search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

26 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο σπουδαίος συνθέτης ξαναζεί στη σκηνή του Gazarte παραμένοντας ασυμβίβαστα λαϊκός. Επιδιώκει όμως και επικοινωνία με ένα κοινό που διαθέτει περαιτέρω αναφορές, έχοντας κοιτάξει πλέον πέρα από τον ορίζοντα μιας τυπικής γειτονιάς της παλιάς Αθήνας...

Χώρος | Gazarte, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 9/12/2018
Φωτογράφος | Vánagandr Fenrir

Ο Γιώργος Ζαμπέτας είναι συνθέτης αγαπητός στον κόσμο· και αναγνωρίσιμος. Η πενιά του στο μπουζούκι, οι εισαγωγές στις συνθέσεις του, οι χαρακτηριστικές ερμηνείες, η ίδια του η φιγούρα ακόμα. 26 χρόνια μετά τον θάνατό του, νομίζεις ότι δεν μένει κάτι άλλο να μάθεις για εκείνον. Όμως φέτος τον χειμώνα ο Σταύρος Ξαρχάκος αποδεικνύει στο Gazarte ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα· ότι ο Ζαμπέτας δεν είναι δεδομένος.

Λέγοντας «ο Σταύρος Ξαρχάκος» και όχι «ο Σταύρος Ξαρχάκος και η Χάρις Αλεξίου», διόλου δεν επιθυμώ να υποφωτίσω τον ρόλο της ή να υπονοήσω το οτιδήποτε μειωτικό. Είναι η αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια της παράστασης αυτής η Χάρις Αλεξίου, αλλά και ο κυρίως πομπός μέσω του οποίου μας ξανασυστήνεται ο Ζαμπέτας. Όσο κι αν η ματιά σου έλκεται ανά σημεία από τη σπαρτιατική φιγούρα του Ξαρχάκου και τις νευρώδεις κινήσεις με τις οποίες εκτελεί τον ρόλο του μαέστρου, όσο κι αν το βλέμμα περιπλανηθεί στους μουσικούς, βασικός μαγνήτης παραμένει από την αρχή ως το τέλος η Αλεξίου. Η οποία, ντυμένη τον Ζαμπέτα, γίνεται ξανά –μετά από χρόνια, ίσως– η «Χαρούλα»· το κορίτσι εκείνο που για μια ολόκληρη εποχή προσωποποίησε την Ελλάδα και την έκανε να φαίνεται και λαμπρότερη από ό,τι ήταν, σηκώνοντάς τη στους «ώμους» της φωνής της. Πριν αποφασίσει ότι ήθελε να δει κι άλλα πράγματα, να ζήσει και άλλες ζωές.

73Alx_2.jpg

Έμαθα ότι το Gazarte ήταν γεμάτο στην πρεμιέρα (αναμενόμενο), όμως τη δεύτερη μέρα έβρισκες άνετα εισιτήρια ακόμα και μισή ώρα πριν την έναρξη, ενώ λιγοστά τραπέζια εδώ κι εκεί έμειναν άδεια. Εκπλήσσει, ίσως. Ωστόσο το Gazarte, αν και από τους ωραιότερους συναυλιακούς χώρους στην Αθήνα (συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προδιαγραφών), παραμένει κάπως απλησίαστο για το νεότερο ειδικά κοινό· λόγω τιμών, αλλά και λόγω ενός «επίσημου», κομματάκι βαρύγδουπου χαρακτήρα. Αναπόφευκτα(;) λοιπόν, το παρών έδωσαν μεγάλες ηλικίες, με διάσπαρτα μόνο αγορίστικα και κοριτσίστικα πρόσωπα να σπάνε την πρωτοκαθεδρία τους στους καθήμενους. Δεν ξέρω αν θα έχει κάποια σημασία αυτό για την προσέλευση στις επόμενες ημερομηνίες του προγράμματος.

73Alx_3.jpg

Ο Ζαμπέτας του Ξαρχάκου αποδίδεται με πίστη, παραμένοντας ασυμβίβαστα λαϊκός. Το πρόγραμμα ανοίγει με προηχογραφημένη βρόχα στρέιτ θρου και "Αποσπάσματα Από Έρωτες (part II)" και συχνά «διακόπτει» για να δώσει τον λόγο στο τιμώμενο πρόσωπο, το οποίο ξαναστέκεται εμπρός μας μέσα από τη βιογραφία του. Διατηρείται έτσι καίριος και ακέραιος, με το κοφτερό του χιούμορ σε πρώτο πλάνο. Και ποιος δεν γέλασε αλήθεια (ίσως πικρά), όταν εξέφρασε την αέναη καχυποψία του για την εξουσία στην Ελλάδα, αναρωτώμενος πώς γίνεται να φταίει εκείνος αν έπεσε πάλι έξω ο προϋπολογισμός. Απολαυστική όμως αποδεικνύεται και η επιστολή που έστειλε στον Ξαρχάκο το 1971 (όταν ο τελευταίος βρισκόταν στο Παρίσι), την οποία μας διάβασε ο ίδιος ο παραλήπτης, τονίζοντας τη ζαμπέτεια προτροπή να μη σκάει και να «τα γράψει όλα στο καυλί του». Μάλιστα κύριε, στο καυλί του.

73Alx_4.jpg

Αλλά ο Ζαμπέτας του Σταύρου Ξαρχάκου αποδίδεται και με τόλμη. Με έναν τρόπο δηλαδή ο οποίος επιδιώκει να επικοινωνήσει με τον σύγχρονο ακροατή –αυτόν που διαθέτει και περαιτέρω αναφορές, έχοντας ζήσει πέρα από τον ορίζοντα μιας λαϊκής γειτονιάς της Αθήνας· γνωρίζοντας (πλέον) πολύ καλά και από πολυτέλειες και από πολυκατοικίες. Μπαίνοντας λ.χ. στο "Που 'Σαι Θανάση", η ορχήστρα παίζει το θέμα από το "In Τhe Hall Οf Τhe Mountain King" του Edvard Grieg, ενώ σε ένα άλλο σημείο στρεφόμαστε προς την τζαζ, με το πιάνο να πιάνει το "Take Five" των Dave Brubeck Quartet. Ο ζαμπέτειος κορμός μένει έτσι γνήσια λαϊκός, όμως ο τόνος διαθέτει το κάτι τις διαφορετικό. Μια λοξή ματιά προσεκτικά δοσομετρημένη από τον Ξαρχάκο, που ως μαέστρος προΐσταται των αναγκαίων ισορροπιών με άγρυπνο αυτί, όσο οι άξιοι μουσικοί πραγματώνουν το όραμά του: ο Νεοκλής Nεοφυτίδης στο πιάνο, ο Ηρακλής Ζάκκας στο πρώτο μπουζούκι, ο Αλέξανδρος Καψοκαβάδης στη βασική κιθάρα, ο Βασίλης Δρογκάρης στο ακορντεόν, ο Αντώνης Τσίγκας στο κοντραμπάσο, ο Γιώργος Λιμάκης στη δεύτερη κιθάρα και ο Δημήτρης Ρέππας στο έτερο μπουζούκι.

73Alx_5.jpg

Εν τέλει, πάντως, όλα ακουμπούν και «κουμπώνουν» στην Αλεξίου. Εκεί λαμβάνει χώρα η κορύφωση που τόσο μεθοδικά χτίζεται· εκεί κρίνεται τελικά και η επιτυχία. Ίσως Αλεξίου και Ξαρχάκος να είναι ιδιοσυγκρασίες που δεν κάνουν εύκολα χωριό. Στο Gazarte εντούτοις η επικοινωνία τους εντυπώνεται βαθιά, φέρνοντας στο προσκήνιο έναν τρόπο χαμένο πια στη δισκογραφία, για το πώς μπορεί να συνυπάρξει ένας σπουδαίος συνθέτης με μια μεγάλη ερμηνευτική κλάση. Όλες οι διαθέσεις του Ζαμπέτα υπηρετήθηκαν έτσι στο έπακρο, με την Αλεξίου πότε να θυμάται τα πάλκα του 1970 και του 1980 μπαίνοντας με λαϊκή φόρα σε έξω καρδιά επιλογές σαν το "Σήκω Χόρεψε Συρτάκι" –ξεσηκώνοντας μεταξύ άλλων και τη Δήμητρα Γαλάνη, η οποία βρέθηκε ανάμεσα στο κοινό– πότε να αγριεύει με μπλουζ θαρρείς «καύσιμο» για τις ανάγκες του "Τζακ Ο' Χαρα" και του "Κουλτούρα... & Σία", πότε να συντονίζεται με εκείνον τον χαρακτηριστικά γλυκόπικρο τρόπο του Ζαμπέτα για τα "Χίλια Περιστέρια" ή τον "Πενηντάρη", πότε να γίνεται η μοναχική πρωταγωνίστρια πίσω από τις "Αναμνήσεις", την "Αγωνία", τα "Δειλινά", το "Αδιέξοδο".

73Alx_6.jpg

Αλλά ναι, ας μιλήσουμε και για την ταμπακιέρα, μιας και πιάνουμε φινάλε. Για το αγαπημένο δηλαδή θέμα συζήτησης του σιναφιού των επαϊόντων περί τα μουσικά, κάθε που η Αλεξίου επανέρχεται, κάνοντας κάτι καινούριο. Το ιερό τέρας, που όμως «δεν μπορεί πια να τραγουδήσει». Δεν θα πάψει ποτέ να με εκπλήσσει αυτή η αντίδραση, καθώς έρχεται συνήθως από ανθρώπους οι οποίοι κατά τα λοιπά μια χαρά ακούνε εγχώρια και διεθνή πράγματα από φωνές οι οποίες όντως δεν μπορούν να τραγουδήσουν, δέσμιες καθώς είναι των φυσικών τους περιορισμών. Πώς γίνεται λοιπόν να κάνουμε σκόντο στις τόσες μικρές φωνούλες, υπερτονίζοντας τα ερμηνευτικά χαρίσματα, μα στην Αλεξίου να μη συγχωρούμε ρε παιδί μου ότι μεγάλωσε, ότι έφθειρε ο χρόνος τη φωνάρα της· να μην της αναγνωρίζουμε ότι μπορεί να ερμηνεύσει και χωρίς τα παλιά της αεροπλανικά. Ζήτημα προσδοκιών; Αποπροσανατολισμένες απόψεις; Κλασικό δύο μέτρα/δύο σταθμά;

73Alx_7.jpg

Ας μην ψάχνουμε βελόνες στη θημωνιά. Όσο και όπως μπορεί, η Αλεξίου του 2018 έχει ακόμα κάτι να πει. Κι αν λείπει η έκταση, βρίσκει τον τρόπο. Για μια "Αγωνία" ας πούμε εκπληκτική, που αντί για τις κορώνες ανθεί στις σκιές της και στον αγχωτικό της ερωτικό μονόδρομο. Στο τέλος, άλλωστε, χειροκροτείς πρωτίστως την Αλεξίου που είχες μπροστά σου στο συγκεκριμένο πρόγραμμα· όχι τον μύθο.