' ό,τι πραγματικά είναι· αφήνοντας τον, έτσι, σε ένα ανεξερεύνητο ενδιάμεσο για τη μη-πειραματική ηλεκτρονική μουσική.

69aJaar_3.jpg

Η πάντα παρούσα ηγητήρια μπασογραμμή είναι αυτή που δίνει παλμό στη μουσική του Jaar και αυτή η οποία τελικά μετακίνησε τους –αρχικά παγετωδώς αργούς– ήχους προς τα γνώριμα "No", "Three Sides Of Nazareth", "Colomb" και στο καθολικά αγαπημένο "Mi Mujer". Μέσα στο πέπλο της σκοτεινιάς, η μουσική του Jaar προχωρά με προσεκτικά και μετρημένα βήματα. Σπασμωδικοί ρυθμοί και φιοριτούρες στα πλήκτρα διακόπτονται από τη μπάσα φωνή του ίδιου του μουσικού, άλλοτε εμπλουτίζοντας το μουσικό του αφήγημα κι άλλοτε αποσπώντας από αυτό. Οι λάτιν ρυθμικές δομές, οι μουσικές της φύσης και οι επιθετικές μπασογραμμές εναλλάσσονται και διαδέχονται η μία την άλλη, δυσκολεύοντάς σε να διακρίνεις τις διαχωριστικές γραμμές. Ακούς απλά κομμάτια, με το ένα να ρέει στο επόμενο, σε μία πολύ οργανική προσπάθεια προσέγγισης της ηλεκτρονικής τέχνης.

69aJaar_4.jpg

Ο Χιλιανο-Αμερικανός έχει μεγάλο ταλέντο να δημιουργεί ήχους που σε παρασέρνουν στον ρυθμό τους, μεταφέροντάς σε χιλιόμετρα και χρόνια μακριά. Δεδομένου αυτού, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι έχει επιλεχθεί επανειλημμένα για να ντύσει κινηματογραφικά εγχειρήματα με τη μουσική του, ειδικά όταν αυτή αποκτά ένα πολιτικό υπόβαθρο που σπάνια βρίσκει κανείς στο είδος το οποίο εκπροσωπεί. Όταν λοιπόν το set κλείνει με το ακυκλοφόρητο remix του "Elegua", η ψηφιακή ρούμπα που εξαπέλυσε ο Jaar στο πλήθος δεν ήταν μόνο ένα χορευτικό κομμάτι, αλλά κι ένα σχόλιο για την πολιτισμική αποδοχή της λάτιν μουσικής από τα μεγάλα ονόματα της σκηνής των DJ.

Και έτσι κάπως συνειδητοποιείς πως η μουσική του Nicolas Jaar είναι πιο αποτελεσματική όταν δεν αντιμετωπίζεται ως το κουλ μουσικό χαλί ενός όμορφου, χιπ νεαρού, αλλά ως η προσπάθεια ενός σκεπτόμενου μουσικού να ανατέμνει τις ρίζες και τις καταβολές του, μεταφράζοντές τις σε όρους που μπορεί να επικοινωνήσει στο σύγχρονο ηλεκτρονικό περιβάλλον.