search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Χώρος | Six d.o.g.s., Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 24/5/2013
Φωτογράφος | Χάρης Σφακιανάκης

 

Πρεμιέρα με κάμποσο κόσμο για το 2ο Φεστιβάλ Πολλής Μουσικής την Παρασκευή στο Six d.o.g.s., με τον θρύλο (όπως τον κατέγραψε, κατά τρόπο λιγάκι...βιβλικό, το σχετικό προσπέκτους) να θέλει τους συμμετέχοντες μουσικούς να απαντούν σε σάλπισμα αγγέλου και να συναντιούνται παράνομα «στον κρυφό υπόγειο σταθμό κάτω από το καμένο Αττικόν για να χορέψουν κλακέτες με παπούτσια παγιδευμένα με πυρηνικές κεφαλές». Διονύσης Κοτταρίδης, Βαγγέλης Πούλιος & Μιχάλης Τσαντίλας ακολούθησαν τα ίχνη τους και κατέγραψαν τη δράση τους...

7 το απόγευμα με (περασμένες) 10...

του Μιχάλη Τσαντίλα

74 νέοι καλλιτέχνες, 6 περισσότεροι από το περσινό τριήμερο, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κανείς που να συμμετείχε και στα δύο. Μιλάμε δηλαδή για πραγματικά πολλή μουσική και για ένα εγχείρημα δαιδαλώδες, υπό την επίβλεψη του Αλέξανδρου Βούλγαρη (The Boy), το οποίο διαδραματίστηκε παράλληλα σε δύο χώρους του Six d.o.g.s. (gig space και project space), χώρια τα DJ σετ στο μπαρ...

Pollimous1_2_Wonky_Doll__The_Echo

Έφτασα αρκετά αργά για να σχηματίσω σαφή εικόνα για τους Until A Better Name (ωραίο όνομα παρεμπιπτόντως). Πρόλαβα πάντως να πιάσω κάποια θεατράλε στοιχεία, να διαπιστώσω την επαρκέστατη αλληλεπίδραση μεταξύ πιάνου, βιολιού, τσέλου, κοντραμπάσου, τύμπανων και φωνής, αλλά και να απολαύσω τη διασκευή τους στο “Glory Box” των Portishead. Επόμενοι στη σειρά οι Wonky Doll And The Echo, οι οποίοι φάνηκαν να αντιμετωπίζουν στωικά την ανάκρουση από τα ηχεία του καζαντζιδικού “Το Θολωμένο Μου Μυαλό” όσο έστηναν τον εξοπλισμό τους. Η τετράδα έπαιξε κομμάτια από το ντεμπούτο της Pleasant Thoughts και αναπαρήγαγε άψογα επί σκηνής την ατμόσφαιρά τους, ενσαρκώνοντας μέχρι κεραίας ένα πολύ συγκεκριμένο ηχητικό κλίμα και στυλ, το οποίο και υπηρετεί πιστά –ίσως μάλιστα υπέρ το δέον πιστά. Αυτή ακριβώς η εμμονή τους με οδήγησε να το σκάσω για λίγο για το project space, όπου η Μαρθίλια Σβάρνα, μια νεαρότατη πιανίστρια, ερμήνευε σόλο παλιά στάνταρ ("Bang Bang") αλλά και δικές της συνθέσεις ("My Vein").

Pollimous1_3_Marthilia_Svarna

Πίσω στο μαύρο δωμάτιο, τους Wonky Doll διαδέχτηκαν οι Tziko & Rock For Food, τρίο που κέντριζε το ενδιαφέρον από την εμφάνισή του και μόνο: ξανθούν (sic) κορασίς στο μπάσο, ντράμερ με γυαλί ηλίου κι ένας sui generis frontman πετσί και κόκαλο, ο οποίος στεκόταν την περισσότερη ώρα στις μύτες των ποδιών του. Ο Tziko γράφει τραγούδια με ραπαριστούς στίχους, υποστηριζόμενα από μια πότε ρεγγοειδή, πότε ροκάτη κιθάρα/μπάσο/ντραμς σύμπλευση. Η λοξή και χιουμοριστική ματιά του στην καθημερινότητα, η φευγάτη σκηνική παρουσία του και στίχοι όπως «θέλω να σπάσω την πιστωτική σου κάρτα» κέρδισαν το κοινό –και τον γράφοντα– το οποίο ζήταγε «κι άλλο!» έπειτα από το κλείσιμο του σετ με την “Αυτοκαταστροφικιά”.

Pollimous1_4_Tziko__Rock_For_Food

Στο μεταξύ, δίπλα βρισκόταν σόλο επί σκηνής ο James, frontman των Quaich (μπάντας που γνωρίσαμε μέσα από το Schoolwave), παίζοντας με την κιθάρα του ορίτζιναλ αγγλόφωνο υλικό. Η ανοιχτή αρμονία και η φωνητική εκφορά με παρέπεμψαν προς Thom Yorke και Radiohead μεριά, όμως νιώθω ότι ο ίδιος –παρότι εμφανώς ικανότατος περφόρμερ– αδίκησε τον εαυτό του με την αγχωμένη του παρουσία αλλά και με τη μονίμως ξεκούρδιστη κιθάρα του. Επόμενοι στη λίστα του gig space οι Trip, επίσης κλασικό ροκ τρίο. Άφησαν το κοινό να αποφασίσει αν θα ξεκινούσαν με κάποιο jam ή με μια δική τους σύνθεση (προκρίθηκε η πρώτη επιλογή) και έδειξαν εξ αρχής τη διάθεσή τους να ροκάρουν.

Pollimous1_5_Quaich

Παρότι ήθελα να τους παρακολουθήσω, δεν κατάφερα τελικά να πιαστώ από κάπου και να επιμείνω και προτίμησα έτσι τους Keyser Soze, οι οποίοι έπαιζαν την ίδια ώρα στο λευκό δωμάτιο του Six d.o.g.s. Ήταν η πρώτη φορά που το αθηναϊκό τρίο εμφανιζόταν με ακουστικά όργανα, ένα ενδιαφέρον πείραμα γι’ αυτούς, όπως μας είπαν. Με δεδομένο το υλικό από το EP Lights (το οποίο έχει απόλυτα ηλεκτρική κατεύθυνση) έκαναν αρκετά καλή δουλειά με την πρόκληση που τους τέθηκε. Δυστυχώς, ο θόρυβος του ολοένα αυξανόμενου πλήθους απ’ έξω έπνιγε σε αρκετές περιπτώσεις τον ήχο τους, κάτι που ίσχυσε –σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό– για όλες τις μπάντες που ακολούθησαν στο project space.

Pollimous1_6_Keyser_Soze

Είχα θέσει εξ αρχής ως σίγουρο στόχο το σετ της Melentini, καθώς το ντεμπούτο άλμπουμ της συζητήθηκε αρκετά τον τελευταίο καιρό –και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Η νεαρή μουσικός, εκτός του ότι διαθέτει όμορφα και ατμοσφαιρικά τραγούδια, αποδείχθηκε και ικανότατη περφόρμερ, συνοδευόμενη από μια πολύ καλή μπάντα, η οποία περιελάμβανε κιθάρα, μπάσο, φαγκότο, τύμπανα και βέβαια το πιάνο της. Το αποτέλεσμα ήταν καθηλωτικό, η πρώτη πραγματικά επαγγελματική εμφάνιση της βραδιάς, με το κοινό να δημιουργεί το αδιαχώρητο στην αίθουσα, επευφημώντας σε κάθε τραγούδι.

Pollimous1_7_Melentini

Περασμένες 10/περασμένες 2 -βερσιόν πρώτη

του Βαγγέλη Πούλιου

Περασμένες δέκα, το Six d.o.g.s. ξεχείλιζε από κάθε του γωνία. Ίσως για αρκετούς το φεστιβάλ να μην ήταν ακριβώς μουσικό, ωστόσο το ότι οι εμφανίσεις εγχώριων σχημάτων έγιναν αφορμή μαζικής συνάθροισης και εκτεταμένου socializing, λέει κάτι νομίζω για την ίδια τη «σκηνή».

Τούτο πάντως δημιούργησε και τα προβληματάκια του, τουλάχιστον αν μέσα στη γενική βαβούρα ήθελες να επικεντρωθείς στο μουσικό του πράγματος. Στο project space, για παράδειγμα, ο Δημήτρης Αρώνης (Moa Bones) πάσχιζε με την κλασική κιθάρα και τη φωνή του να επικρατήσει της οχλοβοής. Κι όταν τα κατάφερνε, άκουγες όμορφα τραγούδια, ερμηνευμένα με μια κάποια ένταση, τα οποία σκόνταφταν όμως στην κοινοτοπία. Το αμερικάνικο indie folk (ονόματα όπως λ.χ. οι Bright Eyes) ή οτιδήποτε τέλος πάντων προσπαθεί να γίνει indie με μια ακουστική/κλασική κιθάρα ανά χείρας, ήταν τα απολύτως κυρίαρχα στοιχεία και έτσι το πράγμα εξαντλούνταν σε ένα απλώς εύμορφο κολάζ ολοκληρωμένων μουσικών λύσεων.

 

Pollimous1_8_Lamda

Να σημειωθεί βέβαια ότι το μη κοινότοπο δεν δείχνει αυτομάτως την πρωτοτυπία: υπάρχουν διάφορα ενδιάμεσα ή και τρόποι για να παρακάμψεις αυτά τα ζητήματα. Κάποιους τέτοιους χρησιμοποίησαν λίγο αργότερα οι Λάμδα, οι οποίοι από τον κεντρικό χώρο του Six d.o.g.s. κατέθεσαν πιθανώς την καλύτερη εμφάνιση της πρώτης μέρας Πολλής Μουσικής. Και εδώ υπήρξαν εύκολα ανιχνεύσιμες οι βασικές αναφορές (το post-rock, ας πούμε, ή η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου), όμως οι Λάμδα διέθεταν τρόπους για να διαταράσσουν συστηματικά την απλούστευση της εξίσωσης. Κινούμενοι ας πούμε σε μεγαλύτερο εύρος αναφορών, είχαν κατά συνέπεια μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών σε επίπεδο ρυθμολογίας ή/και μελωδίας. Έπειτα ήταν και η ίδια η ενορχήστρωση, που δημιουργούσε μια μη αυτονόητη συνθήκη· μαντολίνο, λαούτο και μεταλλόφωνο πλάι σε ηλεκτρική κιθάρα, μπάσο και τύμπανα. Και μπορεί η αντιμετώπιση των εκφραστικών σχημάτων που προκύπτουν από όλα αυτά να έχριζε σε σημεία μεγαλύτερης εμβάθυνσης, οπωσδήποτε πάντως βρισκόμασταν μακριά από προκάτ λογικές. Αφήστε που οι συνθέσεις των Λάμδα και εσωτερική ένταση είχαν και αφορούσαν με έναν τρόπο το εδώ και το τώρα…

Pollimous1_9_Manolis_Aggelakis

Η μουσική πάλι του Μανώλη Αγγελάκη και των Θηρίωντου ήταν έξω από αυτό το πλέγμα σκέψεων, μιας και έχει ήδη αναπτύξει σε μια σχετική πληρότητα τον φάλτσο εαυτό της μέσα στο γρεζιασμένο και ράθυμο ροκ εν ρολ το οποίο χρησιμοποιούσε. Το αναμενόμενο ήταν λοιπόν αρκετό για τον Αγγελάκη. Εκ των πραγμάτων βεβαίως, η ζωντανή εκδοχή έφερνε έναν ευπρόσδεκτο ηλεκτρισμό, ο οποίος έμοιαζε να αναπνέει πιο άνετα όταν παρεκτρεπόταν σε μπλουζ παράδρομους. Κάπου εκεί και το παλιό ποίημα του Αγγελάκη, το οποίο –κατά δήλωση του ιδίου– του έκλεψε κάποιος Καβάφης (“Απολείπειν Ο Θεός Αντώνιον”), κάπου εκεί και τα "Σκυλιά Που Όλα Τα Ξέρουν" ή ο "Άνθρωπος Βόμβα" και το live πέρασε νεράκι. 

Αρκετά αργότερα, υπό τους ήχους της σπασμένης ντίσκο του Felizol, ο δικός μου μαραθώνιος έφτανε στον τερματισμό του. Εκείνος του φεστιβάλ, από την άλλη, φαινόταν ορκισμένος να δει το πρώτο φως της μέρας…

Περασμένες 10/περασμένες 2 -βερσιόν δεύτερη

του Διονύση Κοτταρίδη

Μετά τις δέκα και γύρω απ' τη μία βγήκαν τα φαντάσματα των CocoRosie στο Μοναστηράκι. Είναι πραγματικά αξιοπερίεργη η μαζική επίδραση των freak folk (πώς είπατε;) αδελφών στις νέες εγχώριες δημιουργούς. Στο τραγούδισμα κυρίως –όλο νιάου και νεραϊδικό– μα και στη συνολικότερη αίσθηση αστικοχιπισμού.

Pollimous1_10_Tango_With_Lions

Για τη Melentini παρακαλώ σκανάρετε παραπάνω, για την/τους Tango With Lions παραμείνατε. Με νέο άλμπουμ εκεί έξω μα δίχως τον τρομπονίστα τους, γενικώς έπραξαν τα δέοντα ανεβοκατεβάζοντας  εντάσεις και ρυθμούς. Προσέχοντας ωστόσο να μην τραυματίσουν το ευαίσθητο πέπλο που περιβάλλει τη μουσική τους. Προσωπικά τους ευχαριστήθηκα στα ζυγισμένα ανεβάσματα, αντί για τις ήπιες ενδοσκοπήσεις (δεν ξέρω αν θα 'πρεπε το ανάποδο). Παραδίπλα, η Evie Kourtidesτου προγράμματος, μας συστήθηκε ως Εύα Κουρτίδου με τέσσερις διπλούς μαγνήτες στην υπηρεσία της. Δύο της δικιάς της Gibson και δύο της Fender του συνεργάτη της (για κιθάρες πρόκειται και δύναμη πυρός). Περίμενα κι εγώ λοιπόν κάτι στη γραμμή των θεατρικών κανόνων, μιας και τα τραγούδια της για εκεί δημιουργήθηκαν – του τύπου αν δεν χτυπήσει κατά τη διάρκεια της παράστασης, δεν μοστράρεις τηλέφωνο πάνω στη σκηνή. Φευ, πάλι πάνω στις CocoRosie πέσαμε σε μίνιμαλ εκδοχή... 

Υπό αυτή την έννοια, η Krista Papista ταρακούνησε τα λίγα τετραγωνικά του project space με μια ημιζώντανη εκδοχή της πειραγμένης electro-pop υπνοδωματίου την οποία ασκεί. Τουτέστιν, έδωσε σοουγουμανιλίκι με όλα προηχογραφημένα κι ένα μικρόφωνο, ξεχνώντας της απόσταση μεταξύ δωματίου και σκηνής –η απόσταση μάλλον δεν έπραξε αναλόγως.  Κάτι που συνέβη και στον KU κατά τη μετάβαση απ' το στουντιακό στο ζωντανό. Με ολοζώντανη rhythm section να επιχειρεί, έγινε προσπάθεια να παρθούν λάιβ μέτρα στο πρόσφατο Feathers για ένα σκάρτο μισάωρο. Χάθηκε η ουσιαστική αίσθηση του προσωπικού, χάθηκαν αισθητικές συντεταγμένες, ενώ αναδείχθηκαν εκείνα που είχαν κρυφτεί όχι ντε και καλά από πρόθεση, αλλά λόγω στουντιακής συνθήκης. Τελικά, κερδήθηκε μια σχετική αμεσότητα, με πολλές ωστόσο απώλειες στην πορεία. 

Pollimous1_11_KU

Αντιθέτως, η Σtella επί σκηνής έπαιξε σε φάση «δικό μου το γήπεδο, δικοί μου κι οι κανόνες». Αναλογιζόμενοι πώς μπορεί να αποτυπωθεί σε άλμπουμ το όλο φαν του πράγματος, την απολαύσαμε πάλι ανάμεσα σε άνεση γκρούβα και ροκ εντ ρολ, λες και ήρθε η Λαμπρή σε μια βραδιά μεταμοντερνέ Τέχνης και Συμβολισμών.