search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Στα 30, έχει ήδη καταφέρει να κατακτήσει το επίθετο «σπουδαίος» για την άνεση με την οποία διασχίζει τα σύνορα μεταξύ τζαζ και αρμένικης παράδοσης. Τον βρήκαμε στο Skype για μια συζήτηση, με αφορμή την επικείμενη συναυλία του στην Αθήνα (Παρνασσός, Σάββατο 7/10)

Αν δεν κάνω λάθος δεν είσαι ακόμα σε περιοδεία, ξεκινάς με τη συναυλία σου στην Αθήνα, σωστά;

Ναι. Και νομίζω πως είναι μια συναρπαστική αρχή!

Θα είναι η πρώτη σου φορά εδώ;

Θα είναι η πρώτη μου συναυλία. Γιατί έχω βρεθεί εκεί σαν ταξιδιώτης και από τότε πιέζω τον ατζέντη μου να κλείσει μια εμφάνιση. Είναι μερικές πόλεις που, για κάποιον λόγο, σημαίνουν πολλά για μένα και σίγουρα η Αθήνα είναι μία από αυτές· είναι μια αρχαία πόλη και μου δημιουργεί ένα ιδιαίτερο συναίσθημα.

Κάτι που μας φέρνει από μόνο του στον φετινό σου δίσκο, ο οποίος έχει τον τίτλο Ancient Observer και είναι ο 2ος που γράφεις για σόλο πιάνο. Καταρχάς, τι σε ώθησε σε αυτήν την επιλογή της ενορχήστρωσης; Ήταν τα ίδια τα κομμάτια που το «αποφάσισαν» ή μήπως ήθελες να δοκιμάσεις τον εαυτό σου σε ένα πεδίο που τον είχες δοκιμάσει και πριν 6 χρόνια, με το άλμπουμ A Fable;

Για να είμαι ειλικρινής, είναι κάτι πιο απλό. Από το 2011 είχα μαζέψει αρκετές συνθέσεις μου για σόλο πιάνο. Οπότε, όταν κάτσαμε να συζητήσουμε με το νέο μου label [σ.σ. τη Nonesuch] για το τι θα κάναμε, αποφασίσαμε να εκμεταλλευτούμε αυτές τις συνθέσεις, εφόσον υπήρχαν ήδη κι εφόσον είχε περάσει αρκετός καιρός από την προηγούμενη αντίστοιχη δουλειά.

Μια τέτοια δουλειά εμπεριέχει μεγαλύτερη πρόκληση για σένα;

Δεν θα το 'λεγα έτσι... Έχει τις δικές της προκλήσεις. Όταν π.χ. παίζω με το τρίο ή με κάποιον άλλο σχηματισμό, πρέπει να είμαι πάντοτε σε εγρήγορση, να ακούω τι παίζουν οι υπόλοιποι, να το ενσωματώνω και ίσως να το προεκτείνω στο δικό μου παίξιμο· όλοι πρέπει να είμαστε ένα. Εδώ, όμως, ιδίως από τη στιγμή που υπάρχει και αρκετός αυτοσχεδιασμός, πρέπει διαρκώς να «ταΐζεις» ο ίδιος τον εαυτό σου με ιδέες. Και προφανώς είναι μια άλλου είδους πρόκληση –τεχνικά και όχι μόνο– να είσαι σε θέση να κάνεις μια συναυλία μιάμισης ώρας μόνος σου και να κρατήσεις το ενδιαφέρον του ακροατηρίου.

Όμως μου αρέσει πολύ αυτό. Υπάρχει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μια αμεσότητα την οποία δεν βρίσκεις όταν παίζεις με μια μπάντα. Αν θες, η μεγαλύτερη πρόκληση –μιας που δεν είμαι μόνο αυτοσχεδιαστής, αλλά και συνθέτης– είναι να γράφω μουσική για σόλο πιάνο. Έχει γραφτεί τόση πολλή μουσική για σόλο πιάνο, ώστε είναι από μόνο του μια μεγάλη πρόκληση να παρουσιάζεις στη σκηνή μια τέτοια μουσική και να μην ακούγεσαι τετριμμένος.

68bTigran_2.jpg

Ας πάμε λοιπόν σ’ εκείνον τον «αρχαίο παρατηρητή», το όρος Αραράτ δηλαδή, το οποίο φυσικά έχει δεσπόζουσα θέση στην αρμένικη κουλτούρα. Τι υπήρχε εκεί για σένα;

Έχει να κάνει με τον χρόνο, με ένα ταξίδι στον χρόνο κατά κάποιον τρόπο, με την έμπνευση την οποία μπορείς να αντλήσεις από διαφορετικές περιόδους της ανθρώπινης παρουσίας και με τη συνειδητοποίηση ότι σε αυτόν τον ίδιο τόπο έχουν περάσει τόσοι άνθρωποι, μέσα σε τόσες χιλιάδες χρόνια, έχοντας αφήσει το στίγμα τους. Έχει επίσης να κάνει και με μένα: με το πώς είναι η ζωή μου σήμερα, το τι παρατηρώ, σε τι πληροφορίες αφήνω τον εαυτό μου να εκτεθεί, με το τι κάνω, τι αντιπροσωπεύω ως κάποιος που ζει σήμερα στην Αρμενία, σε αυτό το τοπίο. Όταν ξυπνάω το πρωί και βλέπω το όρος Αραράτ, έχω ένα υπαρξιακό συναίσθημα, το οποίο με κάνει να σκέφτομαι τι θέλω να κάνω, τι θέλω να δημιουργήσω και πώς να ζήσω τη σύντομη ζωή μου.

Με αυτό σαν γενική ιδέα, κάθε τραγούδι στο άλμπουμ έχει τη δική του ιστορία. Για παράδειγμα υπάρχει ένα κομμάτι, το “Egyptian Poet”, το οποίο το έγραψα όταν διάβασα για πρώτη φορά αρχαία αιγυπτιακή ποίηση –ποίηση που γράφτηκε πριν 4 ή 5 χιλιάδες χρόνια. Το κομμάτι αντιπροσωπεύει ένα συναίσθημα που μου δημιουργήθηκε διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα και συνειδητοποιώντας πόσο με αφορούν.

Ένα άλλο τραγούδι, το “Leninagone”, είναι μια ιστορία σχετικά με τη γέννηση και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και κατ’ επέκταση με το τι είναι η Αρμενία σήμερα. Ξεκίνησε από ένα παιχνίδι λέξεων με τη σοβιετική ονομασία της πόλης στην οποία γεννήθηκα, η οποία λεγόταν Λενίνακαν και όταν «ο Λένιν έφυγε», ξαναπήρε το προηγούμενο όνομά της, Τζιούμρι. Αλλά υπάρχουν διάφορα επίπεδα σε αυτό. Η μελωδία του πιάνου, για παράδειγμα, σου δίνει την αίσθηση της αρμένικης μουσικής για πιάνο του 19ου αιώνα, όπως εκείνη που έγραφε ο Nikoghayos Tigranian. Άρα το κομμάτι σού θυμίζει την προ-σοβιετική περίοδο, αλλά έχει και τα ηλεκτρονικά ως αναφορά στη σοβιετική περίοδο και στην εκβιομηχάνιση, καθώς και μια κάποια μελαγχολία, την οποία προσπάθησα να συνδέσω με την περίοδο της σοβιετικής κατάρρευσης.

Παρενθετικά, πώς ήταν εκείνη η περίοδος στην Αρμενία;

Ήταν τραυματική, σχεδόν αποκαλυπτική. Είχε ξεκινήσει ένας μεγάλος πόλεμος μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν [σ.σ. εννοεί αυτόν που έμεινε γνωστός ως «πόλεμος του Ναγκόρνο-Καραμπάχ»], είχε γίνει κι ένας μεγάλος σεισμός  στην πόλη μου, ο οποίος στην ουσία κατέστρεψε το μισό της, και σχεδόν 2 χρόνια μετά κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση και άλλαξαν όλα. Οπότε καταλαβαίνεις…

68bTigran_3.jpg

Πάντως, όλος αυτός ο χρονικός όγκος στον οποίον αναφέρθηκες είναι με μία έννοια ενσωματωμένος στο ιδιαίτερο στιλ σου. Δηλαδή, ασχολείσαι σε βάθος με την αρμένικη παράδοση, ενώ ταυτόχρονα είσαι κι ένας μοντέρνος πιανίστας…

Ας το πούμε έτσι: παλαιότερα, π.χ. πριν από 150 χρόνια, υπήρχαν δύο είδη μουσικής, η θρησκευτική και η κοσμική ή λαϊκή μουσική. Όμως τώρα έχουμε τόσα πολλά είδη, υποείδη και στιλ, κάτι που επηρεάζει τους ανθρώπους. Εφόσον δεν είμαι μοναχός και δεν ζω σε κάποια σπηλιά, δεν μπορώ παρά να επηρεάζομαι κι εγώ. Και φυσικά υπάρχει κάτι πολύ καλό σε αυτό, με όλη την πληροφορία και την τόση μουσική που φτάνει στα αυτιά σου: είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να αποφασίσεις τι σου αρέσει και τι θέλεις να κάνεις· είναι τόσες οι δυνατότητες.

Όμως, ό,τι κι αν τελικά αποφασίζεις (και είναι αρκετά αυτά που έχεις κατά καιρούς επιχειρήσει), η παράδοση υπάρχει, έστω κι αν μιλάμε για έναν τονισμό ή μία υπόνοια. Αυτή βέβαια είναι μια πολύ δημιουργική προσέγγιση, γιατί υπάρχει και μια άλλη, πιο συντηρητική, η οποία βλέπει στην παράδοση κάτι που πρέπει να διατηρηθεί και άρα να μην αλλαχτεί, να μη «μολυνθεί»…

Αν καταλαβαίνεις πραγματικά την παράδοση, τότε μπορείς να είσαι ελεύθερος μαζί της. Αν όμως δεν την καταλαβαίνεις, αρχίζεις να φοβάσαι να είσαι ελεύθερος μαζί της. Και νομίζω πως η παραδοσιακή μουσική πριν την εκβιομηχάνιση και την τεχνολογία ήταν σε ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με αυτό που αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Η μουσική και τα λαϊκά τραγούδια γεννιόνταν και αναπτύσσονταν σε καθημερινή βάση. Το ίδιο και με τη θρησκευτική μουσική: παλαιότερα στην Αρμενία υπήρχαν πάρα πολλά μοναστήρια, ενώ σήμερα στην ουσία δεν υπάρχει μοναστική ζωή. Δυστυχώς, κατά τη γνώμη μου.

Το έλεγες και σε μία παλαιότερη συνέντευξη, ότι δεν δημιουργείται πλέον «νέα παραδοσιακή μουσική». Ένας λόγος που μπορώ να σκεφτώ, πέρα από αυτό που λες, είναι ότι τείνουμε να περιορίζουμε την παράδοση σε στενά εθνικά συμφραζόμενα, ενώ στην πραγματικότητα θα πρέπει να την τοποθετούμε σε πολύ πιο ευρεία κλίμακα...

Ναι, ίσως. Γίνεται «εθνική», νομίζω, επειδή έχει χαθεί –επειδή δεν είναι ζωντανή. Αν χάνεις κάτι, τότε αρχίζεις να ανησυχείς για αυτό και να το περιχαρακώνεις· αν ήταν κάτι το οποίο γεννιέται φυσικά, όπως λέγαμε πριν, δεν σε ανησυχεί. Αυτό είναι το θέμα. Και γι' αυτό μετά φτάνουμε σε προβλήματα όπως ο φασισμός, γιατί όλο αυτό δεν γεννιέται φυσικά, στήνεται τεχνητά, γίνεται «ιδέες». Ο χωρικός που έφτιαχνε τραγούδια, δεν θα γινόταν μετά ρατσιστής.

68bTigran_4.jpg

Ίσως γιατί το τραγούδι του είχε μέσα του και το στοιχείο της επικοινωνίας;

Σωστά. Εγώ θα έλεγα επειδή είχε να κάνει με μία τελετουργία. Πολλά τραγούδια τα έφτιαχναν οι γυναίκες γιατί οι δουλειές που έκαναν ήταν πολύ συγκεκριμένες. Αλλά και γενικά οι άνθρωποι πήγαιναν ας πούμε στο χωράφι, έσπερναν το σιτάρι, ύστερα το μάζευαν, το άλεθαν και ούτω καθεξής. Κι όλο αυτό συνοδευόταν από μουσική, οπότε η μουσική ήταν μέρος της καθημερινής ζωής. Τώρα αυτό έχει χαθεί.

Έχουμε αποσυνδεθεί δηλαδή από τους ίδιους τους όρους της δημιουργίας της;

Προφανώς. Έχουμε αποσυνδεθεί από την όλη ομορφιά αυτής της μουσικής. Η μουσική γίνεται όλο και περισσότερο ατομική υπόθεση. Κατά μία έννοια, το σημερινό αντίστοιχο είναι αυτή η άθλια ποπ, την οποία ακούς παντού. Γιατί αντί να δημιουργείται συλλογικά, έχοντας αυτήν τη σχέση με τη φύση, φτιάχνεται ας πούμε από 10 διαφορετικούς παραγωγούς και 10 διαφορετικούς μουσικούς, οι οποίοι στην ουσία φτιάχνουν ένα τραγούδι. Είναι η ίδια ιδέα, απλώς για τους λάθος λόγους!

Εσύ έχεις δει το «Δυτικό μοντέλο», έχοντας ζήσει στις Η.Π.Α. για μεγάλο διάστημα, αποφάσισες όμως να επιστρέψεις στο Γερεβάν. Δεν σου ταίριαζε το εκεί πλαίσιο; Ή ίσως γιατί η αρμένικη μουσική παράδοση ήταν πάντα μέσα σου πιο δυνατή;

Ναι, έζησα από τα 16 στις Η.Π.Α., έχω και αμερικανικό διαβατήριο! Εκεί έχεις πάρα πολλές δυνατότητες, σου δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσεις πολλούς ταλαντούχους ανθρώπους που είτε γεννήθηκαν εκεί, είτε πήγαν εκεί για να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους· είναι ένα πολιτισμικό χωνευτήρι. 

Εγώ μελετούσα από πριν την αρμένικη μουσική, ήδη από τα 13-14, οπότε ήταν πάντα εκεί. Δεν αμφέβαλλα ποτέ για το αν θα έπρεπε π.χ. να είμαι πιο «μοντέρνος» μουσικός. Καθώς μεγάλωνα εκείνη η σύνδεση εξελισσόταν, έμπαινα όλο και πιο βαθιά και ακόμα ανακαλύπτω αυτή τη μουσική και τις ανεξάντλητες δυνατότητές της.

68bTigran_5.jpeg

Έχεις βεβαίως ασχοληθεί αρκετά και με τη θρησκευτική πλευρά της παραδοσιακής μουσικής. Αν για παράδειγμα εγώ, ως μη θρησκευόμενος, ακούσω ένα άλμπουμ σαν το Luys I Luso (2015), μάλλον θα το αντιληφθώ περισσότερο αισθητικά, όχι ως κάτι ιερό. Χάνω κάτι; 

Θα σου πω τη δική μου ιστορία. Κι εγώ ήμουν άθεος και έχω γενικά περάσει από αρκετές φάσεις από την εφηβεία μου μέχρι σήμερα, που είμαι 30. Παρόλα αυτά πάντα είχα στο μυαλό μου να κάνω ένα πρότζεκτ σχετικό με τη θρησκευτική μουσική της Αρμενίας. Γιατί με άγγιζε αισθητικά, όπως είπες κι εσύ, αλλά επίσης και πνευματικά –αν και ίσως δε σκεφτόμουν συγκεκριμένα τις χριστιανικές αξίες. Ήταν πάντως μια μουσική που με συνάρπαζε από μικρό.

Όμως, κατά κάποιον τρόπο, φοβόμουν να αγγίξω αυτή τη μουσική, μέχρι να φτάσω στο σημείο να πιστεύω στον Θεό· αλλιώς αισθανόμουν ότι θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου, ότι θα ήμουν κάπως σαν ένας κλέφτης που παίρνει αυτή τη μουσική και τη χρησιμοποιεί εργαλειακά. Το οποίο είναι ό,τι χειρότερο μπορείς να κάνεις.

Επομένως, ενώ έψαχνα, ο δίσκος που ανέφερες ήρθε κάπως φυσικά. Ήθελα να δουλέψω πάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό για μένα format, με φωνές και χορωδία. Μάθαινα λοιπόν πώς να τραγουδάω τους ύμνους, μάθαινα την αρμένικη σημειογραφία, τους δρόμους και τα λοιπά, και μέσω αυτής της διαδικασίας η μουσική με έφερε στην πνευματικότητα και στη θρησκεία. Ήταν το τέλειο όχημα για να βρεθώ στο σωστό μέρος. Οπότε ξεκίνησε από την αισθητική, αλλά εξελίχθηκε σε κάτι βαθύτερο.

Έχω επίσης στο μυαλό μου ένα άλλο πρόσφατο άλμπουμ σου, το υπέροχο Atmosphères, (2016), στο οποίο συμμετέχουν και οι Αrve Henriksen, Jan Bang & Eivind Aarset. Ο Henriksen έχει επίσης ασχοληθεί με την πνευματικότητα στη μουσική, για παράδειγμα με το άλμπουμ Places Of Worship το 2013· θα έλεγες ότι οι θαυμάσιοι διάλογοι τους οποίους αναπτύσσετε στο Atmosphères εδράζονται σε αυτό το κοινό σας ενδιαφέρον;

Ίσως. Δεν ξέρω... Σίγουρα υπάρχει κάτι που μας συνδέει, το αισθανόμαστε αυτό. Και σίγουρα συμφωνούμε ότι δεν έχει σημασία τι πιστεύει ο καθένας, από πού προέρχεται και τα λοιπά. Δεν ξέρω αν ο Arve είναι Χριστιανός ή οτιδήποτε, πάντως αισθανόμαστε ότι υπάρχει κάτι το οποίο μας συνδέει. Αν θέλεις να το πεις «θεό», πες το έτσι.

68bTigran_6.jpg

Κάτι που μου έκανε εντύπωση από την πρώτη φορά που άκουσα το πιάνο σου (νομίζω πως ήταν στο Liberetto του Lars Danielson το 2012), είναι η ευελιξία του παιξίματός σου, η δυνατότητα να βρίσκεσαι ταυτόχρονα σε πολλά μουσικά σημεία. Και βεβαίως το έχεις αναπτύξει αυτό από πολύ νεαρή ηλικία. Παίζοντας σε ένα στερέωμα όπως η τζαζ, όπου κάποιος συνήθως θεωρείται ώριμος και ολοκληρωμένος μουσικός μετά τα 40, ήταν ποτέ περίεργο για σένα να έχεις καταφέρει κάτι τέτοιο στα 20 ή στα 25 σου και να θεωρείσαι κάπως σαν «παιδί-θαύμα»;

Κάποιοι άνθρωποι ξεκινάνε μικροί, άλλοι μεγαλύτεροι. Εγώ έτυχε και ξεκίνησα πολύ μικρός. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι είμαι πολύ χαρούμενος που βρήκα αυτό που αγαπώ να κάνω, που βρήκα μια πόρτα η οποία με οδήγησε σε έναν κόσμο με τόσες πιθανότητες· έναν κόσμο με τον οποίον μπορώ να συνδεθώ πραγματικά. Σημαντικό κομμάτι προφανώς σε αυτόν τον κόσμο αποτελεί η αρμένικη μουσική παράδοση και νιώθω πολύ τυχερός που αφέθηκα σε εκείνη από μικρή ηλικία, στα 12 ή στα 13 μου.

Περισσότερο θέλω να βλέπω τον εαυτό μου ως κάποιον που φτιάχνει «μοντέρνα παραδοσιακή μουσική» [«modern folk songs»]. Κάποιες φορές, γράφω μια μελωδία και με ρωτάνε: «ποιο παραδοσιακό τραγούδι είναι αυτό;». Αλλά δεν είναι κάποιο τραγούδι, έχει να κάνει με το γεγονός ότι η παράδοση έχει ενσωματωθεί με έναν τρόπο στο στιλ μου. Και έχω γράψει αρκετές τέτοιες μελωδίες, ορισμένες μάλιστα αρκετά πολύπλοκες.

Αλλά αυτές οι μελωδίες συνδέονται επίσης με ανθρώπους από διαφορετικούς μουσικούς κόσμους –από τη μοντέρνα τζαζ, το progressive rock και βέβαια από πολλούς που ασχολούνται σοβαρά με την αρμένικη παράδοση. Για μένα αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό.

Κλείνοντας, έχεις σχέδια για κάποια νέα κυκλοφορία;

Έχω, αν και δεν έχω ξεκινήσει ακόμα. Γράφω πολύ, οπότε υπάρχουν στοίβες με συνθέσεις και ιδέες που με περιμένουν. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα, όμως σίγουρα θέλω να κάνω κάτι που θα περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα τρίο ή ίσως και κάποιους καλεσμένους.

Να μην κάνεις πάλι μόνος σου ολόκληρη περιοδεία! Αλήθεια, είναι δύσκολο να ταξιδεύεις και να παίζεις σόλο;

Ξέρεις, τελικά δεν είναι καθόλου δύσκολο. Είναι πολύ ωραίο, κάπως σαν ένας συνεχής διαλογισμός. Αλλά είναι αλήθεια ότι μου έχει λείψει να παίζω σε διαφορετικό περιβάλλον. Σχετίζεται πάντα με το να βρίσκεις την ισορροπία σε ό,τι κάνεις: αν παίζω σόλο πιάνο για 3 χρόνια ας πούμε, νομίζω ότι θα τρελαθώ! Το ίδιο ισχύει και για το τρίο. Γι' αυτό κάθε δίσκος μου είναι πολύ διαφορετικός σε σχέση με τον προηγούμενο, τουλάχιστον όσον αφορά τον μουσικό σχηματισμό.

Σ’ ευχαριστώ πολύ για αυτήν τη συζήτηση, ανυπομονώ για τη συναυλία σου...

Κι εγώ σε ευχαριστώ, χαρά μου.