Λίγες φορές έχω χαρεί διοργάνωση τόσο μεγάλης κλίμακας στην Ελλάδα, κάτι που απαιτεί πολλή –και σκληρή– δουλειά, στην οποία αξίζει να πούμε ένα «μπράβο». Τα ωράρια των εμφανίσεων τηρήθηκαν (σημαντικότατο, μιας και καθημερινή σημαίνει ότι μεγάλο μέρος του κόσμου ήταν ξύπνιο από νωρίς το πρωί), στις μπύρες και στις χημικές τουαλέτες δεν υπήρχαν ουρές (γιατί έχουμε ζήσει διάφορα στο παρελθόν, που τα γνωρίζει μόνο η εξοχή της Μαλακάσας) και ο ήχος ήταν τζάμι: δυνατός μα όχι εκκωφαντικός, ακουγόταν περίφημα όπου κι αν βρισκόσουν, όσο μακριά από τη σκηνή κι αν ήσουν. Μόνο παράπονο, ο καφές. Έναν κρύο φραπέ ψάχνεις ρε παιδιά όταν φτάνεις μες το μεσημέρι σε ένα φεστιβάλ, ούτε τις μπύρες θα αρχίσεις από τις 17.00, ούτε με αναψυκτικό θα τη βγάλεις.

Release16-2_2.jpg

Release16-2_3.jpg

Τη 2η μέρα του Release Athens άνοιξαν οι GAD., κάτω από ήλιο που τσουρούφλαγε και μπροστά σε ελάχιστους, οι οποίοι είχαν ακροβολιστεί όπου υπήρχε ίσκιος, με λίγους θαρραλέους να βάζουν αντιηλιακό και να κάνουν κερκίδα στο εγχώριο συγκρότημα. Το τελευταίο εμφανίστηκε χωρίς τον κανονικό του μπασίστα Μιχάλη Σεμερτζόγλου (τον αντικατέστησε ένας πιτσιρικάς, επάξια) και έδειξε για ακόμα μία φορά εξαιρετικό επαγγελματισμό, παίζοντας σφιχτά και με νεύρο, χωρίς διόλου να δείξει αποκαρδιωμένο για την προσέλευση –το σημειώνω, διότι μιλάμε για γκρουπ που κατά καιρούς έχει γεμίσει μόνο του συναυλιακούς χώρους με σημαντικό μέγεθος. Παρά τις προσπάθειές τους, ωστόσο, η εναλλακτικών καταβολών ποπ/ροκ πρότασή τους μάλλον έπεσε στο κενό, καθώς ήχησε παράταιρη με την ώρα, τη ζέστη και την ανάγκη των λιγοστών παρευρισκομένων να ανιχνεύσουν την Πλατεία Νερού και να πουν καμιά κουβέντα.

Release16-2_4.JPG

Επόμενος στη σειρά ο RSN (κατά κόσμον Άρης Αζιλαζιάν), ο οποίος παρατάχθηκε επί σκηνής με τη συνοδευτική του μπάντα, για ένα set που έδωσε έμφαση στην περσινή του κυκλοφορία, Analog Memories. Η δική του περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί η αντίστροφη των GAD.: το ανακάτεμα αυτό μεταξύ hip hop και soul, με τις trip hop αναφορές και τις 1990s καταβολές, ταίριαζε περισσότερο σαν άκουσμα με την περίσταση και υποστηρίχτηκε επιπλέον σωστά σαν ζωντανό θέαμα από την κιθάρα του Διονύση Μόρφη και τα πλήκτρα του Δημήτρη Δερμάνη.

Release16-2_5.JPG

Ωστόσο το υλικό μάλλον πέρασε και δεν ακούμπησε, ενώ η Thaliah στην εμπροσθοφυλακή μπορεί να εντυπωσίασε αρχικά ως φωνή, έδειξε όμως γρήγορα ότι υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος μέχρις ότου μπορέσει να σταθεί και ως ερμηνεύτρια. Οι μόνες ενδιαφέρουσες στιγμές προήλθαν έτσι από τη συμμετοχή του BnC, ενός ράπερ ικανότατου σε flow μα και σε χροιά, που όποτε έπαιρνε το μικρόφωνο ανέβαζε πίστα το live, σώζοντάς το από την τίμια μετριότητα.

Release16-2_6.JPG

Κάποια στιγμή, πάντως, θα άξιζε να κάτσουμε κάτω δημοσιογράφοι, διοργανωτές και μουσικοί για να συζητήσουμε –με ανοιχτά χαρτιά– το θέμα «καλοκαιρινά φεστιβάλ». Είμαι διατεθειμένος να δεχτώ, με πλήρη ρεαλισμό, ότι ένας εγχώριος καλλιτέχνης ίσως ωφελείται από το μεγάλο promo που γίνεται για ένα τέτοιο event (οπότε δεν ενδιαφέρεται για την προσέλευση υπό ντάλα ήλιο) ή ότι η διοργάνωση κερδίζει σε credit, παρουσιάζοντας ένα line-up με όγκο και λίγο ντόπιο χρώμα. Υπάρχει όμως και το θέαμα, που είναι μονίμως αποκαρδιωτικό και ρουτινιάρικα αναπαράγεται ως τέτοιο σε κάθε σχεδόν ανταπόκριση στον τύπο. Ο Έλληνας, τέλος πάντων, αρνείται να ακολουθήσει τη φόρμα μιας φεστιβαλικής κουλτούρας που έχει υιοθετηθεί με βάση τη Δυτική εμπειρία και δεν πρόκειται να αλλάξει συνήθειες. Υπάρχει λοιπόν όντως νόημα να επιμένουμε σε αυτήν;

Release16-2_7.JPG

Λίγο πάντως πριν ξεκινήσουν οι Chinese Man, άρχισε να φτάνει αισθητά περισσότερος κόσμος στην Πλατεία Νερού, ενώ πολλοί σηκώθηκαν πρόθυμα από τους ίσκιους όταν εμφανίστηκαν οι Γάλλοι, δημιουργώντας ένα μικρό πλήθος έμπροσθεν της σκηνής, έτοιμο να υπακούσει στα κελεύσματά τους. Κάπως έτσι, συγκροτήθηκε η πρώτη ενθουσιώδης κερκίδα της 2ης μέρας του Release Athens. Και βλέποντάς τη, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ γιατί οι Chinese Man δεν έπαιξαν δεύτεροι στη σειρά του line-up, με δεδομένο ότι πρόκειται για μια μπάντα που ο νεαρόκοσμος της Αθήνας τιμά σε σημαντικά νούμερα σε κάθε της επίσκεψη. Θυμηθείτε λ.χ. τι έγινε μόλις πέρυσι στον Βοτανικό, διαβάζοντας την ανταπόκριση του Μιχάλη Τσαντίλα (εδώ).

Release16-2_8.JPG

Διαβάζοντας τώρα κι εγώ την ανταπόκριση του Μιχάλη, κάπως δυσκολεύομαι να τη συσχετίσω με όσα είδα στην Πλατεία Νερού. Ναι, υπήρχαν κι εδώ τα βιντεάκια από πίσω, τα οποία και «νοστίμισαν» το αποτέλεσμα, βάζοντας το οπτικό δίπλα στο ακουστικό. Και πράγματι, όταν οι MCs Tumi & Youthstar αναλάμβαναν την εμπροσθοφυλακή, κάτι κουνιόταν, αφού απ' όλο το χαρμάνι των 3 «Κινέζων» (High Ku, Sly & Ze Matteo) το hip hop στοιχείο είναι εκείνο που μάλλον τους πάει περισσότερο. Και πάλι, όμως: μιλάμε για κάτι απλά ΟΚ, το οποίο σε συνθήκες ζωντανής παρουσίασης χάνει ακόμα και αυτό το υπόβαθρο όταν αρχίζει και ξανοίγεται σε λίγο funk, λίγο reggae/dub, λίγο balkan, λίγο όλα-τα-σφάζω-όλα-τα-μαχαιρώνω διαδρομές. Με αποτέλεσμα ένα κατά τη γνώμη μου επιδερμικό και ακαλαίσθητο in-the-mix, που απλά διατηρεί έναν κάποιον/όποιον ρυθμό για όσους είναι σε διάθεση να ρολάρουν με οτιδήποτε παραπέμπει σε «λικνίζομαι», έτσι γενικώς και αορίστως.

Release16-2_9.JPG

Δεν παραβλέπω πάντως ότι το κοινό πέρασε καλά με τους Chinese Man, το έδειξε άλλωστε με τις ιαχές του και με την ενθουσιώδη του συμμετοχή στις χέρια δεξιά/αριστερά προτροπές του Tumi και του Youthstar. Εγώ πάντως, για να την πω ευθαρσώς την αμαρτία μου, έζησα μία από τις πιο υπέροχες στιγμές του όλου event όταν για λίγο απλώθηκε ησυχία μετά το τελευταίο κομμάτι των Γάλλων.

Release16-2_10.JPG

Τη 2η θέση στο line-up της 2ης ημέρας του Release Athens έφαγαν από τους Chinese Man οι Scott Bradlee's Postmodern Jukebox, μια πολυμελής μπάντα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα με στόχο να κάνει την έκπληξη –αποσκοπώντας, ίσως, σε περαιτέρω ερχομούς, τώρα που γυρνάει η ρετρό φάση και η Αθήνα σουινγκάρει; Το βρήκα λοιπόν δικαιολογημένο ένα κάποιο τρακ στο ξεκίνημα, που τους ώθησε να προσπαθήσουν να εξερευνήσουν τις διαθέσεις του κοινού με υπερβολικά οικεία αμερικάνικα κόλπα. Ο κόσμος, πάντως, ανταποκρίθηκε αμέσως θετικά, δείχνοντας ότι μπορεί να περίμεναν τον Parov Stelar, θα τους έδιναν όμως την ευκαιρία την οποία ζητούσαν.

Release16-2_12.JPG

Το πνευματικό αυτό παιδί του 34χρονου Νεοϋορκέζου Scott Bradlee προσφέρει ένα πλήρως ρετρό, αναβιωτικό, παρελθοντολάγνο σόου βασισμένο σε περασμένες δόξες της αμερικάνικης σόου μπιζ –λίγο Andrews Sisters εδώ, λίγο σουίνγκ εκεί, λίγο τζαζ στις ενορχηστρώσεις, λίγη soul με Motown σφραγίδα παρακάτω και τούμπαλιν– όμως η «ανακαίνιση» είναι προσεγμένη, βασισμένη σε πολύ καλά παιξίματα και σε καλογυμνασμένες φωνές, αρκετές μάλιστα με σημαντική έκταση. Σε πρώτη εντύπωση, λοιπόν, σε πιάνουν.

Release16-2_11.JPG

Αλλά το πρόβλημα βρισκόταν στη διάρκεια. Μόλις έγινε δηλαδή η πρώτη γνωριμία, άρχιζες να παρατηρείς ότι το άψογο προβάρισμα επικρατούσε της ουσίας και ότι πάνω από τη μουσική υψωνόταν το θεατράλε του όλου πράγματος: μια φώτα/κίνηση/πάμε! νοοτροπία, η οποία στόχευε τους γοφούς και τα μάτια σου και μπέρδευε επικίνδυνα το απαραίτητο free your mind (ώστε να μπορεί κι ο ass να follow), με το πάτα-το-οff στο mind, για να μην αρχίσεις να τα βρίσκεις όλα ίδια και να μην αρχίσεις να βαριέσαι ή να επαναστατείς απέναντι σε μελωμένα ξενέρωτες πιανιστικές εκδοχές του "Halo" της Beyoncé ή στην απόφαση της μπάντας να μετατρέψει το theme του Πολέμου των Άστρων σε κλαπατσιμπαλέ instrumental για να χορέψει κλακέτες μία του θιάσου. Τον Πόλεμο των Άστρων, ρε;

Release16-2_13.JPG

Εκεί γύρω στις 22.30, όμως, ήρθε η ώρα του Parov Stelar. Και δεν πήρε παρά 1-2 τραγούδια για να ξεχάσεις τι είχε προηγηθεί (είτε καλό το έβρισκες, είτε όχι), αφού ευθύς εξαρχής η μπάντα του ήχησε μίλια μακριά συγκριτικά με ό,τι είχαμε ακούσει. Το κοινό βέβαια το περίμενα περισσότερο, με βάση τα όσα λέγονται για το γκελ του Αυστριακού καλλιτέχνη στα καθ' ημάς. Πάντως ήταν πολύ, δεν ξέρω αν ήταν «όσο πολύ» χρειαζόταν το φεστιβάλ, σε καμία όμως περίπτωση δεν θα έλεγα πως ο «Στελλάρας» –όπως αποκάλεσε τον Marcus Füreder μια πιτσιρίκα μπροστά μου– απέτυχε να προσελκύσει τους θαυμαστές του σε αυτό το νέο του ελληνικό ραντεβού.

Release16-2_14.JPG

Κι αν δεν συντονίστηκαν όλοι με το καλημέρα, με το που ακούστηκε το "Clap Your Hands" η Πλατεία Νερού άρχισε μαζικά τον χορό, ο οποίος μπροστά και στα πλάγια θα παρέμενε ξέφρενος μέχρι και το τέλος του set, με τα κορίτσια να ηγούνται και τα αγόρια να ακολουθούν –μέχρι κι ένας μπερδεμένος τύπος με indie βερμούδα και μπλουζάκι Fates Warning πήρε φωτιά σε κάποιο σημείο κι άρχισε να συνοδεύει την καλή του. Τα κάπως ντεμοντέ ηλεκτρονικά όπλιζαν με beats, τα πνευστά επιτίθονταν κατά κύματα με αλάνθαστα ξέφρενη απόδοση υπό τις διαταγές του λοχαγού Max The Sax και η Cleo Panther στην αιχμή του δόρατος έδινε τις σουίνγκ προσταγές, επιβλητική από φωνητικής άποψης και άψογη σε στυλ με τις καπελαδούρες της και τα συναφή. Στη δε setlist χώρεσαν τόσο επιτυχίες σαν το "Booty Swing", όσο και νέα τραγούδια σαν το "Cuba Libre", που έγιναν δεκτά με χειροκροτήματα. 

Release16-2_15.JPG

Η 2η μέρα του Release Athens ήταν κομμένη και ραμμένη για ένα κοινό πολυπληθές και νεανικό στην πλειονότητά του, το οποίο δηλώνει πιο σοφιστικέ απ' όσα μπορεί να εκφράσει μια κατάσταση εγχώριας λαϊκής πίστας, μα δεν αποζητά και κάποια ιδιαίτερα στενή σχέση με τη μουσική: κάτι έξω καρδιά να δίνει τον ρυθμό στο φόντο ώστε να μαζευτούν κεφάλια, να δούμε λίγο κόσμο, να χορέψουμε και (γιατί όχι;) να ανταλλάξουμε και κανά κινητό, είναι αρκετό. Η επιτυχία του Parov Stelar στη χώρα μας εξηγείται λοιπόν εύκολα, γιατί ήρθε και κούμπωσε με αυτή τη νοοτροπία/ανάγκη σε ένα «σωστό» τάιμινγκ αναβίωσης του swing.

Release16-2_16.JPG

Από εκεί και πέρα, ξεκινά μια συζήτηση που δεν είναι επί του παρόντος. Και επειδή ένα γκράντε καλοκαιρινό φεστιβάλ σαν το Release Athens δεν γίνεται να αδιαφορεί για τα γούστα μιας τόσο μεγάλης μερίδας μουσικόφιλων, αλλά και επειδή γέφυρες μπορούν εν τέλει να στηθούν ακόμα και με hardliners σαν εμένα, που διατείνονται ότι όλα «αυτά» είναι μουσικές για φλώρους και για γκόμενες. Γιατί τα απλά και δίχως σημαντικές καλλιτεχνικές περγαμηνές ηλεκτρονικά σουίνγκ του Parov Stelar αποκτούν άλλο νόημα όταν τα βλέπεις ζωντανά, να πετυχαίνουν τέτοια αβίαστη μέθεξη με τόσο πολύ κόσμο. Έστω λοιπόν κι αν έχει ξεθωριάσει πια εκείνο το περίφημο «it don't mean a thing if it ain't got that swing» πνεύμα, όπως το δίδαξε μισό και βάλε αιώνα πριν ο Duke Ellington, ο Αυστριακός το διατηρεί αν μη τι άλλο ζωντανό και επί σκηνής το υπερασπίζεται τόσο άψογα χάρη σε περσόνες σαν την Cleo Panther και τον Max The Sax, ώστε, ακόμα κι αν δεν σε πείσει τελικά να διασκεδάσεις κι εσύ μαζί του, σου αφαιρεί τα περιθώρια να γκρινιάξεις.  

{youtube}KsOIWeK9qSU{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured