search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Δεν βρέθηκε στην καλύτερή της μέρα το Σάββατο η δημοφιλής ερμηνεύτρια, στον (γεμάτο) Βοτανικό. Αλλά μέρος του να είσαι σταρ, είναι και να μπορείς να το «γυρνάς» το παιχνίδι, όταν χάνεις στο ημίχρονο...

Χώρος | Βοτανικός, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 12/3/2016
Φωτογράφος | Αφροδίτη Χουλάκη

Υποθέτω ότι κομμάτι του να είσαι η Νατάσσα Μποφίλιου, αποτελεί και το να μπορείς να διαχειριστείς μια βραδιά στην οποία τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Δεν είναι εύκολο: η περίσταση ζωντανή, το πρόγραμμα έχει διάρκεια και όλο το άγχος πέφτει πάνω σου, καθώς εσύ είσαι η σταρ. Είναι όμως συνάμα και «διαπιστευτήρια». Πρώτα-πρώτα του γιατί είσαι εσύ η σταρ, και όχι κάποια άλλη.

Nabof_2.JPG

Παρά την έξοδο του τριημέρου, ο Βοτανικός ήταν γεμάτος το Σάββατο. Και το νέο πρόγραμμα της Νατάσσας Μποφίλιου είχε εκπλήξεις μα και συγκινήσεις να προσφέρει. Ομολογώ ότι σε πρώτη ματιά η σκηνοθεσία του Άγγελου Τριανταφύλλου μου φάνηκε φτωχή· άλλαξα όμως άποψη παρακολουθώντας, βρίσκοντας τη λειτουργική. Μπορεί τελικά τις περισσότερες διασυνδέσεις με το άτυπο αθηναϊκό concept του νέου δίσκου της Μποφίλιου να τις πέτυχαν οι βιντεοπροβολές του Χρήστου Γκίνη, όμως η σκηνή έδωσε την αίσθηση δωματίου σε κάποιο ξενοδοχείο, κάτι που με κέρδισε.

Nabof_3.JPG

Όπως με κέρδισαν και οι ενορχηστρώσεις του Θέμη Καραμουρατίδη (σε συνεργασία με τον Άρη Ζέρβα, τον τσελίστα της μπάντας), που φάνηκε να εκπορεύονται από το καινούριο υλικό, μα να διαχέεονται και σε παλιότερα τραγούδια –με ευεργετικά αποτελέσματα, κυρίως ως προς τη χρήση πνευστών (τρομπέτα, σαξόφωνο, κλαρινέτο). Είδαμε επίσης υποδειγματικά φώτα (δουλειά του Αλέξανδρου Προδρόμου), ενώ ακούσαμε και μια θαυμάσια ορχήστρα, από την οποία κανείς μεν δεν υστέρησε, μα είχαμε διακριθέντες: τον πολυοργανίστα Νίκο Μέρμηγκα σε λαούτο, λάφτα, μπουζούκι + μαντολίνο και τον ενεργητικό ντράμερ Μανώλη Γιαννίκιο.

Nabof_4.JPG

Να σημειώσω εδώ πως η Νατάσσα Μποφίλιου, ο Θέμης Καραμουρατίδης και ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος επιμένουν σε μια συγκεκριμένη αντίληψη για το πώς στήνουν παραστάσεις όταν υπάρχει καινούριο υλικό, που πολύ μου αρέσει. Δεν προηγείται δηλαδή ο δίσκος και έπονται τα live, μα τα νέα τραγούδια λειτουργούν ως κορμός των συναυλιών και «κοινωνούνται» στον κόσμο, πριν οι στούντιο εκδοχές τους βρεθούν συσκευασμένες στο δισκοπωλείο. Είναι μια αντίληψη ριζωμένη στην αξία της σκηνής και στη ζωντανή επαφή με το κοινό, η οποία εμπεριέχει και το ρίσκο της: αν η εκάστοτε φρέσκια πρόταση είναι ασθενής, ενδέχεται όπως καταλαβαίνετε να συμπαρασύρει και τις εμφανίσεις.

Nabof_5.JPG

Εν προκειμένω, η Βαβέλ τούς βρίσκει νομίζω σε ένα καλό μονοπάτι, καθώς ξαναπιάνουν κατά έναν τρόπο το νήμα των αρχικών τους δίσκων –εκείνων που τους ήθελαν να είναι νέοι, να κατοικούν στην Αθήνα των δικών μας καιρών και να γράφουν γι' αυτό. Πρόκειται για σημαντική παράμετρο, γιατί αρκετοί τους αγαπήσαμε ακριβώς για την ικανότητά τους να μιλάνε για κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα ορισμένοι να αποστασιοποιηθούν στη συνέχεια, όταν τα τραγούδια έγιναν κάπως πιο μεγαλίστικα κι απεμπόλησαν την ξεκάθαρη «τοπικότητά» τους.  

Nabof_6.JPG

Σε πρώτη ακρόαση, βέβαια, δεν μπορώ να πω ότι άκουσα κάτι το συναρπαστικό, ενώ σίγουρα άκουσα πράγματα που μου φάνηκαν άστοχα. Σαν εκείνο το τραγούδι με τον αετό, για παράδειγμα. Δεν ξέρω όμως αν ήταν όντως το «χειρότερο» της νέας συγκομιδής ή αν το πρόσεξα πιο πολύ, λόγω της περίοπτης θέσης του, στην έναρξη του δεύτερου τμήματος του προγράμματος. Από την άλλη, η ίδια η "Βαβέλ", ένα επιπλέον τραγούδι με αθηναϊκό επίκεντρο κι ένα ακόμα που ίσως να λέγεται "Αντιγόνη" ήχησαν ως λίαν αξιόλογες καταθέσεις, που έμειναν στη μνήμη μου και τις επόμενες μέρες, μετά την παράσταση στον Βοτανικό. Το πρώτο ειδικά προβλέπω μάλιστα να κάνει και τη δική του καριέρα στα ραδιόφωνα, καθώς είναι αυτό που λέμε «πιασάρικο».

Nabof_7.JPG

Όμως, κακά τα ψέματα, όταν πας «στη Νατάσσα Μποφίλιου», πας για να χαρείς πρώτα και κύρια τη Νατάσσα Μποφίλιου, όσο σημαντικές παράμετροι κι αν υπάρχουν από δίπλα. Και το Σάββατο, η πρωταγωνίστρια δεν ήταν στην καλύτερή της μέρα. Έχω την αίσθηση ότι υπήρχε κάποιο ζήτημα με τον ήχο. Όχι με το τι ακούγαμε εμείς, εμείς ακούγαμε πάρα πολύ καλά και καθαρά τα πάντα –με το τι άκουγε αυτή. Αλλά το σημαντικότερο θέμα «έτρεχε» με το κοινό. Φίσκα μεν ο Βοτανικός, μα τσιγκούνης στις αντιδράσεις του ο κόσμος, ειδικά στο πρώτο μέρος. Στο δεύτερο πήρε μεν μπροστά και τον ακούσαμε ανά περιστάσεις (ειδικά σε αγαπητές επιτυχίες σαν το "Μέτρημα", το "Η Καρδιά Πονάει Όταν Ψηλώνει" ή το γκραν φινάλε με το "Εν Λευκώ"), αλλά και πάλι είχα την αίσθηση ότι ο ενθουσιασμός εντοπιζόταν περισσότερο στη «γαλαρία» (στα πίσω τραπέζια και σε εκείνα του εξώστη), παρά στα τραπέζια έμπροσθεν της Μποφίλιου. Μη βιαστείτε τώρα να πείτε «την ψωνάρα»: δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία τραγουδίστρια που χρειάζεται να υπάρχει ένα δούναι και λαβείν, προκειμένου να λειτουργήσει πάνω στη σκηνή.

Nabof_8.JPG

Το αποτέλεσμα ήταν στο πρώτο μέρος του προγράμματος να τη φοράνε οι στίχοι, αντί να τους φοράει εκείνη: η φωνάρα της ήταν εκεί, σωστή, λαμπερή, εντυπωσιακή, όμως οι λέξεις έπεφταν και θρυμματίζονταν, σαν να μη μπορούσε να τους δώσει συναισθηματικό βάρος. Και πάλι βέβαια, την ευχαριστιόσουν ακόμα κι έτσι και πέτυχε μάλιστα να πει και ωραία το "Ξύπνα Αγάπη Μου" της Τζένης Βάνου. Όμως την έχω δει πια κάμποσες φορές και γινόταν αισθητό και το ότι κάτι έλειπε και το τι ήταν αυτό. Αλλά στο δεύτερο μέρος, η Μποφίλιου μπήκε αποφασισμένη να τουμπάρει την κατάσταση. Με διαφορετικό φόρεμα μα και με διαφορετικό αέρα, ανάγκασε το κοινό να ξυπνήσει και έπιασε ανά σημεία επιδόσεις στις οποίες –κακά τα ψέματα τώρα– δεν μπορεί να φτάσει άλλη γυναικεία φωνή της δικής της γενιάς. Έτσι, η τελική γεύση ήταν αυτή της ικανοποίησης. Κι αποτελεί credit κάτι τέτοιο για την καλλιτεχνική της περσόνα, για να ξαναπιάσω κι όσα έλεγα στην αρχή: γιατί μέρος του να είσαι σταρ, είναι και να μπορείς να το «γυρνάς το παιχνίδι», όταν βρίσκεσαι να χάνεις στο ημίχρονο.

Nabof_9.JPG

Φεύγοντας, λέγαμε με τον Δημήτρη κάτι με το οποίο αρμόζει να κλείσω αυτή την ανταπόκριση, από την άποψη ότι θα έπρεπε να βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή των συζητήσεων που γίνονται για τη Νατάσσα Μποφίλιου, τον Θέμη Καραμουρατίδη και τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο. Οι οποίοι εισπράττουν μεγάλη αγάπη, μα και μεγάλη γκρίνια (έως και δριμύτατα «κατηγορώ») εντός και εκτός των έντεχνων τειχών, για το τι είπαν, πώς το είπαν, τι γράφουν, για ποιον το γράφουν (εσχάτως), τι τραγουδάνε. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές διαβαθμίσεις σε όλα τούτα –και φθόνο σκέτο θα βρείτε και αλήθειες– μα εν τέλει ελάχιστοι συζητούν για τα ουσιώδη: ότι είναι νέοι άνθρωποι και μπορούν να στήσουν ένα μεγάλο, μαζικό πρόγραμμα με τα δικά τους τραγούδια, χωρίς να το γεμίζουν με του κόσμου τις διασκευές. Για σκεφτείτε το λίγο, πέρα από την ...κολοκυθόπιτα του τι γουστάρει ο καθένας μας ν' ακούει σπίτι του.