Τα πράγματα είναι πολύ απλά, δεν χρειάζονται υπερανάλυση: oι Wand θέρισαν στο Six d.o.g.s., δίνοντας ένα από τα καλύτερα live που θυμάμαι να έχω ζήσει, με τον ποιοτικότερο τεχνικά ήχο και τις πιο καυλωτικές κιθάρες που έχει μαρτυρήσει ποτέ αυτός ο τόσο ταλαιπωρημένος χώρος. Κι όλα αυτά μπροστά σε 50 άτομα, δυστυχώς μάλλον εκτός κλίματος στην πλειονότητά τους. Ήταν ωστόσο μία ηδονική εμπειρία, για την οποία μοιάζει αστείο να γράψω ως κριτικός: δεν υπήρξα παρά συμμέτοχος σε κάτι που, αν ο κόσμος ήταν δίκαιος, θα έπρεπε να πάρει μυθικές, cult διαστάσεις.

Οι Wand έρχονται κατευθείαν από ένα βορειοανατολικό προάστιο του Λος Άντζελες και από εκείνη τη διαολεμένη σκηνή του, η οποία μας έχει δώσει μερικούς από τους πιο συναρπαστικούς ροκ δίσκους της δεκαετίας. Ο Ty Segall, οι Τhee Oh Sees, οι Fuzz, οι Cairo Gang, οι Meatbodies και οι White Fence είναι μερικά από τα πιο σημαντικά ονόματα της psych-garage κοιτίδας του Orange County. Μπάντες που ανταλλάσσουν συνεχώς μέλη μεταξύ τους, με ένα πνεύμα κοινότητας, αλληλεγγύης και αυθεντικότητας το οποίο παραπέμπει σε άλλες εποχές της ροκ μυθολογίας.

83zWand_2.jpg

Πριν λοιπόν τους Wand, ο frontman Corry Hanson έπαιζε στους Together Pangea και στους Meatbodies, μέχρι που σε ένα τζαμάρισμα με τους πρώην συμμαθητές του Lee Landey (μπάσο) & Evan Burrows (ντραμς), συνειδητοποίησε ότι υπήρχε ζουμί. Έτσι δημιουργήθηκαν οι Wand το 2013 και έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει 3 δίσκους, μέσα από τους οποίους αναζητούν τον ιδανικό συγκερασμό τριπαρισμένης folk, ψυχεδελικών μελωδιών, garage βρωμιάς και κιθαριστικών σόλο παλιάς κοπής.

Με αυτό ακριβώς το line-up έγραφε το δελτίο Τύπου πως θα εμφανισθούν στην Αθήνα, ευτυχώς όμως δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Η πρώτη ευχάριστη έκπληξη ήρθε όταν στη σκηνή του Six d.o.g.s ανέβηκε, ελαφρώς αργοπορημένο, όχι μόνο το βασικό τρίο, αλλά και ο Robert Cody στη δεύτερη κιθάρα (το πιο πρόσφατο δηλαδή μέλος τους), όπως και η Sophia –έτσι μας τη σύστησε ο Hanson– στα πλήκτρα. Οι Wand δηλαδή στην ολοκληρωμένη τους μορφή, ικανοί να αποδώσουν στο μέγιστο και να αγγίξουν τον συναισθηματικό πυρήνα των κομματιών που διαθέτουν.

83zWand_3.jpg

Πριν αρχίσει το live, είχα ένα προαίσθημα ότι οι Καλιφορνέζοι θα μας πιάσουν στον ύπνο, αλλά ειλικρινά αυτό που ακολούθησε ήταν ένα σενάριο βγαλμένο από τα πιο τρελά, εφηβικά, rock 'n’ roll όνειρά μου. Μία ώρα και είκοσι λεπτά έπαιξαν οι Wand, τα οποία βιώθηκαν ως δέκα. Και αν έπαιζαν μέχρι το πρωί, νομίζω δεν θα κουραζόταν κανείς να απολαμβάνει το μαγευτικό τους σόου. Ξεκίνησαν με μία θεατρική εισαγωγή (πιθανώς από το νέο τους άλμπουμ, που βγαίνει τον Σεπτέμβριο), και έκαναν γρήγορα σαφές πως δεν έχουμε να κάνουμε με μία ακόμη αναβιωτική μπάντα της διπλανής πόρτας.

Αφού λοιπόν δημιούργησαν κατάλληλη ατμόσφαιρα, άρχισαν να μας βουτάνε στα ενδότερα του κόσμου τους. Προτού συμβεί αυτό για τα καλά, τη στιγμή ακριβώς που είχαν ξεκινήσει να βρίσκουν δαιμονισμένο ρυθμό, ο Hanson σταμάτησε απότομα και ζήτησε να κλείσουν τα strobe lights, γιατί τον ενοχλούσαν και δεν μπορούσε να δει. Με το τέλος του κομματιού αστειεύτηκε πάνω στο γεγονός και είπε πως θα κάνουν πρόβες στο σκοτάδι, αποκλειστικά και μόνο για την επόμενη φορά που θα έρθουν στην Αθήνα. Ήταν ένα κομβικό σημείο, ουσιαστικά η πρώτη φορά που μας μίλησαν. Και έτσι καταλάβαμε ότι έχουμε να κάνουμε με άνετα άτομα, τα οποία είχαν έρθει να παίξουν όσο καλύτερα μπορούν τη μουσική τους· κάτι που έφερε χαλάρωση και στο κοινό.

83zWand_4.jpg

Από εκεί και πέρα, ακολούθησε μία γεμάτη ώρα χωρίς καμία απολύτως κοιλιά, η οποία μοίραζε συνεχώς αφορμές για ανατριχίλες. Στιβαρές αλλά ονειρώδεις κιθαριές που έσταζαν μελωδική παράνοια, διεστραμμένα ιδιοφυείς δεύτερες κιθάρες, επαναλαμβανόμενες μπασογραμμές και κρουστά που δεν έχασαν ούτε μία νότα, όλα υπό τα «μαγεμένα» πλήκτρα, τα οποία άχνιζαν μυστήριο και ρομαντισμό. Οι γέφυρες δε που ένωναν το ένα τραγούδι με το άλλο, αποδείχθηκαν σεμιναριακού επιπέδου: ο τρόπος δηλαδή με τον οποίον περνάγαμε από ψυχεδελικές μελωδίες βγαλμένες από το Laurel Canyon σε μία αλήτικη γκαράζ φρενίτιδα, και από εκεί σε art-rock πειραματισμό α-λα-Television και σε βυθιστικά kraut μοτίβα, είναι πραγματικά για εντατικά μαθήματα σε όλες τις τίμιες, φιλόδοξες εγχώριες μπάντες που ασχολούνται σήμερα με το ροκ. Έχουν παίξει τόσες πολλές φορές αυτά τα κομμάτια οι Wand, ώστε τα κατηύθυναν όπου ήθελαν με τρομαχτική άνεση.

83zWand_5.jpg

Επιλέγοντας σχεδόν ισάριθμα τραγούδια από κάθε τους δίσκο, μαζί με δύο-τρεις στιγμές από την επερχόμενη δουλειά, δεν άφησαν καμία ευαισθησία παραπονεμένη. Με τα “Broken Sun” και “1000 Days” κανάκευσαν τον πιο Αμερικάνο Syd Barrett μέσα μας, με τα κομμάτια από το Golem (2015) έβγαλαν την πιο fuzzy, σχεδόν ψυχεδελικά stoner πλευρά τους, ενώ το συγκινητικό φινάλε με το “Growing Up Boys” χάιδεψε την ψυχή κάθε ανθρώπου που έχει βρει το νόημα στη μουσική του Alex Chilton. Αναπόφευκτα, το highlight ήρθε με το παρανοϊκό “Cave In”, ένα τραγούδι «αφιερωμένο σε ένα σκοτεινό και σατανικό μέρος, την Αμερική», όπως είπε ο Hanson, γελώντας αμέσως μετά και ζητώντας μας να ξεχάσουμε ό,τι είπε.

83zWand_6.jpg

Για να συνοψίσω: ήταν από εκείνα τα live που ο κόσμος είναι μουδιασμένος στην αρχή με το πόσο άβολα λίγοι έχουν μαζευτεί, μα στο τέλος καταλήγει να έχει χύσει τον ιδρώτα της ζωής του, μένοντας εκστασιασμένος και τρέχοντας προς το merch για βινύλια και t-shirts, αλλά και για δυο κουβέντες με τον Corry Hanson, αυτόν τον τόσο ταλαντούχο και nerdy cool κιθαρίστα ή και με τη beat, ποιητική φιγούρα του Evan Burrows, για το πόσο φανταστική είναι η σκηνή του L.A. και πόσο απίστευτη ήταν η συναυλία.

Συμπέρασμα; Τα live που δεν θα ξεχάσεις ποτέ, έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις. Και αφήστε το promotion και τους κράχτες να κάνουν τη δουλειά τους. Αν ψαχτείτε λίγο, θα ζήσετε τους δικούς σας Wand.

{youtube}5QlT4Eheays{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured