search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Πρώτη εμφάνιση στα μέρη μας για έναν σπουδαίο ράπερ/παραγωγό, που ξεκίνησε αναπάντεχα με Bee Gees στα decks του Tramp, για να φτάσει όμως στα τρίσβαθα του χιπ χοπ των 1980s και των 1990s...

Χώρος | Tramp, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 7/9/2017
Φωτογράφος | Δημήτρης Καπάνταης

Ένας σπουδαίος του χιπ χοπ, ο Pete Rock, βρέθηκε το βράδυ της Πέμπτης στα decks του Tramp στο Γκάζι, στην πρώτη εμφάνισή του στα μέρη μας. Ο κόσμος που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα ήταν αρκετός για τα δεδομένα του χώρου, αν και κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να σημαίνει κάτι παραπάνω από 150-200 άτομα.

71nRock_2.jpg

Φυσικά, τα όσα μπορούν να δικαιολογήσουν τον χαρακτηρισμό «σπουδαίος» για τον Pete Rock είναι πολλά: το φοβερό ντουέτο του με τον CL Smooth από το οποίο ξεκίνησαν όλα πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 1990, άλλες σπουδαίες σόλο δουλείες (όπως το Soul Survivor), πάμπολλες συνεργασίες και άλμπουμ στα οποία έχει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βάλει το χεράκι του (αν αναφέρουμε μόνο το Illmatic του Nas, μάλλον θα είναι αρκετό)· όπως και το γεγονός ότι χαίρει σεβασμού και εκτός του σκληρού πυρήνα της χιπ χοπ κοινότητας, ως ένας από τους ανθρώπους που έριξε γέφυρες με διαφορετικά είδη μουσικής: φέρνω π.χ. στο μυαλό μου μία όμορφη επανεπεξεργασία των beats του Pete Rock σε μια συνεργασία του Mr. Chop με τα βασικά μέλη των Heliocentrics, στον psych-jazz δίσκο του 2009 For Pete’s Sake.

71nRock_3.jpg

Βέβαια ο Pete Rock δεν θα έπαιζε λάιβ με την τυπική έννοια (κάτι που, τουλάχιστον σε μένα, δεν ήταν σαφές από πριν), αλλά ένα DJ set. Κι αυτό όμως δεν το λες και λίγο, όταν απέναντί σου έχεις έναν DJ με τέτοια ιστορία. Ακόμα κι ένα μικρό πέρασμα να έκανε από ό,τι έχει φτιάξει ο ίδιος ή ό,τι έχει δει εν τη γενέσει του, η επιτυχία ήταν σχεδόν εγγυημένη. Έτσι κι έγινε. Γύρω στις 11:30 ο Νεοϋορκέζος ράπερ/παραγωγός ανέλαβε τα ηνία, εκπλήσσοντας ίσως αρκετούς με τις πρώτες επιλογές του (π.χ. το “Stayin’ Alive” των Bee Gees), προτού το ρίξει στη soul (τσιριχτή ή πιο jazzy), καλώντας μας να κάνουμε λίγο θόρυβο για την αυτού μεγαλειότητα του James Brown.

Θα πρέπει να έμεινε εκεί κάνα 20λεπτο, με βόλτες στο καυλιάρικο μαύρο γκρουβ των 1960s και 1970s, προτού βουτήξει στο χιπ χοπ των δύο επόμενων δεκαετιών. Έκτοτε δεν υπήρχε γυρισμός. Ακόμα κι όταν κάποια τεχνικά προβλήματα προς στιγμή έφεραν ένα μίνι μπλακ-άουτ στη σκηνή, κανείς δεν πτοήθηκε. Ούτε φυσικά κι ο ίδιος.

71nRock_4.jpg

Μέχρι τις 2 παρά, όταν έκλεισε το λάπτοτ του, ο Pete Rock έκανε περάσματα από όλες τις μεγάλες στιγμές της περιόδου, πάντοτε με μελετημένες αλλαγές και περνώντας από αρκετές φάσεις: εναλλαγές μεταξύ ενός ξερού, ωμού beat και ενός άλλου πιο υγρού και σωματικού, από οργισμένα και κοινωνικοπολιτικά ανήσυχα ραπ σε άλλα πιο χαβαλεδιάρικα ή από τα πιο «καρεκλάδικα» σε ένα πιο στιλάτο και ραφιναρισμένο γκρουβ, παρόμοιο με εκείνο που θα οδηγούσε (αρκετά αργότερα από την εξιστορούμενη περίοδο) τον τζαζ πιανίστα Robert Glasper στις εξευγενισμένες προσμίξεις του.

71nRock_5.jpg

Οι Run DMC (“Sucker MCs”), oι Mobb Deep (“Survival Of The Fittest” & “Shook Ones part II”), ο Nas (“N.Y. State Of Mind” & “The World Is Yours”), οι Tribe Called Quest (“Scenario”), οι Stop The Violence Movement, ένα πρότζεκτ του KRS-One ενάντια στη βία εντός των αφροαμερικανικών κοινοτήτων (“Self Destruction”) ή οι House Of Pain (“Jump Around”), ήταν μερικές από τις στάσεις της διαδρομής, μαζί φυσικά με κάποιες επιλογές από τη δική του δισκογραφία (π.χ. το κλασικό “They Reminisce Over You”). Και νομίζω πως όλοι φύγαμε απολύτως ικανοποιημένοι από το Tramp, είτε μιλάμε για όσους και όσες μπαινόβγαιναν στον χορευτικό κύκλο κάτω ακριβώς από τη σκηνή, είτε για εκείνους κι εκείνες πιο πίσω που λικνιζόμασταν πιο διακριτικά.

71nRock_6.jpg

Τη βραδιά, πάντως, είχε ανοίξει ένας διαγωνισμός DJ (DMC Championship), με τον νικητή να κερδίζει για έπαθλο τη συμμετοχή του στο διεθνές σκέλος. Οι DJs είχαν λίγο χρόνο στη διάθεσή τους για να επιδείξουν skills ή/και attitude και να κερδίσουν κοινό και κριτική επιτροπή (προεξάρχων της τελευταίας, ο βετεράνος Sparky-T). Προσωπικά με κέρδισαν περισσότερο όσοι έχτιζαν στο δεύτερο, ίσως γιατί διατηρούσαν μια μουσικότητα στην όλη διαδικασία. Αν και, εδώ που τα λέμε, δυσκολεύομαι να βρω κάποιο νόημα στη μουσική, όταν γίνεται «πρωτάθλημα» (συναγωνιστικό ή ανταγωνιστικό). Περί ορέξεως, θα μου πείτε…