search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Τα κλαρίνα της Ηπείρου ήχησαν με τον ωραίο τους, αυθεντικό τόνο στον  υπόγειο χώρο του Underflow, σε μια βραδιά σύγκλισης με τις βαθύτερες παραδόσεις του τόπου μας, από την οποία δεν έλειψε και η πινελιά της νεωτερικότητας...

Χώρος | Underflow, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 22/12/2017
Φωτογράφος | Θάνος Λαΐνας

Αθόρυβα και χωρίς ιδιαίτερη προβολή, το δισκοπωλείο Underflow στην Καλλιρόης έστησε μία ακόμα ξεχωριστή βραδιά στον υπόγειο συναυλιακό του χώρο, αυτή τη φορά αφιερωμένη στην ηπειρώτικη παράδοση, καλώντας στην πρωτεύουσα έναν από τους πιο άξιους εκπροσώπους της στο σήμερα.

55ffTzmk_2.png

Αν και Παρασκευή, στον απόηχο δηλαδή μιας εργάσιμης καθημερινής, το μικρό αριθμητικά κοινό που συγκεντρώθηκε στον χώρο δεν φάνηκε να νοιάζεται ιδιαίτερα για ρολόγια και χρονοδιαγραμμάτα, έχοντας ίσως ήδη μπει σε κλίμα εορταστικής ανάπαυλας. Παρότι λοιπόν η συναυλία ξεκίνησε αρκετά αργότερα από ό,τι αναμενόταν, κανείς δεν ενοχλήθηκε· ο Χρήστος Τζιτζιμίκας έγινε δεκτός στη σκηνή με θερμό χειροκρότημα, όπως και οι συνοδοιπόροι του, τους οποίους και μας σύστησε εξαρχής: Δημήτρης Ζιάγκας (κλαρίνο), Γιώργος Κώτσικας (βιολί), Μαρία Πλουμή (λαούτο) & Μάκης Μπουκάλης (κοντραμπάσο).

55ffTzmk_3.png

Η παρουσία του τελευταίου αξίζει ξεχωριστής μνείας, καθώς το κοντραμπάσο δεν αποτελεί βέβαια κομμάτι της κλασικής ηπειρώτικης ορχήστρας. Όμως ο Τζιτζιμίκας το έχει τοποθετήσει εκεί με πραγματική σπουδή και φροντίδα και ο Μπουκάλης αποδείχθηκε ικανότατος δεξιοτέχνης, δίνοντας το στίγμα του οργάνου του μα ξέροντας και να είναι διακριτικός όταν χρειαζόταν. Έτσι, δόθηκε μια ωραία πινελιά νεωτερικότητας στο παραδοσιακό υλικό: ένα καλοδεχούμενο τσικ φρεσκάδας, που δεν ξένισε στιγμή.

55ffTzmk_4.png

Ο Τζιτζιμίκας ξεκίνησε με το πωγωνίσιο "Ο Θάνατος Κι Η Ξενιτιά", που έλαχε μιας υποδειγματικής πολυφωνικής εκτέλεσης, κι από εκεί μας πήγε ταξίδι σε ολόκληρη την Ήπειρο, εξηγώντας μας με ακρίβεια και χωρίς να μας κουράσει πώς διαμορφώθηκαν τα διάφορα τοπικά ρεπερτόρια. Βόρεια ανεβήκαμε μέχρι το Αργυρόκαστρο ακούγοντας την "Ποταμιά" –εκτός δηλαδή των σημερινών ελληνικών συνόρων– ενώ νότια φτάσαμε ως την Πρέβεζα, με τον πρεβεζάνικο οργανικό σκοπό με τον οποίον ξεκίνησε το 2ο μέρος της βραδιάς, αλλά και ως το Ξηρόμερο της Αιτωλοακαρνανίας, οι ζουρνάδες του οποίου επηρέασαν άμεσα τα λεγόμενα «ζουρνατζίδικα», κομμάτια όπου το κλαρίνο προσπάθησε να μιμηθεί τον ήχο του ζουρνά. Ενδιάμεσα, ασφαλώς, σταθήκαμε στο Μέτσοβο ("Άντε Μωρ' Μηλιά"), στην Κόνιτσα ("Κρασί Σε Πίνω Για Καλό") και ακούσαμε γνωστά ηπειρώτικα σαν τα "Γλυκοχαράζουν Τα Βουνά" και "Περδικομάτα", αλλά και κομμάτια πιο σπάνια, με πρωταγωνιστές τον Αλή Πασά και τον αρβανίτη Οσμαντάκα.

55ffTzmk_5.png

Ό,τι ακούσαμε ήταν καλοπαιγμένο και είχε σύμμαχο τον καθαρό ήχο του Underflow, που επέτρεψε να απολαύσουμε τον αυθεντικό τόνο της ορχήστρας, με το κλαρίνο που έπαιζε αργά και χαμηλά, αποφεύγοντας τις νεοδημοτικές φτήνιες, οι οποίες μαστίζουν το ρεπερτόριο των πανηγυριών. Ωστόσο δεν γινόταν να μη σκεφτείς ότι η όλη βραδιά είχε και κάτι το ακαδημαϊκό, με μας καθισμένους σε καρέκλες και μαξιλάρες στο πάτωμα και τον Τζιτζιμίκα να μιλάει για τα τραγούδια με τόνο που περισσότερο άρμοζε στα μαθήματα τα οποία έκανε στο τμήμα Μουσικής Επιστήμης & Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, παρά σε ζωντανή εμφάνιση –σε κάποιο δηλαδή σημείο ένιωσα ότι έβλεπα επεισόδιο από το Αλάτι της Γης, αντί για συναυλία. Είναι ασφαλώς μια μικρή ένσταση, που στη ζυγαριά δεν στέκεται απέναντι στην ευκαιρία να ακούσουμε τον Τζιτζιμίκα κάπου στην πόλη μας.

55ffTzmk_6.png

Οι κορυφώσεις της βραδιάς, αυτές που έμειναν νομίζω πιο ανεξίτηλα στη μνήμη, ήταν δύο. Στο 1ο μέρος, ο Τζιτζιμίκας μας είπε ότι κατά τον Μεσοπόλεμο και τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια οι καλλιτέχνες των δημοτικών πανηγυριών υιοθέτησαν μελωδίες και τραγούδια που άκουσαν από όσους έπαιζαν σμυρνέικα και δημοτικά, τις οποίες προσάρμοσαν ύστερα στα δικά τους μέτρα και σταθμά, με το κοινό αναλόγως να ακολουθεί. Ανάμεσα στα δείγματά τους, μας έπαιξε καταπληκτικά τον "Μαχαραγιά" του Σταύρου Τζουανάκου (1952), εξηγώντας μας ότι, όσο δύσκολο κι αν είναι κάτι τέτοιο, στα πανηγύρια της δεκαετίας του 1950 χορεύτηκε ως συρτός.

55ffTzmk_7.png

Το άλλο φοβερό στιγμιότυπο σημειώθηκε στο άτυπο encore που ακολούθησε το φινάλε της βραδιάς με τα "Ξεχωρίσματα", όταν μια γυναίκα από το κοινό ζήτησε να ξανακούσει το "Μαραίνομαι Ο Καημένος". Ο Τζιτζιμίκας χαμήλωσε λοιπόν τα μικρόφωνα και το έπαιξε χωρίς ηλεκτρισμό, οδηγώντας την ορχήστρα του σε μια εκπληκτική απόδοση, φτάνοντας στην «καρδιά» πραγματικά της παράδοσης που εκπροσωπεί.