φωτογραφίες: Jaka Babnik

Ας ξεκινήσουμε από τον τελευταίο σας δίσκο, Bu Bir Ruya (2018), και τη συνεργασία σας με τον Murat Ertel από τους Baba Zula. Πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας και πώς ήταν η μετάβαση από τις σκηνές του Μάλι σε ένα γκαράζ της Κωνσταντινούπολης;

Πάντα υπάρχει μια συνέχεια γεγονότων που οδηγεί σε καθετί. Επισκέφθηκα την Κωνσταντινούπολη γύρω στα Χριστούγεννα, περίπου έναν χρόνο πριν κάνουμε το δίσκο, και ήδη ήξερα ποιοι ήταν οι Baba Zula. Άκουσα ότι παίζουν εκεί και ήθελα να τους δω. Έτσι συνάντησα τον Murat και περάσαμε μια όμορφη νύχτα στο γκαράζ του, πίνοντας ρακί και ακούγοντας παλιά επτάιντσα και σαρανταπεντάρια τουρκικής ψυχεδέλειας.

Στο μεταξύ, συζητούσα με τον Hugo ότι θέλουμε να κάνουμε έναν νέο δίσκο, αλλά ξέραμε ότι είχαμε κάνει ό,τι μπορούσαμε στο Μάλι, οπότε έπρεπε να βρούμε ένα νέο project. Υπήρχε η ιδέα να το κάνουμε οι δυο μας στο Βερολίνο ή να ταξιδέψουμε κάπου στον κόσμο για να το φτιάξουμε εκεί. Δεν ήμασταν σίγουροι, αλλά μετά τη συνάντησή μου με τον Murat, σκεφτόμουν ότι είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε.

Επίσης είχαν προηγηθεί και το Lion City (2014) και το Troubles (2013), τα οποία προέκυψαν κυρίως από αυτοσχεδιασμούς με διαφορετικούς μουσικούς στο Μάλι. Και ήξερα ότι στον Murat αρέσει να δουλεύει έτσι, οπότε ήταν η κατάλληλη επιλογή και από αυτήν την άποψη.

Πώς ήταν αλήθεια οι μέρες στο Μάλι και οι πρώτες συναντήσεις τότε με τους Tamikrest;

Οι συναντήσεις μας με τους Tamikrest ήταν φανταστικές. Τους γνωρίσαμε σε ένα φεστιβάλ, κυριολεκτικά στη μέση της ερήμου. Δεν υπήρχαν καν δρόμοι, χρειαζόσουν τζιπ για να φτάσεις εκεί. Ήταν πολύ πιο μακριά από το Τιμπουκτού, το οποίο από μόνο του βρίσκεται στην άκρη του πουθενά. Ήμασταν όμως πολύ χαρούμενοι που τους γνωρίσαμε. Έπαιζαν και εκείνοι στο φεστιβάλ και τζαμάραμε για 2-3 μέρες. Τότε ήμουν εγώ, ο Race και ο Chris Brokaw, και κάναμε έναν δίσκο μαζί τους. Στην πραγματικότητα ήταν ένα άλμα εμπιστοσύνης. Η επικοινωνία ήταν κατακερματισμένη, εκείνοι ζούσαν στην έρημο, δεν υπήρχαν e-mails και μιλούσαμε στο τηλέφωνο σε σπαστά Γαλλικά, προσπαθώντας να κλείσουμε ένα ραντεβού, στο οποίο εν τέλει ήταν όλοι εκεί.

Αλλά τη δεύτερη φορά που πήγαμε στο Μάλι με τον Hugo, το 2012, ζήσαμε μια πολύ διαφορετική ιστορία. Πιστεύαμε ότι στον δίσκο με τους Tamikrest αγγίξαμε μια πολύ βαθιά, μαγική συνεργασία, όμως η ισορροπία ακόμη δεν ήταν σωστή. Γιατί τότε πήγαμε με κάποια κομμάτια, τα οποία ξαναφτιάξαμε μαζί τους. Δηλαδή, όπως και να 'χει, οι Tamikrest ήταν περισσότερο μια δευτερεύουσα μπάντα. Έτσι νιώσαμε πως, αν είναι να το ξανακάνουμε, πρέπει να το κάνουμε διαφορετικά. Έτσι, τη δεύτερη φορά πήγαμε χωρίς ούτε ένα κομμάτι. Δεν είχαμε τίποτα. Μόνο κάτι σημειωματάρια, κάποιους σκόρπιους στίχους και απλά καταλήξαμε να δουλεύουμε με μια ομάδα πολύ διαφορετικών μουσικών για 2 εβδομάδες, τζαμάροντας κάθε μέρα και προσπαθώντας να δημιουργήσουμε κάτι αμιγώς βασισμένο στη συνεργασία, το οποίο ολοκληρωνόταν από κάθε κατεύθυνση.

Παρόλα αυτά εκείνη την περίοδο το Μάλι ήταν πολύ επικίνδυνο. Δεν είχε καμία σχέση με αυτό που ήταν μόλις 2 χρόνια πριν. Ισλαμιστές είχαν ξεκινήσει να εισβάλουν στο βορρά, το Μπαμακό ήταν μια πόλη σε ύφεση, υπήρχαν μπλόκα σε όλους τους δρόμους, όπου πηγαίναμε μας έκαναν σωματικό έλεγχο. Ήταν όλα πολύ δύσκολα.

{youtube}o1Mpl1mswYs{/youtube}

Κάτι δημιουργικό και συνεργατικό γεννήθηκε όμως, έτσι δεν είναι;

Δεν πιστεύω ότι πρέπει να ταξιδεύεις σε τόσο επικίνδυνα μέρη για να κάνεις ωραίους δίσκους. Εκείνη την περίοδο είχε μειωθεί και ο τουρισμός, πολλές εταιρείες είχαν κλείσει, ακόμα και πολλές ΜΚΟ είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή. Και σε αυτό το σκηνικό, εγώ και ο Hugo βγήκαμε από το αεροπλάνο κρατώντας τις κιθάρες μας –ήμασταν πολύ περίεργοι τύποι. Φυσικά δεχθήκαμε πολύ θερμό καλωσόρισμα, γιατί δεν ήταν πολλοί όσοι τολμούσαν να κατέβουν εκεί κάτω. Έτσι πήραμε πολλή αγάπη, γιατί ο κόσμος ήταν απλά χαρούμενος που υπήρχε ακόμη ένα είδος επαφής με τον «έξω» κόσμο.

Αντίστοιχα, πώς επέδρασε στον επόμενο δίσκο η κατάσταση στην Τουρκία;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν περιμέναμε να έχουμε κάποια εξωπραγματική μουσική εμπειρία σε μια χώρα που βιώνει σοβαρές πολιτικές αναταραχές. Ήμουν στην Κωνσταντινούπολη περίπου 6 με 7 ημέρες μετά το πραξικόπημα, μερικούς μήνες πριν κάνουμε τον δίσκο με τον Murat. Ταξίδευα συχνά στην Κωνσταντινούπολη τότε, οπότε ένιωθα οικεία· ωστόσο ένιωθα την ένταση να κορυφώνεται εκείνη την περίοδο. Γίνονταν τρομοκρατικές επιθέσεις, μετά έγινε η απόπειρα για το πραξικόπημα, σταδιακά γινόταν όλο και πιο οριακή η κατάσταση. Ο κόσμος με τον οποίον μιλούσαμε ήταν καταβεβλημένος, ένιωθαν ότι η χώρα γλιστράει μέσα από τα χέρια τους, ήταν πολύ βαρύ το σκηνικό.

Και δεν νομίζω ότι έχει βελτιωθεί η κατάσταση έκτοτε. Μπορεί να φαίνεται ότι σταθεροποιείται κάπως, αλλά ακόμη είναι μια κατάσταση απόγνωσης για τους ανθρώπους εκεί. Όσοι μιλούν ελεύθερα, είτε δημοσιογράφοι, είτε καλλιτέχνες, φυλακίζονται. Είναι πολύ επικίνδυνο να κάνεις κάτι σαν αυτό που κάνουν οι Baba Zula ή η Gaye Su Akyol, που δημιουργούν, ταξιδεύουν, δίνουν συνεντεύξεις, κάνουν κριτική στην κυβέρνηση. Είναι όλα πολύ εύθραυστα και τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν από τη μία στιγμή στην άλλη.

Ήταν μάλιστα προγραμματισμένο να παίξουμε και στην Κωνσταντινούπολη αυτόν τον μήνα, αλλά λόγω της κρίσης της λίρας, πολλές συναυλίες ακυρώθηκαν. Ήταν αδύνατον να εγγυηθεί κάποιος στους καλλιτέχνες την πληρωμή τους, η οποία οριζόταν σε ευρώ. Και φυσικά ούτε οι εταιρείες προώθησης μπορούσαν να ρισκάρουν τα συμβόλαια και τις υποχρεώσεις τους απέναντί τους.

85zzDrtm_2b.jpg

Ο τελευταίος σας δίσκος χαρακτηρίζεται ως η καλύτερη δουλειά σας μέχρι σήμερα. Θα λέγατε ότι είναι γενικότερα μια περίοδος «αιχμής» για τους DirtΜusic;

Κάθε φορά που κάνουμε έναν δίσκο με τον Hugo μπαίνουμε πολύ βαθιά σε αυτόν, ανάλογα με το πού βρισκόμαστε και το κλίμα το οποίο εισπράττουμε από κάθε μέρος. Κάθε δίσκος είναι λοιπόν πολύ έντονος, οπότε μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιον. Παρόλα αυτά, επειδή είχε προηγηθεί και η περίοδος στο Μάλι –η οποία ήταν πάρα πολύ αυθόρμητη και παρορμητική– με το Bu Bir Ruya νιώθαμε εξαιρετικά χαλαροί. Απλά είχαμε εμπιστοσύνη στο τι θα συμβεί, δεν είχαμε άγχος για το τι θα γίνει ή δεν θα γίνει.

Και ο Murat από την άλλη έχει αυτή τη ζεν αύρα, είναι πολύ ήρεμος άνθρωπος. Και όταν κάποιος σου δίνει αυτοπεποίθηση από τη στιγμή που μπαίνεις σε ένα δωμάτιο για να κάνεις μουσική, τότε είναι μια πραγματικά αξιοθαύμαστη κατάσταση. Ο Hugo για παράδειγμα γνώρισε τον Murat στην πόρτα του στούντιο. Μπήκαμε μέσα, σετάραμε τις κιθάρες μας, μιλήσαμε λίγο, ήπιαμε τσάι και μετά από 45 λεπτά απλά ξεκινήσαμε να γράφουμε το άλμπουμ. Ήταν τόσο απλό. Ούτε συζήτηση, ούτε κάποιο μεγαλεπήβολο σχέδιο, ούτε κονσεπτικές διαμάχες.

Αλήθεια, πώς θα αξιολογούσες τη συνεργασία σου με τον Hugo Race όλα αυτά τα χρόνια, καθώς έρχεστε από τόσο διαφορετικές κατευθύνσεις;

Με τον Hugo μοιραζόμαστε πολλές επιρροές, ακόμα και εμπειρίες. Δεν τον είχα γνωρίσει καλά-καλά μέχρι που ξεκινήσαμε το project των Dirtmusic: γνωριστήκαμε τη μέρα που ξεκινήσαμε τις πρόβες. Αλλά είμαι fan του από τις αρχές των 1990s. Ξέρω ότι κι εκείνος με ακολουθούσε, γι’ αυτό και μου ζήτησε άλλωστε να γίνω μέρος αυτού του project –ήταν δική του ιδέα. Ήμασταν βέβαια και στην ίδια δισκογραφική, για χρόνια. Ήταν λοιπόν σαν να ζούσαμε πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, αλλά παράλληλα. Είχαμε αρκετά παρόμοια μουσικά γούστα, δεν χρειάστηκε ούτε εκεί να συζητήσουμε πολύ.

Μέσα σε όλα αυτά, όμως, είμαστε και πολύ διαφορετικοί άνθρωποι. Μερικές φορές μου δίνει να ακούσω πράγματα τα οποία με εκπλήσσουν, ελπίζω πως κι εγώ κάνω το ίδιο για εκείνον. Είναι μια χαλαρή κατάσταση, δύο παλιών φίλων. Ήρθαμε πραγματικά κοντά όταν πήγαμε για δεύτερη φορά στο Μάλι, οπότε ξαφνικά βρεθήκαμε οι δύο μας, από τότε που αποχώρησε ο Chris Brokaw. Στο Μπαμακό έπρεπε λοιπόν να βρούμε τρόπους να δουλέψει αυτή η νέα κατάσταση, κάτι που μας έφερε πραγματικά κοντά.

{youtube}GSroGDBe-_A{/youtube}

Σχετικά με τον τελευταίο σας δίσκο, ο Ertel έχει δηλώσει ότι «χρειαζόμαστε τέτοιου είδους μουσική για να μείνουμε λογικοί». Πώς θα τον συμπλήρωνες σε αυτό;

Προσωπικά η μουσική με βοηθά να μένω λογικός από όταν ήμουν 12 χρόνων. Μπορώ λοιπόν να καταλάβω τι εννοεί ο Ertel, από πριν ακόμα γίνω μουσικός. Και πιστεύω ότι, ακόμα κι αν δεν ήμουν επαγγελματίας, η ζωή μου θα ήταν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πολύ βαθιά μέσα στη μουσική. Ούτως ή άλλως ήμουν πάντα μεγάλος fan. Και οι Walkabouts δεν είχαν μπει στη ζωή μου ώσπου έγινα 24 χρονών, μια όχι και τόσο νεαρή ηλικία για να ξεκινήσεις την πρώτη σου μπάντα. Πέρασα λοιπόν πολλά χρόνια γύρω από τη μουσική ως fan, κι αυτό πάντα με κρατούσε σώφρονα. Και μπορώ να καταλάβω πώς η μουσική κρατά υγιή έναν άνθρωπο σαν τον Murat, ο οποίος ζει σε ένα τέτοιο καθεστώς –υπάρχει ένας λόγος παραπάνω. Η ικανότητα να εκφράζεσαι είναι πραγματικά πολύ σημαντική και θεμελιώδης. Και όταν το δικαίωμα καταρρίπτεται γύρω σου, είναι ακόμα πιο σημαντικό να μείνεις γαντζωμένος σ’ αυτό.

Το ίδιο είδα και στο Μάλι. Η κατάσταση ήταν τόσο χαοτική. Πολλά είδη μουσικής σταμάτησαν να παίζουν στα κλαμπ μετά το 2012. Ένιωθες την πνευματική και συναισθηματική κατάρρευση των ανθρώπων γύρω σου, κι όμως η μουσική, παρόλο που δεν παιζόταν σε δημόσιους χώρους, συνέχισε να παίζεται σε αυλές, σαλόνια και αυτοσχέδιους χώρους. Και έβλεπες ότι ο κόσμος πήγαινε εκεί, για να βρει κατά κάποιον τρόπο πνευματική τροφή ή μια αίσθηση συλλογικότητας.

Δεν λέω ότι αυτό λειτουργεί για όλους· αλλά, για όσους λειτουργεί, το χρειαζόμαστε πάση θυσία.

Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στην πορεία των Dirtmusic από τον ομώνυμο δίσκο το 2007, σημειώνονται με σαφήνεια τα τεχνικά, θεματολογικά και μουσικά σας περάσματα. Ποιος είναι όμως ο σταθερός πυρήνας σας, το στοιχείο που κινεί όλον αυτόν τον πειραματισμό και τη δημιουργική ανησυχία;

Νομίζω πως είναι η ικανότητα να εκπλήσσουμε τους εαυτούς μας. Είναι πολύ περίεργη η ρότα που έχει ακολουθήσει αυτή η μπάντα. Ξεκίνησε ως τρίο που έκανε κατά βάση ακουστικά κομμάτια στον πρώτο δίσκο και τώρα, περίπου 10 χρόνια μετά, συνεργαζόμαστε με τον Murat πάνω σε έναν εντελώς διαφορετικό ήχο, με ηλεκτρονικά στοιχεία και μεγάλης διάρκειας κομμάτια, χωρίς κανένα ακουστικό όργανο στο σκηνικό. Είναι μια δραστική μεταμόρφωση. Και αυτό ακριβώς είναι οι Dirtmusic για εμάς: αυτή η ικανότητα. Που δεν ξέρω καν αν είναι ικανότητα, δεν ξέρω καν προς το πού πάει όλο αυτό και πώς θα καταλήξει. Έχω την επιθυμία να το κοιτάζω σαν ένα ορθάνοιχτο βιβλίο. Δεν θέλω να σκέφτομαι ότι είμαστε αυτή η μπάντα ή μια άλλη. Αυτό το χάσαμε από το δεύτερο άλμπουμ μας κιόλας. Και είναι ευτυχές ότι συνέβη τόσο νωρίς, γιατί από τότε είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε σχεδόν οτιδήποτε.
 
Και νομίζω ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα που μένει εν τέλει από όλη αυτήν την εμπειρία, η οποία προκύπτει από τη συνεργασία μας με τον Hugo και τη βαθύτερη επιθυμία μας να μη φοβόμαστε. Να πούμε «ΟΚ, ας ανέβουμε σε ένα αεροπλάνο, ας πάμε στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να έχουμε καμία ιδέα πώς θα ακούγεται αυτό που θα φτιάξουμε, χωρίς να έχουμε σχεδιάσει κάτι, έχοντας μόνο την πίστη ότι κάτι θα συμβεί σε εκείνο το δωμάτιο». Είναι πολύ σπάνιο και πρέπει να σου πω ότι δεν είναι κατάλληλο για όλα τα projects. Πιστεύω πολύ στα τραγούδια, είμαι κυρίως τραγουδοποιός άλλωστε, οπότε πιστεύω στην ιδέα του να κάτσεις κάτω και να γράψεις ένα λεπτοδουλεμένο κομμάτι. Αλλά δεν είναι αυτό οι Dirtmusic.

85zzDrtm_3b.jpg

Η μουσική σας είναι βαθιά πολιτική, σε έναν κόσμο όπου υψώνονται σύρματα στα σύνορα και ο φασισμός παρελαύνει όλο και πιο έντονα σε κάθε πλάνο της καθημερινότητας. Τι μας έχει διδάξει τελικά η ιστορία;

Δεν έχω πραγματικά απάντηση σε αυτό. Νομίζω ότι μεγάλωσα έχοντας μεγάλη πίστη στη γραμμικότητα της ιστορίας. Πίστευα δηλαδή ότι είναι δύο βήματα μπρος, ένα πίσω, αλλά πάμε κάπου. Τώρα όμως κοιτώ γύρω μου και βλέπω τι δείχνουν οι καιροί· και καταλαβαίνω ότι αυτή η πίστη βασίστηκε σε πολύ λάθος σημεία. Πιστεύω ότι τα προβλήματα είναι πολύ μεγαλύτερα από όσο νομίζαμε. Και ενώ θα ήθελα πολύ να πιστέψω ότι οι άνθρωποι είναι καλοί εκ φύσεως, δυσκολεύομαι όσο ποτέ να το κάνω. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι απλά θέλουν να προχωρούν τη ζωή τους ή να έχουν πολύ βασικά πράγματα για τις οικογένειες τους, μια αίσθηση σταθερότητας. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και αρκετοί που εκμεταλλεύονται αυτές τις επιθυμίες, προσφέροντας φρούδες ελπίδες. Αυτοί οι άνθρωποι, αυτοί που δεν ξέρουμε, είναι οι πιο επικίνδυνοι στον κόσμο, σε μια απόλυτα χειραγωγημένη κατάσταση.

Σήμερα είδα μια δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ, ότι πέντε χιλιάδες πρόσφυγες κατευθύνονται βόρεια μέσω του Μεξικού προς τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών, και είπε –αυτολεξεί– ότι ανάμεσά τους βρίσκονται αναμειγμένοι και άνθρωποι από τη Μέση Ανατολή, το οποίο είναι εντελώς παράλογο και αναληθές. Αλλά ο τρόπος με τον οποίον χρησιμοποιείται, απλά για να τρομάξει τον κόσμο με οτιδήποτε είναι διαφορετικό από αυτούς, δείχνει πόσο δρόμο έχουμε να διανύσουμε ακόμα, πόσο «παιδιά» είμαστε που αυτός ο τρόπος χειραγώγησης λειτουργεί ακόμα. Πώς είναι δυνατόν; Προφανέστατα είναι, πάντως. Και το αντιμετωπίζουμε παντού. Το ζείτε στην Ελλάδα, το βλέπω ακόμα και στη  Σλοβενία όπου μένω, το βλέπουμε και στην Αμερική. Είναι πολύ πολύ τρομακτικό.

Εκτός από το να σκεφτείς, όμως, η μουσική των Dirtmusic σε προσκαλεί και να χορέψεις. Είναι ένα στοιχείο που θέλετε να κρατήσετε στην ταυτότητά σας;

Νομίζω ότι ταιριάζει. Όταν πήγαμε τους Dirtmusic στο Μάλι, σίγουρα η μπάντα έγινε πιο ρυθμική. Oι συνεργασίες μας εκεί ανέδειξαν το ρυθμικό στοιχείο, το οποίο σχεδόν απουσίαζε από τον πρώτο δίσκο: δεν υπήρχαν καθόλου κρουστά. Ήταν λοιπόν δραματική αλλαγή για εμάς και η μουσική μας προοριζόταν πλέον «και για την καρδιά και τα πόδια».

Πιστεύω όμως ότι, ακριβώς επειδή είμαστε αυτοί που είμαστε, είναι και ο στίχος πολύ σημαντικός. Και μάλιστα όταν ξεκινήσαμε να κάνουμε τον τελευταίο δίσκο, δεν ήμασταν σίγουροι ότι θα υπάρχουν φωνητικά. Την τρίτη μέρα όμως ο Murat πρότεινε να έχουμε μερικές φωνές, οι οποίες θα λένε ιστορίες. Και το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον και ρώτησα τι θα λένε αυτές οι ιστορίες. Και μου απαντάει «Aς μάθουμε».

Ανοίξαμε λοιπόν τα μικρόφωνα και ήταν η δική μου σειρά πρώτη –έτσι γεννήθηκε το πρώτο κομμάτι που ακούτε στο άλμπουμ. Για ακόμη μία φορά, όλα ήταν της στιγμής, τίποτα δεν ήταν σχεδιασμένο. Έβαζε ο καθένας τη δική του ατμόσφαιρα και έλεγε τη δική του ιστορία, ώσπου καταλάβαμε ότι ίσως λέμε μια ιστορία και οι τρεις. Ίσως να υπήρχαν διαφορετικοί χαρακτήρες σε αυτήν την ιστορία, αλλά υπήρχε ένα νήμα που τους ένωνε. Και όταν προσκαλέσαμε τη Gaye Su Akyol να κάνει τα δικά της φωνητικά, έγινε πάλι το ίδιο. Δεν ήξερε τίποτα. Μας ρώτησε «για τι πράγμα μιλάτε;», της δείξαμε ένα κομμάτι όσων είχαμε ετοιμάσει ως τότε και είπε «εντάξει, τώρα ξέρω τι να πω».

Έτσι ξεκίνησε το φωνητικό της κομμάτι και οι στίχοι της ήταν απίστευτοι. Και πιστεύω ότι αυτό έχει περισσότερο να κάνει με το να εμπιστεύεσαι τη στιγμή –κι αυτό φυσικά δεν δουλεύει πάντα, σίγουρα σταθήκαμε τυχεροί. Θα μπορούσε να έχει πάει πολύ λάθος. Αλλά είμαστε ευχαριστημένοι που τελικά δεν πήγε.

Ακούγεται δημιουργική και παραδειγματική, θα έλεγα, διαδικασία. Κι αφού μιλάμε για τους Dirtmusic ως «ανοιχτό βιβλίο», ελπίζουμε και σε άλλους, νέους πειραματισμούς...

Πιστεύω πως ναι. Ουσιαστικά ξαναχτίσαμε αυτή τη μπάντα ως τρίο με τον Murat και θέλουμε να το συνεχίσουμε. Είναι η πρώτη φορά από τον πρώτο δίσκο που αισθανόμαστε με τον Hugo ότι θέλουμε να δουλέψουμε με ένα line-up. Προσωπικά βλέπω τον Murat σαν αδελφό σε αυτή τη μπάντα. Δεν είναι απλά ένας τύπος με τον οποίον συνεργαζόμαστε. Έχει επενδύσει στους Dirtmusic και είναι και δικό του γκρουπ. Και πήραμε αυτήν την απόφαση αρκετά νωρίς, σχεδόν 2 ημέρες αφότου είχαμε αρχίσει να δουλεύουμε το νέο υλικό. Ένας από εμάς απλά είπε «ας κάνουμε αυτή τη μπάντα τρίο». Και οι υπόλοιποι συμφώνησαν. Θα ξαναξεκινήσουμε λοιπόν σύντομα οι τρεις μας, και θα το κάνουμε με κάτι καινούριο –είμαι σίγουρος για αυτό.

Έχεις ξαναεπισκεφθεί την Αθήνα, και μόνος σου αλλά και με τους Walkabouts, ωστόσο είναι η πρώτη φορά που έρχεσαι με τους Dirtmusic (9/11, Temple). Από την εμπειρία σου, πώς πιστεύεις ότι θα τους υποδεχθεί το αθηναϊκό κοινό;

Έχω παίξει πολύ στην Ελλάδα, νομίζω και ο Murat και ο Hugo έχουν παίξει μερικές φορές. Όλοι έχουμε κάποια εμπειρία από την Αθήνα, είναι ένα μέρος πολύ κοντά στις καρδιές μας. Το να παίξουμε λοιπόν εκεί και οι τρεις, έχοντας μαζί μας και τον Milan Cimfe στα ντραμς, είναι συναρπαστικό. Οι Dirtmusic είναι ένα σημαντικό project για μένα και ήταν περίεργο που μέχρι τώρα δεν είχα βρεθεί με αυτό στην Αθήνα. Ήρθε όμως η ώρα και είμαι πολύ ενθουσιασμένος. Πρώτη φορά ήρθαμε με τους The Walkabouts το 1994 και από τότε έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις, και από τις συναυλίες και από τους ανθρώπους που γνωρίσαμε και τις νύχτες που περάσαμε. Ανυπομονώ λοιπόν! 

{youtube}JahYaVb32WA{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured