search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Η ναυαρχίδα του ψυχογραφικού παπαδιαμαντισμού αναπαραστάθηκε ονειρική και γήινη, σταρένια και θαλασσινή και εν τέλει εκκωφαντικά ελληνική –με μια Ειρήνη Τσιρακίδου να διαφεντεύει ως Φραγκογιαννού όλη τη βραδιά, την κάθε λέξη, την κάθε κίνηση, την κάθε νότα...

Χώρος | Μέγαρο Μουσικής (αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 15/4/2016
Φωτογράφος | Βασίλης Μακρής

«Η γραφή του Παπαδιαμάντη είναι βιωματική», μας έλεγαν στο σχολείο, στα μαθήματα κατεύθυνσης.  «Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας κατεξοχήν βιωματικός συγγραφέας», «Ο κοσμοκαλόγερος αντλεί από τα τοπία της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Σκιάθου, από τους ανθρώπους της, αλλά και από τις γειτονιές της Αθήνας, όπου πέρασε πολλά χρόνια της ενήλικης ζωής του, από τα φτωχικά ταβερνεία, τις εκκλησίες, από τα κουσούρια και τις ιδεοληψίες των απλών ανθρώπων», κλπ, κλπ.

Ναι, ο Παπαδιαμάντης είναι ένας βιωματικός συγγραφέας, αλλά και η ανάγνωση του παπαδιαμαντικού έργου είναι μια βιωματική διαδικασία για τον αναγνώστη. Τον άγιο τον γραμμάτων τον αγαπάς ή τον μισείς. Ενδιάμεση κατάσταση δεν υπάρχει. Και συνήθως τον αγαπάς.
   
Η διασκευή της Φόνισσας, της ναυαρχίδας του ψυχογραφικού παπαδιαμαντισμού, στην παρεξηγημένη φόρμα της όπερας είναι εντυπωσιακό και προκλητικό εγχείρημα. Ο πολυβραβευμένος Γιώργος Κουμεντάκης στοιχημάτισε πάνω στην απόδοση των δικών του μουσικών βιωμάτων μέσα από ένα κλασικό, πολυσχιδές και αριστουργηματικό κείμενο της ελληνικής πεζογραφίας και κέρδισε κατά κράτος. Άνετα και αβίαστα.

Fonissa_2.jpg

Η επανάληψη της περσινής παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη και λιμπρέτο του Γιάννη Σβώλου, κερδίζει γιατί αγαπιέται και από «αλλόθρησκο» κοινό. Κοινό που βαριέται να ακούει ερωτικές άριες στα ιταλικά και βαρύτονους, μοχθηρούς ιερείς να μηχανορραφούν με γκροτέσκες κινήσεις. Κοινό εν ολίγοις που σνομπάρει το είδος αυτό που λέγεται όπερα.

Και κερδίζει γιατί έχει χαρτογραφήσει άριστα τον κόσμο του Παπαδιαμάντη: τον έχει μετρήσει στα σκοτεινά και τον τραγουδάει στα φανερά, όχι με φιλοδοξίες αναπαράστασης μιας εποχής, αλλά –όπως δηλώνει και ο ίδιος ο συνθέτης– με την προσδοκία μιας «εσωτερικής αναβίωσης»· μιας στενής προσέγγισης του ψυχισμού της Φραγκογιαννούς και των κοινωνικών αδιεξόδων του κόσμου της.

Fonissa_3.jpg

Όλα έδεναν αρμονικά στη σκηνή της αίθουσας Αλεξάνδρας Τριάντη. Τα απόκοσμα ψυχρά φώτα της έναρξης και του τέλους του Βινίτσιο Κέλι, τα λιτά, άγρια σαν βοσκοτόπια σκηνικά του Πέτρου Τουλούδη, η αψεγάδιαστη σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη. Οι κομπάρσοι-χορωδοί που στέκονταν μάρτυρες κατά το μεγαλύτερο μέρος του έργου, πληρώντας στο έπακρο τον ρόλο του χωριού-μάρτυρα στο δράμα της Φραγκογιαννούς. Η πολυπληθής παιδική χορωδία, η οποία έδρασε ως πολλαπλασιαστικό είδωλο του μίσους και του πάθους της Φόνισσας για τα θηλυκά, για τα κορίτσια που δεν πρέπει να έρχονται στον κόσμο, γιατί μόνο μπελά προκαλούν των γονιών τους. Οι μοιρολογίστρες που εμφανίζονταν στο κατώφλι του κάθε θανάτου, για να κρατήσουν το ίσο στο τεράστιο, ονειρικό μοιρολόι που διέτρεχε όλη την παράσταση. Και φυσικά η ίδια η Φόνισσα, η οποία –διά της εξαιρετικής απόδοσης της Ειρήνης Τσιρακίδου– διαφέντευε όλη τη βραδιά, την κάθε λέξη, την κάθε κίνηση, την κάθε νότα.

Η ελληνική παράδοση έλαμψε λοιπόν μέσα από την κλασική Δυτική παιδεία του Γιώργου Κουμεντάκη, όπως έλαμψαν και οι εξαίρετοι μουσικοί που βρέθηκαν επί σκηνής –Κώστας Ράπτης στο μπαγιάν, Γκουίντο ντε Φλάβις στο σαξόφωνο, Γιώργος Καλογερόπουλος στα κρουστά– διά της στιβαρής ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την οποία διηύθυνε ο Βασίλης Χριστόπουλος.

Fonissa_4.jpg

Η οικονομία του λιμπρέτο υπήρξε αξιοζήλευτη, οι προσθήκες της λαογραφίας ευφυείς, οι ενέσεις πρόζας γενναίες και καταλυτικές για την πιστή απόδοση του έργου. Το θείο στοιχείο και το κοινωνικό σχόλιο που διαπνέουν όλο το έργο του Παπαδιαμάντη υπήρξαν δραματικά παρόντα, από την αρχή μέχρι την κορύφωση του τέλους και τον θάνατο της Φραγκογιαννούς.

Η Φόνισσα του Γιώργου Κουμεντάκη είναι μια κορυφαία στιγμή συμπυκνωμένου πολιτισμού, στολίδι της εγχώριας παραγωγής. Ονειρική και γήινη, σταρένια και θαλασσινή, ερεβώδης και αποκαλυπτική, εκκωφαντικά ελληνική, χαράζει καινούρια μονοπάτια για τη ντόπια οπερατική παράδοση, κουβαλώντας ακέραιο τον Παπαδιαμάντη μέσα της. Σε μια εποχή που η διοίκηση της τέχνης και του πολιτισμού μπλέκονται σε ένα τεράστιο, περιττό γαϊτανάκι, παραγωγές σαν κι αυτή θυμίζουν όσα τείνουμε να ξεχνάμε: τις δυνατότητες της γλώσσας μας, τις αρετές της φαντασίας και της προσπάθειας, και το μεγαλείο ενός καθαρού, καλλιτεχνικού νου.