Το ΙΛΙΟΝ Plus μύρισε βαμβάκι, καπνά και antebellum αμερικάνικο Νότο· κι όλα αυτά στις πλάτες του νορβηγικού black metal, χάρη στη μουσική των Zeal & Ardor. Οι καινοτόμοι Nεοϋορκέζοι, με ιθύνοντα νου τους τον Manuel Gagneux, τάραξαν τα νερά της σκληρής μουσικής με τον περσινό τους δίσκο Devil Ιs Fine. Αν και η παραγωγή του ήταν αρκετά μπακάλικη, το ιδιαίτερο μείγμα μαύρων spirituals και σκανδιναβικού black metal κατάφερε να δημιουργήσει μία πολύ ιδιαίτερη συζήτηση μεταξύ δύο φαινομενικά άσχετων ειδών. Αλλά πώς μεταφράστηκε αυτό σε ένα ζωντανό set;

93aZeal_2.jpg

H συναυλία ξεκίνησε με τη γενναία καθυστέρηση μίας ώρας και η μετάβαση μεταξύ των set των support συγκροτημάτων (που ήταν και δύο) έφτασε τους headliners να εμφανίζονται ...μιάμιση ώρα μετά από την προγραμματισμένη! Μουσικά, τώρα, η βραδιά φάνηκε να ισορροπεί μεταξύ αρκετά διαφορετικών genres, με τους Cyanna Mercury να μας παρουσιάζουν στην έναρξη το ιδιότυπο μείγμα τους από ψυχεδελικό ροκ και πρωτοπαγανιστικά, ανατολίτικα στοιχεία.

Η περιπετειώδης αθηναϊκή μπάντα υπήρξε μία αρκετά «μαλακή» επιλογή για να ανοίξει τη συγκεκριμένη συναυλία κι αυτό φάνηκε από τις αρχικά χλιαρές αντιδράσεις του ήδη γεμάτου χώρου, που γρήγορα όμως έγιναν εμφανώς θερμότερες. Η θεατράλε παρουσία του frontman Σπυρέα Σιδηρόπουλου (τόσο στα γκράντε φωνητικά, όσο και στο πιο moody τουμπερλέκι που έχει παιχτεί επί σκηνής) μάλλον βοήθησε στη δημιουργία μυστηριακής ατμόσφαιρας, όσο κι αν κάποια φάλτσα φωνητικά (όπως λ.χ. στους ανατολίτικους βοκαλισμούς του "The Lunatic") αποσυντόνισαν από την ύπνωση. Το set τους έκλεισε πάντως με σαφείς ιαχές εκ μέρους του κοινού, πράγμα που επιβεβαιώνει την επιτυχία της μπάντας να γεφυρώνει ετερόκλητους ήχους.

93aZeal_3.jpg

Σειρά είχαν οι (επίσης δικοί μας) :Skull & Dawn:. Αν και τους γνωρίσαμε κάποτε ως Défilé Des Âmes, ο ήχος τους έχει έκτοτε μετατοπιστεί σε πιο americana ακούσματα, με ιστορίες προδοσίας και θανάτου να χρωματίζουν τη μουσική τους. Ο ήχος δεν βοήθησε, αλλά το συγκρότημα –ζεστό ακόμα από τη support εμφάνισή του στην αθηναϊκή βραδιά της Chelsea Wolfe– κατάφερε τελικά να μας παρασύρει σε εικόνες του βαθύ αμερικάνικου Νότου.

Στο μονόωρο set ακούσαμε τραγούδια από τη μέχρι τώρα δισκογραφία τους, καινούριο υλικό από το επόμενο άλμπουμ (που σύμφωνα με τη μπάντα εμπνεύστηκε από τη σκέψη «μίας βόλτας με τον GG Allin στην Αθήνα») καθώς και μία διασκευή σε Violent Femmes, στο εξαιρετικό "Country Death Song". Αν και αποτέλεσαν έξυπνη ενωτική σκέψη εκ μέρους της διοργάνωσης, μιας και το dixie ηχόχρωμά τους μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει προπομπό για τα blues-y μέρη των Zeal & Ardor, η ένωση δεν μεταφράστηκε όσο επιτυχημένα όσο θα μπορούσε.

93aZeal_4.jpg

Και τη σκυτάλη για τα τελευταία μέτρα του τερματισμού ανέλαβαν οι headliners, Zeal & Ardor. To μουσικό πρότζεκτ του Gagneux μεταφράστηκε ζωντανά από 6 νοματαίους: μία μπασίστρια, έναν ρυθμικό κιθαρίστα, τον ντράμερ και δύο τραγουδιστές, οι οποίοι πλαισίωναν τον ίδιο τον Νεοϋρκέζο. Η μπάντα σέταρε τα όργανα μόνη της στο διάλειμμα, μετά τους προπομπούς της, έχοντας και μία ελαφριά διάδραση με το κοινό της πρώτης σειράς, μιας και το επέτρεπε ο μικρός και οικείος χώρος του ΙΛΙΟΝ Plus. Εμφανίστηκαν δε κουκουλοφόροι επί σκηνής, υπό τους ήχους ενός ηλεκτρονικού πρελούδιου, που δεν είχε μάλλον κάτι να προσφέρει στο μεταλλικό γκόσπελ αφήγημά τους.

93aZeal_5.jpg

Γρήγορα, επιδόθηκαν σε καταιγιστικούς μέταλ ρυθμούς και θρησκευτικό chanting. Ο ίδιος ο Gagneux τελεί τα χρέη κήρυκα του σατανικού Ευαγγέλιου, με στίχους όπως «Good God is a dead one/A Good Lord is a Dark One» και μοχθηρές υποσχέσεις σαν «the riverbed will run red with the blood of the saints and the blood of the holy». Μουσικά, αλλά και στιχουργικά, οι συνθέσεις των Αμερικάνων πατάνε επάνω στις θεματικές των spirituals των Αφροαμερικάνων σκλάβων και του προτεσταντικού εκχριστιανισμού της Νορβηγίας. Η δε μπάντα που έχει δημιουργηθεί για να στηρίξει το υλικό του Gagneux διαθέτει εξαιρετικά επιμέρους στοιχεία (όπως τη μπασίστρια και τον ντράμερ), οι οποίοι βαστάνε μεγάλο μέρος στη δημιουργία της κατανυκτικής ατμόσφαιρας, αλλά και τους τραγουδιστές, που ερμηνεύουν μαζί με τον frontman –συχνά σε κανόνα, ως riposta της κύριας μελωδίας του Gagneux.

93aZeal_6.jpg

Οι μελωδίες, που αποτελούν τους μουσικούς οδηγούς των σκέψεων του Νεοϋορκέζου, ήχησαν παράδοξα catchy και ο ίδιος τις μετέφερε άλλοτε με καθαρά κι άλλοτε με screaming –αλλά πάντα επιθετικά– φωνητικά, με βεβαιότητα και δυναμικότητα. Παρότι οι προαναφερθείσες μελωδικές γραμμές ήταν αρκετά παρόμοιες σε όλη τη διάρκεια της setlist, η ζωντανή τους αναπαραγωγή βοηθά σε μεγάλο βαθμό στο να μεταφραστούν καλύτερα απ' ό,τι στον δίσκο, κάτι που μάλλον οφείλεται στην κακή παραγωγή που έλαχε στο Devil Is Fine.

Μετά λοιπόν από τη λήξη της συναυλίας, η μεγαλύτερη μερίδα του κοινού μάλλον πείστηκε για το ιδιότυπο μουσικό κράμα των Zeal & Ardor, οι οποίοι έχουν βρει μία συνταγή που έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες «γεύσεις» σε βάθος χρόνου, και με περισσότερη δουλειά. 

{youtube}XozlIFO-Cb8{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured