search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Διανύοντας την πιο εξωστρεφή, δημιουργική και ώριμη φάση τους ηχογράφησαν τον 3ο τους δίσκο μέσα σε δύο σπιτικά σαλόνια, με πολλή φαντασία, αυτοσχεδιασμό, αλλά και μερικές αναποδιές. Λίγο πριν τις εμφανίσεις στον πεζόδρομο των Θεσσαλών (Πέμπτη 5/7) και στο Αττικό Σχολείο Αρχαίου Δράματος στην Ελευσίνα (Δευτέρα 9/7), βρεθήκαμε λοιπόν για συζήτηση με τον Σταύρο Ρουμελιώτη και τον Κοσμά Λαμπίδη

φωτογραφίες: Αγγελική Σταματάκη (1), Στέλιος Παπαρδέλας (3)

Έχει περάσει κιόλας ένας χρόνος από Το Δίκαιο Του Πειρασμού (2017). Τι έχει αλλάξει μέσα σε αυτό το διάστημα; Τι έχετε κερδίσει και τι έχετε χάσει;


Σταύρος Ρουμελιώτης: Θα ξεκινήσω από το τι έχει αλλάξει, γιατί μου φαίνεται πιο εύκολο. Έχει αλλάξει ο τρόπος που γράφουμε, και ως σύνθεση και ως τρόπος παραγωγής. Συνθετικά έχουμε πλέον πιο πυκνές φόρμες και λιγότερα μουσικά μέρη, και το αποτέλεσμα είναι περισσότερο εξωστρεφές. Από άποψη παραγωγής, η μεγάλη αλλαγή ήταν ότι φύγαμε από το στούντιο και ο νέος μας δίσκος έγινε μέσα σε δύο σπιτικούς χώρους, το σαλόνι του Κοσμά και το σαλόνι της Μαρίας της Παπαγεωργίου. Και το όμορφο ήταν ότι μαζευτήκαμε 4 άνθρωποι σε ένα δωμάτιο, προσπαθώντας να αξιοποιήσουμε οτιδήποτε υπήρχε στη διάθεσή μας μέσα σε αυτόν τον χώρο, χωρίς έξτρα όργανα, χωρίς έξτρα παίκτες.

Κοσμάς Λαμπίδης: Το θέμα με αυτήν την αλλαγή είναι ότι ήρθε πολύ σταδιακά.

Θυμάμαι ότι, μόλις λίγους μήνες μετά, άκουσα το "Κλείσε Τα Παράθυρα" και σχεδόν δεν σας αναγνώρισα. Αυτός ο δίσκος ήταν μάλλον ήδη πίσω για εσάς όταν βγήκε…

Κ.Λ.: Ναι, αυτός ο δίσκος ήταν ήδη έτοιμος.

Σ.Ρ.: Είναι λίγο αστεία η ιστορία για το πώς ξεκινήσαμε τον 3ο δίσκο. Με τον Κοσμά γράφουμε μουσική και δείχνουμε τι έκανε ο ένας στον άλλο. Γράφαμε τα βαριά μας, τα κουλτουριάρικά μας και τα υπαρξιακά μας, ώσπου μια μέρα πάω στον Κοσμά και του λέω «Ρε συ Κοσμάκη, έχω ένα τραγουδάκι, αλλά ντρέπομαι». Του έπαιξα λοιπόν το "Κλείσε Τα Παράθυρα", το οποίο είχα γράψει ένα βράδυ ψιλομεθυσμένος στο σπίτι, μέσα σε 10 λεπτά. Το ακούει ο Κοσμάς και μου λέει «Τέλειο, αυτό είναι! Να, ξέρεις, κι εγώ έγραψα ένα τραγούδι, αλλά ντρέπομαι κι εγώ, είναι και ντουέτο…». Και μου έπαιξε το "(Δε) Θέλω". Aυτά τα δύο τραγούδια στάθηκαν οι αφορμές για να ξεκινήσουμε τον νέο δίσκο.

Κ.Λ.: Λίγο αργότερα, εκείνα τα Χριστούγεννα του 2016, ήρθε και ο Γιώργος ο Σταυρίδης από τη Γερμανία, ιδρυτικό μέλος των Usurum, και βρήκαμε καλή αφορμή για να κλειστούμε σε ένα δωμάτιο να τζαμάρουμε και να ηχογραφήσουμε κάποιες ιδέες. Χωρίς άγχος να βγει δίσκος ή κάτι τέτοιο. Περνούσαμε όμως τόσο όμορφα μεταξύ μας, και ακούγαμε και κάτι το οποίο αποτύπωνε αυτήν την κατάσταση. Κάπως έτσι, ο δίσκος πήρε τον δρόμο του.

Σ.Ρ.: Γενικά οι ώρες ηχογράφησης είναι ελάχιστες –σχεδόν 6 μέρες αφιερώσαμε. Δεν είχαμε όμως κανένα άγχος να βγει ο δίσκος, με συγκεκριμένα κομμάτια, σε συγκεκριμένο χρόνο.

Κ.Λ.: Θέλαμε απλά αυτό που θα βγει να μας κάνει να νιώθουμε καλά, τίποτα άλλο.



Δεν σας «έριξε» καθόλου η απουσία στούντιο;

Σ.Ρ.: Μας έφτιαξε, θα έλεγα.

Κ.Λ.: Είμαστε τυχεροί, γιατί και στους δύο προηγούμενους δίσκους είχαμε ανθρώπους να μπαίνουν στα κομμάτια μας και να μας βοηθούν, χωρίς να μετράμε τις ώρες για το κόστος του στούντιο: τον Γιάννη Ταβουλάρη και τον Γιώργο Ζιώτα. Απλά εμείς κάπου χάσαμε τη μπάλα με τους ίδιους μας τους εαυτούς. Από τη στιγμή που υπήρχαν τα τέλεια μηχανήματα και οι τέλειες συνθήκες, θα μπορούσε πάντα αυτό που γράφαμε να αποτυπωθεί ακόμα καλύτερα. Στο σπίτι εξαρχής είσαι πιο ξέγνοιαστος και επικεντρώνεσαι περισσότερο σε ό,τι θες να αποτυπώσεις, όχι στο πώς.

Σ.Ρ.: Ίσως ήμασταν κι εμείς πιο ανέτοιμοι τότε. Σε κάποια κομμάτια δεν είχαμε ακριβώς τον τρόπο για να παίξουμε εκείνο που έπρεπε. Τώρα επικεντρωθήκαμε περισσότερο στον στίχο και στο να κάνουμε αυτά τα τραγούδια πιο προσιτά ακόμα και σε ανθρώπους που δεν ακούνε ελληνική μουσική.

Κ.Λ.: Για να μην παρεξηγηθούμε, δεν είναι ότι δεν μας αρέσει να πειραματιζόμαστε με τον ήχο μας ή να μην επενδύουμε πιο «βαριά» τους στίχους μας. Απλά ο νέος δίσκος μάς βρήκε σε αυτήν τη φάση μας. Ούτως ή άλλως, είχα καιρό τώρα την αίσθηση –ακόμα και στα live μας φέτος, τα οποία ήταν πολύ περισσότερα από άλλες χρονιές– ότι όταν πήγαινα να πω κάποιο κομμάτι μας από τους παλιούς δίσκους, «βάραινα» την ατμόσφαιρα. Ένιωθα ότι έπρεπε να πω «Παιδιά, συγγνώμη, τώρα θα σας πούμε δύο δικά μας». Τα καινούρια κομμάτια τα τεστάραμε περισσότερο, προέκυψαν πολύ πιο φυσικά και είδαμε ότι ο κόσμος ανταποκρίνεται και του αρέσουν.

Προσωπικά θεωρώ ότι αυτή η φάση εξωστρέφειας σάς πάει πολύ περισσότερο. Στο Tiki μάλιστα, όπου σας είδα τον προηγούμενο μήνα, παρουσιάσατε ένα πολύ πιο δεμένο πρόγραμμα, στο οποίο ο κόσμος περνούσε πολύ καλά...

Σ.Ρ.: Ξέρεις, δεν έχει πάντα σημασία τι σου αρέσει. Και εμένα μου αρέσει η όπερα και η κλασική μουσική. Αλλά το θέμα είναι εσύ τι μπορείς να επικοινωνήσεις καλύτερα, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Σε 5 χρόνια μπορεί να κάνουμε αβάν-γκαρντ και σε 10 να κάνουμε λαϊκό. Ό,τι και να 'ναι αυτό, σημασία έχει να νιώθεις ότι εσύ όντως μπορείς να το υποστηρίξεις.

Μη & Δεν, λοιπόν. Πώς μια διπλή άρνηση έγινε πρωταγωνίστρια στον 3ο σας δίσκο;

Σ.Ρ.: Μας άρεσε σαν τίτλος από το ομώνυμο κομμάτι, και μετά αρχίσαμε να βλέπουμε διάφορα παιχνίδια σε όλα τα κομμάτια. Από τη στιγμή που μπήκαμε στο τριπάκι, μπορούσαμε να γεννήσουμε άπειρες συνδέσεις, κάποιες από τις οποίες δεν είχαν και λόγο να υπάρχουν. Εγώ έπειτα έβλεπα σε όλα τα τραγούδια αντιφάσεις και δύο χαρακτήρες: θέλω και δεν θέλω, μη και δεν, ο μεθυσμένος και ο ελεύθερος εαυτός του. Έβλεπα παντού δίπολα. Έπειτα ήρθε και η φωτογραφία του Στέλιου Παπαρδέλα στο εξώφυλλο, με τους δύο αυτούς χαρακτήρες, να κουμπώσει τέλεια.

Κ.Λ.: Ο Στέλιος Παπαρδέλας είναι ένα παιδί που γυρίζει όλον τον κόσμο και βγάζει φωτογραφίες. Είναι βιωματικός φωτογράφος, δεν τον ενδιαφέρει το τεχνικά άρτιο. Τον ενδιαφέρει οι φωτογραφίες να αποτυπώνουν το συναίσθημα της στιγμής. Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι τραβηγμένη στην Ιαπωνία, στο Τόκυο, σε έναν ουρανοξύστη με άπειρα γραφεία. Οι άνθρωποι που δουλεύουν εκεί ανεβαίνουν στον τελευταίο όροφο στο διάλειμμά τους, κάθονται σε αυτά τα καθίσματα και κοιτάζουν τον ουρανό από μια διαφανή σκεπή που υπάρχει στο κτίριο. Σε αυτούς τους δύο χαρακτήρες είδαμε εμείς τον «Μη» και τον «Δεν».

21Usrm_2.jpg

Πώς ήταν αλήθεια η συνεργασία σας με τον Φοίβο Δεληβοριά στο "(Δε) Θέλω";

Σ.Ρ.: Ήταν τέλεια. Για τον Φοίβο, βέβαια, ίσως να ήταν λίγο τραυματικό! Ο άνθρωπος ήρθε σε ένα σαλόνι να ηχογραφήσει, ενώ συνήθως ηχογραφεί σε στούντιο με όλες τις ιδανικές συνθήκες. Εμείς γράψαμε το δίσκο με έναν υπολογιστή παλιό, ένα μικρόφωνο των 100 ευρώ και μια κάρτα ήχου αντίστοιχης ποιότητας. Ήρθε ο άνθρωπος να γράψει και εμείς δεν είχαμε καν βάση για το μικρόφωνο. Έτσι έφερε ο Κοσμάς ένα μπαούλο, με κάτι παλιά πράγματα της μητέρας του, βάλαμε πάνω το μικρόφωνο, το δέσαμε με ταινία γιατί έπεφτε… Εντελώς DIY κατάσταση.

Κ.Λ.: Και σα να μην έφτανε αυτό, είπε ο άνθρωπος το κομμάτι και μετά από έναν μήνα χάσαμε σχεδόν όλον τον δίσκο, γιατί κράσαρε ο υπολογιστής. Ευτυχώς είχαν σωθεί τουλάχιστον τα κρουστά, που ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι, γιατί ο Γιώργος είχε γυρίσει ήδη στη Γερμανία. Τρέχαμε σε κέντρα ανάκτησης, πληρώσαμε 800 ευρώ, και τελικά δεν πήραμε τίποτα πίσω. Ξαναγράψαμε λοιπόν όλες τις φωνές και τα όργανα, από την αρχή. Εν τω μεταξύ μας είπαν στο κέντρο ανάκτησης ότι θα μας σώσουν το 99%. Τελικά σε αυτό το 1% ήταν ο δίσκος μας. Και θυμάμαι μάλιστα ότι επικρατούσε μια πανηγυρική κατάσταση ενώ ηχογραφούσα την τελευταία δεύτερη φωνή, όταν απλά έγινε μπλε η οθόνη.

Μέσα σε όλον αυτόν πανικό, δεν υπήρξε στιγμή που να είπατε «δεν μας θέλει, ας το αφήσουμε καλύτερα»;

Σ.Ρ.: Ποτέ. Ήμαστε τόσο καλά με αυτό. Οι επιλογές μας ήταν να δώσουμε χρήματα για την ανάκτηση, να βγάλουμε εισιτήρια για Γερμανία να το ηχογραφήσουμε στον Γιώργο ή να το ηχογραφήσουμε όλο από την αρχή. Όχι όμως να τα παρατήσουμε.

Κ.Λ.: Είμαστε πολλά άτομα για να απελπιστούμε. Αυτό είναι το καλό της ομάδας. Εάν πάθαινα αυτό το πράγμα μόνος μου, θα δυσκολευόμουν πάρα πολύ να βρω κουράγιο να το ξανακάνω.

Σ.Ρ: Ήμασταν πολύ σίγουροι για αυτό που κάναμε και ο καθένας ξεχωριστά για εκείνο που γράψαμε. Όλοι θυμόντουσαν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίον είχαν γράψει το κάθε τι. Δεν υπήρχε λοιπόν φόβος ότι θα βγει κάτι άλλο ή κάτι όχι εξίσου καλό με τα πρώτα.

Τελικά, τι είναι οι Usurum για εσάς; Είναι πείσμα, ανάσα, έκφραση, διέξοδος, ανάγκη; Όλα αυτά μαζί;

Σ.Ρ.: Νομίζω είναι όλα μαζί, αλλά αρχικά είναι ανάγκη. Είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι το πρωί. Για εμάς τους δύο που είμαστε εδώ, ξέρω σίγουρα πως είναι όλη μας η ζωή.

Κ.Λ.: Είναι κάπως σύμφυτο με τη ζωή μας. Νιώθω πως μόνο αν σταματήσω να εκφράζομαι, τότε θα τελειώσουν και οι Usurum για εμένα.

Σ.Ρ.: Και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό, επιστρέφοντας και στην κουβέντα για το τι έχουμε κερδίσει όλον αυτόν τον καιρό: έχουμε κερδίσει πολύ κόσμο και μάλιστα ενεργό σε ό,τι κάνουμε. Πριν έναν χρόνο μπήκε στην ομάδα ο Γιώργος ο Ρουμελιώτης, μετά ο Στέλιος ο Παπαρδέλας, έπειτα ο Σπύρος ο Χώλης από τον Μικρό Ερωτικό, ο οποίος ανέλαβε εξ ολοκλήρου την κυκλοφορία του συλλεκτικού βινυλίου. Ξαφνικά υπάρχει πάρα πολύς κόσμος που πλαισιώνει τους Usurum με απίστευτη αγάπη και πρωτοβουλία.

Σε όλον τον δίσκο επιστρέφει το αίσθημα του φόβου για όσα κάνουμε ή δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε. Εσείς ποια πράγματα φοβάστε «μη και δεν» προλάβετε να κάνετε;

Κ.Λ.: Οι φόβοι μας είναι όλοι αυτοί για τους οποίους τραγουδάμε στον δίσκο. Επειδή η ζωή στα κέντρα είναι πολύ γρήγορη, άρα λιγότερο έντονη, φοβόμαστε μην περάσουμε χωρίς να ακουμπήσουμε, μην οι σχέσεις μας είναι επιφανειακές, μη μένουμε μακριά από τους ανθρώπους γύρω μας. Και εννοείται ότι παραμένουν φόβοι όλα αυτά, δεν λυτρώνονται γράφοντας ένα τραγούδι.

Σ.Ρ.: Για εμένα είναι αυτό που έχει γράψει ο Κοσμάς, μη και με βρει ο θάνατος πεθαμένο. Μην περάσει «έτσι» αυτή η τόση δα ζωή. Σίγουρα δεν λυτρώνονται τέτοιοι φόβοι, αλλά ευτυχώς η ζωή σου δίνει συχνά «τυράκια»: έναν μεγάλο έρωτα, ένα ωραίο live, μια ευχάριστη παρέα, ένα πολύ νόστιμο φαγητό, μια όμορφη σκέψη, μια ουσιαστική κουβέντα.

Κ.Λ.: Το σκοτάδι ωστόσο, δεν ξορκίζεται ποτέ. Αλλά είναι αναγκαίο για να δεις το φως. Γι' αυτό ας το κάνει ο καθένας φίλο του κι ας το αγκαλιάσει. Και να ξέρει επίσης ότι δεν είναι μόνος του, δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος άνθρωπος που βίωσε τον φόβο της μοναξιάς ή του θανάτου. 

Πάντως, σχετικά με το "Κλείσε Τα Παράθυρα", από ό,τι κατάλαβα δεν ήταν ιδιαίτερα προκλητική η μελοποίηση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη…

Σ.Ρ.: Κοίταξε, υπάρχει κόσμος που μου λέει «είναι τώρα αυτό μελοποίηση για Λαπαθιώτη;». Μπορεί και να μην είναι. Νομίζω πρέπει να ξεκολλήσουμε λίγο από το τι γράφουν οι επιγραφές κάτω από τα πράγματα. Εγώ όταν είδα αυτό το ποίημα, διάβασα μια ωραία ιστορία εξωστρεφούς πάθους. Δεν είδα «Λαπαθιώτης» και είπα «κάτσε να φέρω τη Φιλαρμονική»!

21Usrm_3.jpg

Με αφορμή την κυκλοφορία του συλλεκτικού σας βινυλίου, το οποίο ντύνει το ζωγραφικό έργο της Λένιας Οικονόμου και συνοδεύουν φωτογραφίες του Στέλιου Παπαρδέλα για κάθε ένα από τα 10 τραγούδια, σας αρέσει η ιδέα του «συλλεκτικού» για τα πράγματα που κρατάτε, είτε ως μουσικοί, είτε ως ακροατές;

Κ.Λ.: Μας αρέσει, αλλά δεν το θεωρούμε απαραίτητο. Η ιδέα αυτή ήταν του Σπύρου Χώλη από τον Μικρό Ερωτικό. Επειδή είναι ένας άνθρωπος που πραγματικά λατρεύει τη μουσική και έχει ζήσει και σε εποχές που οι δίσκοι ήταν παραγωγές με πολύ υψηλά στάνταρ, έχει δει δίσκους οι οποίοι είναι πραγματικά έργα τέχνης. Έτσι κι εμείς πήγαμε τότε στον Σπύρο, εντελώς ενστικτωδώς, πριν από οποιονδήποτε άλλον. Άκουσε το δίσκο, του άρεσε πολύ και είπε «Παιδιά, θέλω να αναλάβω μια συλλεκτική έκδοση». Εμείς δεν το είχαμε στο μυαλό μας καθόλου. Έτσι ο Χώλης ανέλαβε εξ ολοκλήρου το κόστος της συλλεκτικής έκδοσης για 100 βινύλια, ενώ στο μεταξύ κυκλοφορεί και η κανονική έκδοση, από τη B-otherSide, ένα label πίσω από το οποίο υπάρχει ένας επίσης εξαιρετικός άνθρωπος, ο Δημήτρης Βασιλειάδης, στον οποίον μας σύστησε πάλι ο Σπύρος.

Εάν λοιπόν σας ζητούσα μια εικόνα από όλη αυτήν τη διαδρομή του Μη & Δεν, ποια θα ξεχωρίζατε;

Σ.Ρ.: Τα Χριστούγεννα του 2016 αρχίζουμε να γράφουμε το "Άκου", το πρώτο κομμάτι του δίσκου, στο οποίο ο Γιώργος έκανε τρομερά πράγματα με ό,τι έβρισκε στο δωμάτιο της Μαρίας. Έτσι λοιπόν όπως το γράφουμε και έχουμε μπει σε ένα ονειρικό κλίμα με τα κουδουνάκια, τα παιχνίδια και τα μουσικά κουτιά, βλέπουμε από το παράθυρο να χιονίζει. Με αυτό το σκηνικό μπήκε η σφραγίδα και είπαμε ότι ο δίσκος πρέπει να γίνει εδώ μέσα, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. 

Για το καλοκαίρι, τι σχέδια έχετε;

Κ.Λ.: Την Πέμπτη 5 Ιουλίου παίζουμε στον πεζόδρομο των Θεσσαλών, στον Βοτανικό, με είσοδο ελεύθερη. Και τη Δευτέρα 9 Ιουλίου στο Αττικό Σχολείο Αρχαίου Δράματος στην Ελευσίνα, το οποίο διοργανώνει η Μάρθα Φριντζήλα.

Για ποιο μέρος των live σας ανυπομονείτε περισσότερο;

Σ.Ρ.: Νομίζω ότι ο καθένας έχει τις στιγμές του.

Κ.Λ.: Για εμένα μια στιγμή είναι όταν μπαίνει το θέμα στο "Κλείσε Τα Παράθυρα". Και μια στιγμή που ξεχωρίζω προσωπικά είναι το "Ήθελα Να 'Μουν Άρωμα". Είναι ένα τραγούδι που με συγκινεί πάντα με τον λόγο του.

Σ.Ρ.: Εγώ ας πούμε νιώθω «χουλιγκάνος» όταν λέμε το "(Δε) Θέλω", ξεδίνω απίστευτα. Αλλά είναι πολύ προσωπικό όλο αυτό.