search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Πλήθος κόσμου μαζεύτηκε στο Ηρώδειο για ν' ακούσει τον μελωδικό μινιμαλισμό του Βέλγου συνθέτη, με το άτυπο best of του 2ου μέρους της βραδιάς να συνεπαίρνει, χάρη στις εντάσεις και τις συγκινήσεις των κομματιών...

Χώρος | Ηρώδειο, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 30/7/2017
Φωτογράφος | Θάνος Λαΐνας

Στα μέσα του καλοκαιριού, πλήθος κοινού συνέρρευσε στο Ηρώδειο για να ακούσει τον μελωδικό μινιμαλισμό του Wim Mertens. Ο πολυγραφότατος Βέλγος έχει περί τους 60 δίσκους στη φαρέτρα του, οι οποίοι έχουν βοηθήσει στην ανάδειξή του σε έναν από τους δημοφιλέστερους συνθέτες σύγχρονης μουσικής. Δεδομένων αυτών, το Ηρώδειο είχε στις θέσεις του ανθρώπους που περίμεναν με ανοιχτά αυτιά να ζήσουν για λίγο στον κόσμο του, μία μέρα μετά την εμφάνισή του στο Ρωμαϊκό Ωδείο της Νικόπολης, στην Πρέβεζα.

76gMertens_2.png

H βραδιά ήταν χωρισμένη στα δύο, με το πρώτο μισό να είναι παρουσίαση του έσχατου μέρους του τελευταίου δίσκου του Mertens Cran Aux Oeufs (2017) και το δεύτερο ν' αποτελείται από μία ρετροσπεκτίβα στις αγαπημένες συνθέσεις του. Το μουσικό σχήμα που τον συνοδεύει στην παρούσα περιοδεία είναι βιρτουόζοι των έγχορδων (οι περισσότεροι εξ αυτών συμμετέχουν και στον δίσκο), με ένα κοντραμπάσο, ένα τσέλο, μία βιόλα και δύο βιολιά να αναλαμβάνουν τη συνοδεία του πιάνου του συνθέτη.

76gMertens_3.png

Το πρώτο μέρος ξεκίνησε με ένα instrumental κομμάτι που ανέδειξε την οργανική, φυσική χροιά των δημιουργιών του Mertens. Η συγχρονισμένη κίνηση των μουσικών ποίησε ένα ικανοποιητικό, συνοχικό θέαμα, το οποίο θύμιζε υπέροχα έντομα που, αντί για δαγκάνες, τρίβουν μεταξύ τους τα δοξάρια με τις χορδές, βγάζοντας μαγικούς ήχους. Οι φωτισμοί κρατήθηκαν στα απολύτως βασικά, με τρόπο ευφυή, μιας και οτιδήποτε περισσότερο μάλλον θα έκλεβε από το σύνολο.

76gMertens_4.png

Από τη δεύτερη και πιο περιπετειώδη σύνθεση, ως γρανάζι στη μουσική μηχανή του Βέλγου προστέθηκε και το ιδιαίτερο, «άφυλο» κόντρα-τενόρο τραγούδισμά του, σε μια επινοημένη γλώσσα, η οποία ισορροπεί μεταξύ των γαλλικών, των πορτογαλικών και των ολλανδικών (αυτά με ξεκάθαρη φλαμανδική διάθεση), με τα φατνιακά και χειλοδοντικά σύμφωνα να μεταμορφώνουν την άρθρωση του Mertens σε κάτι έντονα μυστικιστικό. Η ψιλή και λεπτή φωνή του μπορεί να έχει ξενίσει έντονα τους επικριτές του, φτιάχνει όμως μια εξωγήινη ατμόσφαιρα, σε αρμονικό συμβάδισμα με τα κομμάτια του.

76gMertens_5.png

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς ήταν γεμάτο με γνωστές του επιτυχίες όπως τα “Struggle For Pleasure”, “No Testament” και “Close Cover”. Κι αν το πρώτο μέρος υπήρξε ανά στιγμές επίπεδο λόγω της κοινής θεματικής των κομματιών, το δεύτερο κύλησε με περισσότερες εντάσεις και συγκινήσεις, με το άτυπο best of του καλλιτέχνη να συνεπαίρνει το κοινό στην εμμονή του με την επανάληψη (που φέρνει έντονα σε Philip Glass) και στο παιχνίδι με τις παύσεις και την ερωταπόκριση, με τον μινιμαλισμό να διέπει κάθε νότα.

76gMertens_6.png

Η διάδραση του πιάνου του Mertens με το βιολί της Tatiana Samouil ήταν σημαντικό στοιχείο σχεδόν κάθε κομματιού, με το πρώτο να σπρώχνει και να οδηγεί διαρκώς το δεύτερο μπροστά. Παράλληλα, το pizzicato του κοντραμπασίστα και του τσελίστα έδιναν μία αίσθηση βιασύνης στον σχεδόν κρουστό τρόπο με τον οποίον χρησιμοποιούσαν τα όργανά τους. Καθόλη τη διάρκεια της βραδιάς, μάλιστα, ο Mertens έδωσε πολύ χώρο στο σχήμα ώστε να αναπτύξει την παρουσία του, χωρίς να τους καπελώνει ποτέ, φανερώνοντας έτσι –συν τοις άλλοις– κι έναν πολύ έξυπνο ενορχηστρωτή.