search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Φορμαρισμένοι και κεφάτοι, οι Βρετανοί επιστρέφουν στην Ελλάδα σε λίγες μέρες (Πέμπτη 30/8 στο Street Mode Festival 2018, στο Fix Open Air της Θεσσαλονίκης + Παρασκευή 31/8 στην Αθήνα, στο Gagarin), οπότε αδράξαμε την ευκαιρία για μια κουβέντα περί μουσικής και πολιτικής με τον Justin Sullivan

Η πιο πρόσφατη δισκογραφική σας προσπάθεια Winter (2016) κέρδισε την αποδοχή τόσο του Τύπου, όσο και των οπαδών. Τι συμβαίνει με το επόμενο βήμα σας; Πότε σκοπεύετε να κυκλοφορήσετε νέο υλικό και τι οφείλουμε να περιμένουμε αυτήν τη φορά;

Λόγω των κάμποσων διαφορετικών projects που τρέχουν, η αλήθεια είναι πως έχουμε μόλις αρχίσει να δουλεύουμε στο επόμενο άλμπουμ. Έχουμε πολλές ιδέες, φυσικά, αλλά είναι πραγματικά πολύ νωρίς για να πούμε πώς θα ακούγεται.


Η μπάντα φαίνεται πάντως πιο δυνατή από ποτέ στο στουντιακό μέρος. Τραγούδια δηλαδή όπως τα "Wired", "States Radio", "Mambo Queen Οf Τhe Sandstone City", "Burn The Castle", είναι εξίσου καλά με τα κλασικά σας hits. Πόσο σημαντικό είναι κάθε τραγούδι στον δίσκο να είναι καλό και πόσο πιο δύσκολο είναι να το πετύχετε, όσο τα χρόνια περνούν;

Είναι πολύ σημαντικό –και εξίσου σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να προοδεύουμε ως μπάντα. Μερικές φορές μας φαίνεται ως μια αποθαρρυντική και δύσκολη πρόκληση, αλλά στην πορεία όλα φαίνεται να λειτουργούν.

Τα πρόσφατα άλμπουμ φέρουν μεν το κλασικό πνεύμα των New Model Army, αλλά μπορούμε να εντοπίσουμε μικρές παραλλαγές στην παραγωγή. Προσπαθείτε να ανανεώσετε τη γνωστή σας φόρμουλα; Τι έχετε υπόψη σας πριν δημιουργήσετε έναν νέο δίσκο;

Η τρέχουσα εκδοχή του συγκροτήματος, είναι η αγαπημένη μου. Μοιάζουμε πολύ καλά ισορροπημένοι μεταξύ των πέντε ανθρώπων/χαρακτήρων και των διαφορετικών μουσικών επιρροών μας. Είμαστε ανοιχτοί σε όλες τις ιδέες, ενώ φέρουμε και μια πολύ ομαλή δυναμική κατά την εργασία μας.

12NewMAr_2.jpg

Μία από τις αγαπημένες μου πρόσφατες στιγμές σας ήταν το Between Dog And Wolf (2013), ένα απολύτως συναρπαστικό άλμπουμ. Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Joe Barresi, καθώς και η tribal αίσθηση του δίσκου;

Είχαμε κουραστεί να κυκλοφορούμε δίσκους που είχαν γραφτεί και σχεδιαστεί πολύ καλά, κάτι όμως που ελάχιστα αποτυπωνόταν στη μίξη. Το Between Dog And Wolf ήταν concept album, με την έννοια ότι το σκεφτήκαμε πολύ πριν ξεκινήσουμε να γράφουμε –ειδικά εγώ και ο Michael Dean. Γνωρίζαμε ότι θέλαμε να διερευνήσουμε τους ήχους των τυμπάνων σε στρώματα, κάτι που είχαμε ξανακάνει σε έναν βαθμό και στο παρελθόν, αλλά όχι τόσο σκόπιμα.

Επιθυμούσαμε να φτιάξουμε μια στούντιο δουλειά με την πλήρη έννοια της λέξης, αντί για μια συλλογή τραγουδιών τα οποία θα παίζαμε ζωντανά. Θέλαμε φυσικά να κάνουμε την παραγωγή οι ίδιοι, ώστε να μας δοθεί χρόνος να διερευνήσουμε διαφορετικές ιδέες. Και το πιο σημαντικό: αποφασίσαμε ότι στο τέλος να το παραδώσουμε σε έναν ηχολήπτη πρώτης κλάσης για να το μιξάρει. Ο Joe Barresi ήταν η επιλογή μας και αποδείχθηκε πολύ καλός. Καταφέραμε γρήγορα να χτίσουμε μια άριστη κατανόηση μεταξύ μας. Η αλήθεια είναι ότι περιμέναμε να χάσει πολλά από όσα είχαμε ηχογραφήσει, αλλά, αντ' αυτού, επέδειξε απίστευτη ικανότητα και διαύγεια και τα συμπεριέλαβε όλα.

Μιλώντας για τον Joe Barresi, ποιους ανθρώπους θα ονομάζατε ως τα πιο ευχάριστα και εμπνευσμένα άτομα από όσους έχετε συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια; Και για ποιους λόγους;

Έχουμε συνεργαστεί με πολλούς διάσημους παραγωγούς και ηχολήπτες ανά τα χρόνια. Από όλους έχουμε μάθει κάτι και κυρίως είχαμε πολύ καλές σχέσεις, βασισμένες στο κοινό χιούμορ και στο πάθος για τη μουσική. Ο Joe ήταν υπέροχος, όπως ήταν και οι Chris Kimsey και Niko Bolas –αν και αμφότεροι μπορούσαν να γίνουν κυκλοθυμικοί, όπως όλοι οι δημιουργικοί άνθρωποι. Ο Glyn Johns ήταν ένα κομμάτι ξεχωριστό, ο σκληρός δάσκαλος, με τον οποίον συγκρουόμουν συνεχώς (κάνοντας το Ghost Of Cain, το 1986)· αλλά τώρα κοιτάζω στο παρελθόν με μεγάλο σεβασμό και ευγνωμοσύνη: 30 χρόνια αργότερα καταλήξαμε να έχουμε μια πολύ καλή σχέση.

Ο Tom Dowd έφερε κάποια ψυχή της παλιάς σχολής, όπως και πολλές σπουδαίες ιστορίες. Ο Mond Cowie ήταν ο πρώτος παραγωγός που είχαμε ποτέ. Ο Pat Collier στο Impurity (1990) μας βοήθησε σε μια δύσκολη περίοδο, όπως μας βοήθησε και η εξυπνάδα του Andy Wallace (ο οποίος μίξαρε μέρος του Thunder Αnd Consolation το 1989), αλλά και ο Bob Clearmountain (ο οποίος μίξαρε το Love Οf Hopeless Causes το 1993)· όλες ήταν σύντομες, αλλά πολύ φιλικές συνεργασίες. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω τον John Cornfield στο θρυλικό Sawmills Studios της Κορνουάλλης, ο οποίος μας δίδαξε πολλά τη περίοδο 1987-1991 και μας έδωσε ελεύθερη κυριαρχία πάνω σε όλο τον εξοπλισμό του. Ήταν η πρώτη φορά που μάθαμε πραγματικά να ηχογραφούμε τους εαυτούς μας. Επίσης, οι Lee και Jamie στο Leeds μας βοήθησαν πολύ με το Winter. Αυτά ήταν τα καλύτερα στιγμιότυπα... Υπήρξαν και μερικοί φυσικά που ποτέ δεν μας κατάλαβαν πραγματικά, εμάς ή τη μουσική μας. Αλλά είναι καλύτερα να ξεχαστούν.

12NewMAr_3.jpg

Οι New Model Army τείνουν να παρουσιάζουν μεγάλες setlists ζωντανά. Επιπλέον, μερικές φορές αλλάζετε κάποιες επιλογές, ανάλογα με τη διάθεση της κάθε νύχτας. Πόσο απαιτητικό έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο, όσον αφορά τις πρόβες και τα εκτεταμένα προγράμματα περιοδειών; Προσπαθείτε να κρατήσετε τα πράγματα ενδιαφέροντα τόσο για τους εαυτούς σας, όσο και για τους οπαδούς;

Έχουμε περίπου 250 τραγούδια από τα οποία μπορούμε να επιλέξουμε. Όταν βγαίνουμε ζωντανά, συνήθως κάνουμε πρόβες και γνωρίζουμε να παίζουμε περίπου 50, τα οποία αρκούν για να τα θυμόμαστε, δεδομένης της περίπλοκης φύσης ορισμένων κομματιών. Βγάζουμε λοιπόν setlists από αυτά, προσπαθώντας να πετύχουμε μια καλή ισορροπία μεταξύ παλιού και πιο πρόσφατου υλικού, αλλά και μεταξύ των διαφορετικών διαθέσεων και ρυθμών. Ένα set πρέπει να είναι ένα ταξίδι, το οποίο παραμένει ενιαίο. Όταν βρεθεί μία καλή setlist σε μια περιοδεία, να ρέει τόσο συναισθηματικά όσο και μουσικά, έχουμε την τάση να την κρατήσουμε για λίγο μέχρι να τη βαρεθούμε, ή μέχρι τα πράγματα να αρχίσουν να συμβαίνουν μηχανικά –οπότε και την αλλάζουμε. Έτσι, οι setlists σχεδιάζονται, αλλά τα encores είναι πάντα αυθόρμητα.

Μήπως έχετε κάποιες αναμνήσεις που φαντάζουν αστείες, ή ίσως δυσάρεστες από τις προηγούμενες περιοδείες σας; Κάτι ιδιαίτερο που θα θέλατε να μοιραστείτε;

Υπερβολικά πολλές! Αλλά καμία για να μοιραστούμε!

Οι New Model Army είναι ενεργοί εδώ και 38 χρόνια, ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο η μπάντα παραμένει ανήσυχη, όπως πάντα. Τι πυροδοτεί τη νεανική σας ενέργεια και για πόσο καιρό ελπίζετε να παραμείνετε στα πράγματα;

Απλά κάνουμε ακριβώς αυτό που αγαπάμε και έχουμε πίστη ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν διάθεση να ακούσουν. Ο Neil Young είπε κάποτε ότι, εάν παραμείνετε πιστοί στη μουσική σας για αρκετό καιρό, τελικά οι άνθρωποι θα μάθουν να σας εμπιστεύονται.

12NewMAr_4.jpg

Τι οδήγησε αλήθεια τη μπάντα στην απόφαση να σχηματίσει τη δική της δισκογραφική εταιρία Attack Attack Records; Νιώθετε απογοητευμένοι από τις μεγάλες εταιρίες; Πιστεύετε ότι η λειτουργία των πραγμάτων σε μια ανεξάρτητη βάση μπορεί να είναι ευλογία, αλλά και κατάρα συνάμα;

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 υπήρξαμε λίγο αδέξιοι, γράφοντας μεν ακόμα μουσική, αλλά χωρίς μάνατζερ ή πηδάλιο για να κατευθύνουμε το πλοίο. Ο Tommy Tee, ο μάνατζερ των περιοδειών μας στη δεκαετία του 1980, επέστρεψε τότε για να μας διαχειριστεί. Και είχαμε μια μακρά συζήτηση, στην οποία προβλέψαμε ότι το ίντερνετ επρόκειτο να αλλάξει για πάντα τον κλάδο. Το παλιό μοντέλο ήταν νεκρό και θα βρισκόμασταν σε καλύτερη θέση στο μέλλον εάν δημιουργούσαμε τη δική μας εταιρία, σταματώντας να προσπαθούμε να παίξουμε το mainstream παιχνίδι. Θα ήμασταν έτσι λιγότερο σε δημόσια θέα, βέβαια· από την άλλη, όμως, το mainstream ποτέ δεν κατάλαβε πραγματικά τη φύση της μπάντας. Αυτή η λογική μας βοήθησε τελικά πολύ. Ο Tommy πέθανε δυστυχώς το 2008, μα αποφασίσαμε να συνεχίσουμε με το ίδιο μοντέλο.

Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, είναι το ότι διατηρούσατε πάντα μια πολιτική στάση καθόλη τη διάρκεια της παρουσίας σας. Ποιες είναι λοιπόν οι σκέψεις σας σχετικά με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη και πού πιστεύετε ότι οδηγούνται τα πράγματα;

Ω, Θεέ μου! Από πού να αρχίσω; Τα πράγματα οδηγούνται προς μια πολύ τρομακτική κατεύθυνση. Υπάρχει μια πτώση όλων των παλαιών συμφωνιών, αλλά και της ανοχής και της ευγένειας, επειδή, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο ασφαλείς, πιο υγιείς και καλύτεροι από τη γενιά των παππούδων τους, υπάρχουν πολλές δυνάμεις που ενδιαφέρονται να μας κάνουν όλους να φοβόμαστε, να ζηλεύουμε, να θυμώνουμε και να δυσαρεστούμαστε.

Οι άνθρωποι που τα έχουν πάει ιδιαίτερα καλά τα τελευταία 30 χρόνια έχουν πειστεί ότι συνέβη επειδή είναι «καλύτεροι» και «αξίζουν την επιτυχία τους» (το αμερικανικό μοντέλο). Οπότε δεν οφείλουν τίποτα σε όσους είναι λιγότερο τυχεροί, επιτρέποντας έτσι να ανθίσουν μεγάλες ανισότητες. Αυτή, όμως, είναι μια συνταγή για την καταστροφή. Και τώρα η Δεξιά ελπίζει να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερο κοινωνικό χάος, περιμένοντας ώστε να αναλάβει εκείνη, με τη δική της αδίστακτη, άνομη και βάναυση μορφή «τάξης». Εν τω μεταξύ όσοι από εμάς δεν προσυπογράφουμε μια τέτοια βίαιη παγκόσμια οπτική (και πιστεύω ότι εξακολουθούμε να είμαστε η πλειοψηφία), διαφωνούμε μεταξύ μας για το ποιος έχει την καλύτερη φιλοσοφική εκδοχή της Ουτοπίας, αντί να στεκόμαστε μαζί για να προστατεύσουμε όσα καλά πράγματα έχουμε και μοιραζόμαστε ο ένας με τον άλλο.

 

×