search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Κρυμμένοι πίσω από τις κουκούλες τους, ο Νίκος Βελιώτης και ο ILIOS κοινώνησαν την αυστηρή, εμμονική και δυσπρόσιτη μουσική τους στους λίγους που ήρθαν για χάρη τους στο Temple...

Χώρος | Temple, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 15/12/2017
Φωτογράφος | Νίκος Ζαραγκόπουλος

Ένας ναός χρειάζεται ανάμεσα στ’ άλλα και τους κατάλληλους ψάλτες. Και το Temple, που άνοιξε πρόσφατα η ομάδα της 3 Shades of Black για να στεγάσει την αισθητική της πρόταση, νομίζω πως βρήκε τους δικούς του στο μη-πρόσωπο των Mohammad (ή MMMD, όπως αποκαλούνται τελευταία).

Όπως πάντοτε, έτσι και στην προκείμενη, τα λάιβ των Mohammad γίνονται σε σημεία καθηλωτικά· υποβάλλουν και μ’ έναν τρόπο επιβάλλονται. Αρχικά με τη σκηνική παρουσία, με τον ILIOS και τον Νίκο Βελιώτη κρυμμένους πίσω από τις κουκούλες τους, ντυμένους στα μαύρα και τυλιγμένους στα σκοτάδια (ενίοτε αναμεμειγμένα με καπνούς) να εκτελούν τη μουσική όρθιοι, με τις λιγότερες δυνατές κινήσεις.

56tMhmd_2.JPG

Και η ίδια η μουσική βέβαια είναι μια σπουδή στην ακινησία ή καλύτερα σε μια κίνηση που δεν αναπτύσσεται ρυθμικά, αλλά παλμικά. Μια μουσική πάντως αυστηρή, εμμονική και δυσπρόσιτη, η οποία γίνεται κατανοητή περισσότερο μέσω της αισθητηριακής εμπειρίας και λιγότερο μέσω του λόγου. Κι αυτή η υποχώρηση στο προ-γλωσσικό κάνει τις θρησκευτικές αναφορές της αρχής κάτι περισσότερο από απλό ευφημισμό. Φέρνοντας στο μυαλό (τουλάχιστον το δικό μου) την πιο δυνατή, πιθανώς, από τις εμπειρίες που μας έχουν προσφέρει οι Mohammad μέσα στα χρόνια, εκείνο το βράδυ του Σεπτέμβρη του '16, όταν άνοιξαν τους Phurpa στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου.


Ο χώρος στα λάιβ των Mohammad είναι σημαντικός –και όχι μόνο για τις υπερβατικές του συνδηλώσεις (ή την απουσία τους). Είναι η ίδια η κατασκευή του που έχει σημασία, καθώς η υλικότητά του συμμετέχει με έναν πολύ άμεσο τρόπο στη μουσική όταν ο ILIOS μας λούζει με τις πιο χαμηλές από τις συχνότητες που μπορεί να παράγει αυτό το μυστήριο όργανό του. Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίον βάζει τη μουσική κυριολεκτικά μέσα στο κτήριο, έτσι τη βάζει και μέσα στο σώμα μας· έρχεται από κάτω, από το δάπεδο όπου πατάμε, κι ύστερα μας διαπερνάει ολόκληρους: την ακούμε με τα πόδια, με το στομάχι και την καρδιά.

56tMhmd_3.JPG

Κι όλο αυτό, ενώ το δοξάρι του Βελιώτη σέρνεται πάνω στις χορδές του ηλεκτρικού του τσέλο, παλεύοντας με τα δαιμόνια του σε μια μάχη, εννοείται, που διεξάγεται σε χαρακτηριστικά αργή κίνηση και ίσως έτσι να γίνεται και πιο έντονη. Μια διαφορά σε σχέση με την περίοδο που οι Mohammad ήτανε τρίο (ο Coti K αποχώρησε πέρσι το καλοκαίρι) είναι ότι ο Βελιώτης αναλαμβάνει πλέον πιο συχνά να μεταφέρει τα παραπάνω δαιμόνια και με τη φωνή του, ανασύροντας κάποιες από τις πολύ ταιριαστές αναφορές που προστέθηκαν σ’ εκείνο το πείραμα του 2014, όταν συνεργάστηκαν με τον Σάκη Τόλη των Rotting Christ στο “Hapsia”.

Όπως περίπου αναμενόταν, οι Mohammad αποζημίωσαν όσους αφιέρωσαν την προσοχή τους, παίζοντας κομμάτια από το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους Pèkisyon Funebri, αλλά και από προηγούμενα (νομίζω π.χ. πως κάποια στιγμή έπιασε το αυτί μου το “Liberig Min” από το Som Sakrifis του 2013). Η τελετουργία ολοκληρώθηκε με το χειροκρότημα των λίγων παρευρισκομένων (50-60 ψυχές όλες κι όλες).

56tMhmd_4.JPG

Λίγο μετά τις 11, η σκηνή άνηκε στον Constantine (Κωνσταντίνος Σκουρλής). Αυτός μας παρουσίασε το πρώτο του άλμπουμ με τον τίτλο Hades, το οποίο κυκλοφόρησε νωρίτερα φέτος από τη Bedouin Records.

Με τον Άδη στον τίτλο, οι συνδηλώσεις ήταν κι εδώ εύγλωττες. Κι ο Constantine τις μετέφερε αρκετά πειστικά επί σκηνής, χτίζοντας με μεθοδικότητα τα drone του και χρωματίζοντας τα σκοτάδια του με αρκετές αποχρώσεις του μαύρου. Τα αποδομημένα (ή και όχι τόσο) beats δονούσαν ανά διαστήματα την ομίχλη του κιθαριστικού θορύβου, ενώ δεν έλειψαν και μερικά περάσματα από ορισμένες λιγότερο απρόσιτες μελωδίες, οι οποίες έδιναν μια κάπως πιο ρομαντική διαφυγή.

56tMhmd_5.JPG

Άκουγα και δεν μπορούσα να σχηματίσω κάποια βάσιμη ένσταση. Έτρεχε ωστόσο στο μυαλό μου και μια αθέλητη σύγκριση με τη μουσική των Mohammad που είχε προηγηθεί (άλλωστε το ηχητικό και συμβολικό περιβάλλον δεν απείχε και τόσο). Και μπροστά στην ιδιαιτερότητα της γραφής των τελευταίων, εκείνη του Constantine έμοιαζε να υστερεί λιγάκι σε πρωτοτυπία. Όλα ήταν «τυπικώς εντάξει», όμως νομίζω πως η μουσική «φορούσε» τις αναφορές της (π.χ. τον Tim Hecker ή τον Ben Frost) λίγο περισσότερο από όσο θα «έπρεπε». Ήταν δηλαδή αισθητικά άρτια, αλλά δεν προκαλούσε την υπέρβαση ενός λογοκεντρισμού στον οποίον σκοντάφτει κάποιες φορές η σύγχρονη τέχνη. Μπορώ πάντως να φανταστώ ότι ο Constantine θα μας δώσει και στο μέλλον αφορμές για να ασχοληθούμε μαζί του.