search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Ο περισσότερος κόσμος άργησε να έρθει στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών το Σάββατο, με αποτέλεσμα να χάσει την καλύτερη στιγμή της 3ης μέρας του φεστιβάλ –το περίπου 20λεπτο set του Νίκου Κυριαζόπουλου δηλαδή, που στηρίχτηκε σε έναν λαβύρινθο από ντελικάτους και αβαρείς βόμβους...

Χώρος | Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 9/4/2016
Φωτογράφος | Ντιάνα Καλημέρη (εκτός από 2)

Έκτη χρονιά αισίως η φετινή για το Borderline, ένα όντως ανήσυχο φεστιβάλ, με πάντοτε ενδιαφέρουσες προτάσεις από τον χώρο του σύγχρονου πειραματισμού. Στο μικρό αμφιθέατρο της Στέγης Γραμμάτων & Τεχνών, βρέθηκαν το Σάββατο 3 αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους πρότζεκτ: αρχικά αυτό του Νίκου Κυριαζόπουλου, έπειτα η performance Politiken der Frequenz των Marcus Schmickler & Julian Rohrhuber και τέλος οι αυτοσχεδιασμοί των Rabih Beaini & Raed Yassin.

Για το πρώτο σετ, ο κόσμος ήταν σχετικά λιγοστός. Οι περισσότεροι, που ήρθαν αργότερα, έχασαν την καλύτερη μάλλον στιγμή της 3ης Borderline ημέρας, την περίπου 20λεπτη δηλαδή σύνθεση που μας παρουσίασε ο Κυριαζόπουλος. Μια σύνθεση χτισμένη πάνω στον δικής του κατασκευής modular συνθετητή, με πλούσιες διακυμάνσεις και εξαιρετικές επιλογές στην υφή των συχνοτήτων.

Brdr3_2.jpg

Μιλάμε βεβαίως για συχνότητες, όχι για νότες. Ήταν όμως από τις (ίσως όχι τόσο συχνές) φορές που κάτι τέτοιο δεν καθιστούσε τη μουσική δύσκολη ή δυσπρόσιτη. Ξεκινώντας από πολύ χαμηλά σε επίπεδο έντασης, ο Κυριαζόπουλος εισήγαγε «με το γάντι» τον ακροατή στη λογική και στην ηχητική συμπεριφορά της σύνθεσής του. Λεπτοφτιαγμένοι κύκλοι μπλέκονταν ο ένας στον άλλον και μεταμόρφωναν ο ένας τον άλλον, δημιουργώντας τελικά ένα αξεδιάλυτο κουβάρι από παλμικούς τόνους, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν ένα μεγάλο φάσμα συχνοτήτων, χωρίς ποτέ να σου τρίξουν το αυτί και να γίνουν επιθετικοί.

Μέσα σ’ αυτήν την παλμική αρχιτεκτονική, η κίνηση και η ρευστότητα του εσωτερικού διάκοσμου είναι περίπου καταστατικές έννοιες. Ο Κυριαζόπουλος χειρίστηκε θαυμάσια τη δυναμική της, με λεπτομερείς διακυμάνσεις της έντασης και με διεξοδική λογική στην ίδια την εξέλιξη της σύνθεσης. Η περιήγηση του ακροατή μέσα στον λαβύρινθο από ντελικάτους και αβαρείς βόμβους γινόταν απρόσκοπτα κι έκρυβε αρκετή ικανοποίηση στο τέλος, όταν το μακρύ, σχολαστικό fade-out μας προσγείωσε με τον πλέον ομαλό τρόπο στην έξοδο. Το ζεστό χειροκρότημα των λίγων παρευρισκομένων, ήταν απολύτως δικαιολογημένο.

Brdr3_3.jpg

Σειρά, λίγο αργότερα, είχε ό,τι περιγραφόταν ως «περφόρμανς με χορωδία». Ωστόσο, μην πάει ο νους σας σε τραγούδι, ψαλμωδίες ή οτιδήποτε παρόμοιο. Η πενταμελής χορωδία –η Μυρτώ Θεοδωράκη, ο Δημήτρης Μηλιώτης, η Δήμητρα Πανδώρα, ο Σαράντος Ρηγάκος και η Ειρήνη Σγούρη– διάβαζε συντονισμένα ένα κείμενο θεωρητικού προσανατολισμού (μεταφρασμένου στα ελληνικά) γύρω από αυτό που περιγράφει ο τίτλος της performance: Politiken der Frequenz, δηλαδή «η Πολιτική της Συχνότητας». Πολιτική, μουσική και μαθηματικά, λοιπόν, με το ερώτημα να βρίσκεται στο πώς (ή στο εάν) μπορεί αυτούσια η θεωρία να εκφραστεί ως τέχνη.

Brdr3_4.jpg

Οι απαντήσεις που έδωσαν με το έργο τους οι Marcus Schmickler & Julian Rohrhuber (ο πρώτος είναι συνθέτης, ο δεύτερος καθηγητής μουσικής, πληροφορικής και θεωρίας των μέσων), προσωπικά δεν μ’ έπεισαν καθόλου. Το κείμενο ήταν δηλαδή μια χαρά εύστοχο: ακολουθούσε τον φιλόσοφο Alain Badiou στο βιβλίο του Le Nombre et les Nombres (Ο Αριθμός και οι Αριθμοί –αμετάφραστο ακόμα στα ελληνικά) και εστίαζε στην κυριαρχία των αριθμών σε εκφάνσεις του βίου στις οποίες φαινομενικά δεν έχουν καμία θέση (π.χ. οι κοινωνικές επιστήμες ή η μουσική) και στη συνεπαγόμενη (και εξόχως πολιτική) πεποίθηση πως το οτιδήποτε μπορεί (ή ακόμη χειρότερα πρέπει) να είναι μετρήσιμο, προκειμένου να του αποδοθεί η όποια σημασία. Το ζήτημα όμως είναι πώς μεταφέρεις αυτές τις ιδέες σε μία παράσταση. Γιατί, αν αδιαφορήσουμε παντελώς για την αισθητική αξία του παραγόμενου αποτελέσματος, τότε μάλλον ένα επιστημονικό συνέδριο είναι πιο ενδεδειγμένος τόπος παρουσίασης ενός τέτοιου έργου, παρά ένα φεστιβάλ τεχνών.

Brdr3_5.jpg

Μπορεί επομένως το αποτέλεσμα να σου έδινε τροφή για σκέψη, όμως η παρουσίασή του υπήρξε αρκετά προβληματική. Καταρχάς, το ίδιο το κείμενο απαιτούσε μια κάποια συγκέντρωση για να γίνει κατανοητό, κάτι που δεν ευνοούνταν από τον τρόπο με τον οποίον διαβαζόταν: πολλές φορές, οι 5 επιτελεστές πάλευαν να ακουστούν πάνω από ένα θορυβώδες ηχητικό περιβάλλον, ενώ προσωπικά δυσκολευόμουν να ακολουθήσω τη λογική του κειμένου μέσα στην όλη βαβούρα. Και τα ίδια τα ηχοτοπία, παρόλο που διέθεταν προσεκτική συχνοτική διαστρωμάτωση, δεν είχαν να προσφέρουν σημαντικά πράγματα, αν κριθούν για τις μουσικές τους ποιότητες. Είναι ένα πράγμα το να έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις και ένα άλλο να βρεις τον κατάλληλο τρόπο για να το πεις. Και, ως προς το τελευταίο, νομίζω πως η performance υστερούσε σημαντικά, όσο εύστοχο κι αν ήταν το κείμενο.

Brdr3_6.jpg

Για το τέλος, είχαμε την αυτοσχεδιαστική συνύπαρξη δύο Λιβανέζων, του Rabih Beaini και του Raed Yassin. Ο δεύτερος χειριζόταν ένα κοντραμπάσο, ο πρώτος (ο οποίος εκτός των άλλων είναι και ιδρυτής του ενδιαφέροντος label Morphine Records) έπαιρνε το σήμα και το επεξεργαζόταν κατά το δοκούν.

Τα πράγματα βέβαια δεν ήταν τόσο απλά, κυρίως γιατί ο Yassin δεν χρησιμοποιούσε το κοντραμπάσο με τους τυπικούς τρόπους. Ξεκίνησε λ.χ. το σετ με τρεις μεταλλικές βέργες περασμένες μέσα από τις χορδές, προκαλούσε ταλάντωση χτυπώντας διαρκώς εκείνη που βρισκόταν κοντά στο ηχείο, άλλαζε τον ήχο μετακινώντας τις άλλες δύο (που ήταν στερεωμένες στην ταστιέρα), έμπλεκε αργότερα στις χορδές ένα φύλλο χαρτί, ακουμπούσε στις παλλόμενες βέργες διάφορα αντικείμενα και γενικώς παρήγαγε ήχους με μια σαφή υλικότητα, αλλά με αρκετή πολυμορφία.

Brdr3_7.jpg

Αργότερα χρησιμοποίησε και δοξάρι, πρώτα τρίβοντας δύο μεταλλικά δοχεία με διαφορετική τονικότητα και ύστερα την ανοιχτή μπάσα χορδή του οργάνου, στερεώνοντας και κάποιες βίδες κοντά στον καβαλάρη, οι οποίες έδιναν ένα διαρκές τρίξιμο. Με όλα τούτα σαν πρώτη ύλη, ο Beaini έφτιαχνε λούπες, τις οποίες έπειτα διαστρέβλωνε ή τις άφηνε καθαρές να διαδρούν με τις υπόλοιπες παραμορφώσεις –δημιουργώντας, πάντως, ένα συχνοτικό σύννεφο με αξιοπρόσεκτη δυναμική.

Θα πρέπει να έπαιξαν ένα 40λεπτο, σε ένα σετ «ακουστικού noise», με αρκετή φαντασία, αλλά και με δεδομένα, μάλλον, όρια. Στάθηκε πάντως όμορφο κλείσιμο για την 3η μέρα του φετινού Borderline.