search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Αμφισημία, ακραία ντεσιμπέλ και γατάκια κάθε άλλο παρά ...γούτσου-γούτσου έχτισαν μια συναυλία με πρόσβαση στο ψυχοσωματικό. Δεν την άκουγες απλώς, δηλαδή, αλλά με έναν τρόπο την ένιωθες. Ψυχή τε και σώματι, που λένε...

Χώρος | Six d.o.g.s., Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 4/3/2016

«Είναι δυνατό», μας έλεγε πριν λίγες ημέρες ο Aidan Baker (βλ. εδώ), «να βρούμε στιγμές νοήματος, σ’ ένα περιβάλλον όπου γενικώς επικρατεί η απουσία νοήματος». Μιας που βρισκόμαστε στο πεδίο του συμβολικού, μπορείτε να αντικαταστήσετε την τελευταία με τα ακραία ντεσιμπέλ ή με τα απλοϊκά ρυθμικά τα οποία αναπαράγονταν μηχανιστικά από ένα από τα μαραφέτια που είχε μπροστά του ο Καναδός κιθαρίστας (παραμορφωτές, recorders κ.λπ.). Ή με τις εικόνες που προβάλλονταν στη ράχη της σκηνής, οι οποίες σχεδόν μετέτρεπαν το οικόσιτο σε άγρια φύση: δείχνοντας μικρά γατάκια, γενικώς χαριτωμένα, αλλά που σου προκαλούσαν μια απροσδιόριστη ανησυχία μέσα από τα πολύ κοντινά πλάνα, την αργή κίνηση και τα διάφορα φίλτρα που έπαιζαν με τα χρώματα και την ανάλυση της εικόνας.

Η αμφισημία είναι κι αυτή, σύμφωνα με τον Baker, στις προθέσεις των Nadja. Και, αν ρωτάτε εμένα, μπορεί να γίνει πολύ δημιουργική αν χρησιμοποιηθεί σωστά. Ο Baker και η Leah Buckareff την έκαναν λοιπόν να δουλέψει υπέρ τους στη 1 ώρα που βρέθηκαν στη σκηνή του Six d.o.g.s. το βράδυ της Παρασκευής.

Nadja_2.jpg

Προσωπικά, μετά το μισάωρο έφυγα από τα κεντρικά του ακροατηρίου (υποθέτω κάτι παραπάνω από 100 άνθρωποι συνολικά) και στάθηκα κάπου παράμερα, παλεύοντας να αποδιώξω ένα αίσθημα κλειστοφοβίας που είχε αναδυθεί απ’ το πουθενά. Το προσμετρώ κι αυτό στα θετικά της συναυλίας, με την έννοια ότι η μουσική των Nadja είχε όντως πρόσβαση στο ψυχοσωματικό: δεν την άκουγες απλώς, δηλαδή, αλλά μ’ έναν τρόπο την ένιωθες. Ψυχή τε και σώματι, που λένε…

Σ' ένα πρώτο τουλάχιστον επίπεδο, ίσως ήταν αυτό το ερμητικό: μια ηχητική δίνη από την οποία δεν έμοιαζε να υπάρχει ορατή διαφυγή· όπου το κάθε ριφ που προστίθετο στο προηγούμενο έμοιαζε να σε οδηγεί πιο βαθιά μέσα της. Πάνω στο μονότονα επαναλαμβανόμενο beat, η Buckareff έχτιζε μια δυνατή μπασογραμμή (η οποία σε σημεία τράνταζε κυριολεκτικά τα ντουβάρια, κάνοντάς σε να αμφισβητείς ακόμα και την ίδια τη στερεή κατάσταση της ύλης), ενώ o Baker έβαζε το ένα ριφ πάνω ή μέσα στο άλλο, σχηματίζοντας πυκνούς όγκους ενός απρόσωπου θορύβου. Μέσα από τους οποίους ξεπηδούσανε πότε-πότε κάποιες υποψίες γλυκερών μελωδιών.

Nadja_3.jpg

Πίσω εντωμεταξύ απ’ το βιομηχανικό μαύρο, οι γάτες συνέχιζαν, μέσω των αργών και κοντινών πλάνων, να μεταφέρουν εκείνο το απροσδιόριστο της φυσικής κατάστασης. Μια ανησυχία που τελικά προέρχεται από την αδυναμία μας να την εντάξουμε στα σχήματα με τα οποία έχουμε συνηθίσει να ερμηνεύουμε τον κόσμο, όπου τα μικρά γατάκια συμβολίζουν το όμορφο, το χαριτωμένο και το πολύ γούτσου-γούτσου.

Όλα αυτά προσέδιδαν στο όλο πράγμα έναν μετεωρισμό, ο οποίος μάλλον με κατάδυση θα πρέπει να παρομοιαστεί, παρά με αιώρηση. Χωρίς να μας πουν κουβέντα πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας του σετ –αλλά και χωρίς να μας το παίζουνε καταραμένοι καλλιτέχνες που αναπνέουνε δήθεν μέσα στην απόσταση την οποία δημιουργούν με το ακροατήριό τους– οι Nadja μας έλουσαν με τους θορύβους και τις δονήσεις τους. Και για όποιον/α, επίσης, ήθελε να δει τα πράγματα έτσι (διότι δεν είναι ζήτημα ικανότητας ή εκπαίδευσης, αλλά περισσότερο θέλησης), μέσα στους αργοκίνητους ηχητικούς όγκους κρύβονταν καλά αρκετές αμφισημίες ή αντιφάσεις. Οι μόνες που μπορούσαν να προσφέρουν μια διέξοδο από το περίκλειστο και ορμητικό μουσικό τους σύμπαν. 

Nadja_4.jpg

Πριν από τη δυνατή (με όλες τις έννοιες) εμπειρία του λάιβ των Nadja, στη σκηνή του Six d.o.g.s. βρέθηκαν οι Amberclock αρχικά και οι Black Spring εν συνεχεία. Στους πρώτους οφείλω μία συγγνώμη, καθώς ανειλημμένες υποχρεώσεις καθυστέρησαν την άφιξή μου και δεν πρόλαβα ούτε δευτερόλεπτο. Όσο για τους δεύτερους, ήταν αυτό που λέμε «όνομα και πράγμα»: μια άνοιξη μαύρη κι άραχνη. Δηλαδή, αν είναι έτσι η άνοιξη, τι να σου κάνει κι ο χειμώνας;

Nadja_5.jpg

Η προσέγγισή τους είχε κάτι το νιχιλιστικό, με την εμπιστοσύνη στην παραμόρφωση και στις εκκωφαντικές εντάσεις να είναι απόλυτη. Πατούσαν στο noise και στο industrial, η κιθαριστική τους λογική  θύμιζε τα σκοτάδια των Sunn O))), ενώ το σκηνικό συμπλήρωνε μια φωνή που ούρλιαζε ακατάληπτα και –εννοείται– ένα συμπαγές τείχος θορύβου από τα διάφορα πετάλια που χρησιμοποιούσε το ντουέτο. 

Ήταν καλοί οι Black Spring, είχανε σίγουρα ένα δεδομένο kick. Κι αν σε κάποιες φάσεις ο νιχιλισμός τους έκανε να ηχούν λιγάκι μονολιθικοί, νομίζω πως αυτή η ίδια μονολιθικότητα έδινε ταυτόχρονα και μια αλήθεια στο εγχείρημά τους. Επομένως, υπό μια τέτοια λογική, μπορεί να ειδωθεί και σαν το καλύτερο παράσημο.