search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Μια ιντριγκαδόρικη παράσταση για μια αδίκως ξεχασμένη φιγούρα από το παρελθόν του ρεμπέτικου με μυθιστορηματικό βίο, η οποία έχει θετικό πρόσημο, αν και απογοήτευσε σε αρκετά πράγματα...

Χώρος | ταβέρνα Ρεβαΐζι, Δραπετσώνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 23/9/2017
Φωτογράφος | Γιάννης Πρίφτης (1,5), Vánagandr Fenrir (2), Στέλιος Μαστοραντωνάκης (4)

Το βράδυ του Σαββάτου στη Δραπετσώνα, σε μικρή απόσταση από το λιμάνι, το αεράκι είχε κάτι από πρώτο φθινόπωρο και η κλασική ξύλινη καρέκλα της ελληνικής ταβέρνας κάτι το ελαφρώς ασταθές, έτσι όπως πάσχιζε να βολευτεί στο ασφαλτοστρωμένο κράσπεδο. Το Ρεβαΐζι ήταν γεμάτο, κι αυτό σήμαινε ότι χρειαζόταν λίγη υπομονή μέχρι να σερβιριστούν όλοι το κοτόπουλο που περιλάμβανε το εισιτήριο, ώστε να αρχίσει η παράσταση χωρίς τους σερβιτόρους να πηγαίνουν πάνω-κάτω στα τραπέζια. Αναλογίστηκα για λίγο τι θα σκεφτόταν ο Κώστας Νούρος, αν έβλεπε μαζεμένους τόσους μεσήλικες (και μερικά νεότερα πρόσωπα) να τρώνε καλοψημένα φιλέτα, παρακολουθώντας τη ζωή του σε μουσικοθεατρική παράσταση. Με βάση τα όσα ξέρουμε για την τελευταία, δεν θα τον αδικούσα αν μας έριχνε μια μούντζα.

68yNouros_2.JPG

Ο Κώστας Νούρος, αηδόνι μιας Σμύρνης που ο Μικρασιατικός Πόλεμος άφησε μόνο ως μακρινή θύμηση –παγωμένη στον χρόνο ως ιδανική κοσμοπολίτικη Πολιτεία, με τον Ελληνισμό να διαφεντεύει την κουλτούρα και τις τύχες της– στέκει σήμερα ολότελα ξεχασμένος· πιο ξεχασμένος κι από όταν πέθανε εκείνον τον Μάη του 1972 στην Κοκκινιά, ήδη 10 χρόνια μακριά από τα πάλκα όπου κάποτε καθιερώθηκε. Γι' αυτό και μόνο, η μουσικοθεατρική παράσταση της Χρύσας Καψούλη (σε κείμενα της ιδίας, της Ανθής Γουρούντη και του Τσιμάρα Τζανάτου) έχει την αξία της. Όπως και τη σημειολογία της, γιατί δεν επιλέχθηκε βλέπετε το κλασικό σανίδι ενός θεάτρου για να πραγματωθεί, μα δυο ταβέρνες στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Ένα λαϊκό σκηνικό, δηλαδή, που ίσως αποθάρρυνε τους νεότερους με μια τόσο ευθεία παραπομπή στην καθιστή διασκέδαση των γονιών ή/και των παππούδων τους, μα σίγουρα προσπάθησε για κάτι συνεπές προς τη σμυρνέικη διασκέδαση των προσφύγων του Μεσοπολέμου που προλόγισε το ρεμπέτικο.

68yNouros_3.JPG

Από εκεί και πέρα, ξεκινά μια διαφορετική ιστορία. Η παράσταση δηλώνει «βασισμένη στη ζωή και τα τραγούδια του Κώστα Νούρου», είναι όμως φοβάμαι μόνο τα τελευταία που εν τέλει αναδεικνύονται. Καθισμένοι βέβαια στον υπαίθριο χώρο στο Ρεβαΐζι, χάναμε ορισμένα από τα λόγια (μόνο ο πρωταγωνιστής και η ορχήστρα είχαν μικρόφωνα), ενώ την όλη ακουστική δεν βοηθούσε το γεγονός ότι από την άλλη πλευρά απ' όπου κάθονταν οι μουσικοί υπήρχε αφετηρία λεωφορείου.

68yNouros_4.JPG

Έστω κι έτσι, απολαύσαμε μια καλή, εύστοχη επιλογή από το ρεπερτόριο που υπήρχε στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 στον κόσμο του Κώστα Νούρου, σε εξαιρετικές εκτελέσεις όσον αφορά την ορχήστρα και τους επαγγελματίες τραγουδιστές της (Νικόλας Χαλδαιάκης & Ευφροσύνη Γιάννη) και σε πιο ερασιτεχνικές μα οπωσδήποτε γουστόζικες όσον αφορά τον Τσιμάρα Τζανάτο –που ενσάρκωσε τον Νούρο– και τον θίασο (δηλαδή το Πειραϊκό Φωνητικό Σύνολο Libro Coro). Προσωπικά, ας πούμε, μου άρεσε πολύ ο γενικός τρόπος με τον οποίον λειτούργησε ο τελευταίος, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας: μπορεί ο συντονισμός να μην ήταν πάντα πετυχημένος, όμως η όλη παρουσία και το ομαδικό άσμα σε κέρδιζαν.

68yNouros_5.JPG

Ακούσαμε τραγούδια που συνδυάστηκαν με τη φωνή του Κώστα Νούρου, ορισμένα περίφημα (τη διασκευή του λ.χ. στα "Παιδιά Της Γειτονιάς Σου" ή το "Σμυρνέικο Μινόρε"), αλλά και ρεπερτόριο γνωστό σε όσους έχουν βουτήξει στο παρελθόν του ρεμπέτικου ("Μεμέτης", "Δολοφόνισσα", "Εργάτης Τιμημένος" κ.ά.). Η παράσταση ξεκινούσε ωστόσο με το παραδοσιακό θρακιώτικο "Κυρ-Κωστάκη Έλα Κοντά", ενώ στην πορεία ενσωματώθηκε κι ένας Γιάννης Μαρκόπουλος (το "Πέραμα", που πρωτοτραγούδησε ο Σταύρος Πασπαράκης μα έγινε γνωστό από τη δεύτερη εκτέλεση της Βίκυς Μοσχολιού), όπως κι ένα άσμα γραμμένο ειδικά για την παράσταση, με τίτλο "Δυο Φορές Ξένος". Αν και τέτοιες περιπτώσεις ή εκλογές σαν το προαναφερόμενο "Εργάτης Τιμημένος" –το οποίο ουδέποτε δισκογράφησε ο Νούρος, αν δεν κάνω κάποιο φοβερό λάθος– θολώνουν το «βασισμένη στη ζωή και τα τραγούδια του Κώστα Νούρου» μότο της παράστασης, είχαν τοποθετηθεί άψογα στον συνολικό κορμό.

68yNouros_6.JPG

Όσον αφορά πάντως τη ζωή του Κώστα Νούρου, όποιος δεν ήξερε κάτι για εκείνη, αμφιβάλλω ότι έφυγε σοφότερος βλέποντας τη συγκεκριμένη παράσταση. Ευτυχώς μάλιστα που υπήρξε ένας πρόλογος με τα βασικά βιογραφικά τα οποία μπορεί οποιοσδήποτε να βρει στους καιρούς μας με ένα πρόχειρο γκουγκλάρισμα, γιατί διαφορετικά τα πάντα θα έμεναν στο σκοτάδι. Κι αυτό γιατί αφενός τα τραγούδια δεν είχαν μπει με χρονική σειρά, ούτε και αντανακλούσαν τη συχνά μυθιστορηματική ζωή του Νούρου –με τις προσωπικές τραγωδίες και τις συνεχείς γεωγραφικές μετακινήσεις– αφετέρου τα σημεία πρόζας υπήρξαν κατά τη γνώμη μου αποτυχημένα.

Όλο δηλαδή το κέντρο βάρους της πρόζας έπεσε στην απεικόνιση του Νούρου ως μορφής που δεν χώρεσε στην εποχή του, ερμηνεία αμφιλεγόμενη, κρίνοντας από τη δημοφιλία και απήχηση την οποία γνώρισε κατά τον Μεσοπόλεμο. Η ενδυματολογική του κομψότητα δεν ήταν μεν χαρακτηριστική εκείνου του μικροσύμπαντος, δεν ήταν ωστόσο και μοναδική (θυμίζω εδώ τον καταπληκτικό τραγουδιστή Αντώνη Νταλγκά), αν δε βάση της όλης αντιμετώπισης είναι τελικά η φημολογούμενη ομοφυλοφιλία του, έχω να πω ότι τίποτα σχετικό δεν ειπώθηκε στο βιογραφικό του (μόνο μια αοριστία της Αγγέλας Παπάζογλου), μα και τίποτα τέτοιο δεν φάνηκε στην παράσταση, παρά ίσως ως υπαινιγμός, σε μία μόνο σκηνή. Αντιθέτως, περίσσεψε μια ψυχολογική ερμηνεία την οποία βρήκα επιφανειακή και αγοραία στην προσπάθειά της να απεικονίσει τον Νούρο ως άνθρωπο που τραγουδούσε, λέει, από φόβο και λόγω της αναζήτησης του αλλιώτικου.

68yNouros_7.JPG

Δέσμιος αυτής της προσέγγισης υπήρξε νομίζω και ο Τσιμάρας Τζανάτος, μια αν μη τι άλλο γοητευτική φιγούρα, που μπορεί να ξεκίνησε επιτυχώς –στην καθηλωτική εναρκτήρια σκηνή, όπου μας μίλησε λευκοντυμένος, έχοντάς μας στην πλάτη του– μα ετέλεψε με ένα μαύρο ξεκούμπωτο πουκάμισο, επενδύοντας σε χαμόγελα αυτάρεσκης λεβεντιάς και σε γουρλωμένα μάτια. Ο Νούρος με ξεκούμπωτο πουκάμισο; Αν η παράσταση τον ήθελε δύο φορές ξένο, φοβάμαι ότι πρόσθεσε ακόμα μία φορά με τη συγκεκριμένη πινελιά...

Το συνολικό πρόσημο, πάντως, παραμένει θετικό, παρά τις ευδιάκριτες αυτές απογοητεύσεις. Ο Νούρος δεν φωτίστηκε παραπάνω, δεν αναδύθηκε από το πλαίσιο της εποχής του, ούτε και διασαφηνίστηκε το θολό τοπίο γύρω από τις σεξουαλικές του προτιμήσεις και το πόσο ανοιχτά ή όχι τις έδειξε στον περίγυρο. Τα τραγούδια όμως που είπε (ή που τραγουδήθηκαν γύρω του) πυροδότησαν και πάλι μια ίντριγκα, η οποία τον έβγαλε τουλάχιστον από τα σκοτάδια όπου τυλίχτηκε μετά τον αθόρυβο θάνατό του.