search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Το εγχώριο γκρουπ κυκλοφόρησε φέτος έναν από τους πιο συναρπαστικούς και επικίνδυνους ηλεκτρικούς δίσκους του 2017. Τους συναντήσαμε λοιπόν για να μας μιλήσουν για τη δική τους Freaktown και να τους ρωτήσουμε αν τελικά έχει πεθάνει ή όχι το rock

Με τον Βαγγέλη Μακρή και τον Φώτη Ντούσκα, τον σταθερό κορμό δηλαδή των A Victim Of Society στον οποίον προστέθηκε πέρυσι και ο Παντελής Καρασεβδάς, συναντήθηκα ένα ασυνήθιστα ψυχρό βράδυ στα Εξάρχεια. Κάτσαμε στο κοντινότερο  bar, που μόλις είχε αρχίσει να τιγκάρει από παρέες, και αρχίσαμε να συζητάμε με μία αβίαστη οικειότητα, η οποία δεν είχε καν τον χρόνο να κατακτηθεί.

Έχοντας κυκλοφορήσει έναν από τους πιο συναρπαστικούς και επικίνδυνους rock δίσκους της χρονιάς, μου μίλησαν με την ιδανική δόση χιούμορ, σοβαρότητας και αυτοσαρκασμού,  για τη δικιά τους Freaktown, για το αν το rock έχει πεθάνει, καθώς και για τον ...Δημήτρη Μεντζέλο! Και αν συνειδητοποίησα κάτι από την όλη συζήτηση, είναι πως τελικά η πραγματικά σκληρή δουλειά και η καθημερινή προσήλωση σε εκείνη, αργά ή γρήγορα θα ανταμειφθεί. Το Freaktown ηχεί ως ένα προϊόν αυτής της διαδικασίας καθώς και της αληθινής αγάπης για τη μουσική –και στη συζήτηση που ακολουθεί το γκρουπ το καθιστά σαφές...

φωτογραφία 1: Freddie Faulkenberry

Από τις μέρες που κυκλοφορήσατε την πρώτη σας κασέτα μέχρι σήμερα, έχουν αλλάξει πολλά πράγματα για τη μπάντα. Ποιες είναι οι σημαντικότερες αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στη μουσική φιλοσοφία/προσέγγιση των A Victim Of Society μέσα σε αυτά τα χρόνια;

Βαγγέλης Μακρής: Η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό είναι η αλλαγή από τη λογική της κασέτας, την οποία είχα γράψει μόνος στο δωμάτιό μου με μία ηλεκτροακουστική κιθάρα, στην ηχογράφηση του Distractions (2014), που ήταν ουσιαστικά η πρώτη σοβαρή επαφή που είχαμε με στούντιο.

Φώτης Ντούσκας: Η όλη ιδέα των A Victim Of Society ξεκίνησε από ένα δωμάτιο το οποίο είχε μέσα μία ακουστική κιθάρα, ένα μπάσο κι ένα λάπτοπ. Και πέρυσι φτάσαμε να γράφουμε έναν δίσκο υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες που μπορεί να βιώσει μία ελληνική μπάντα αυτήν τη στιγμή. Με την ηχογράφηση ασχολήθηκαν 6 άτομα, τα οποία δαπάνησαν σημαντικό χρόνο σε όλα τα στάδια της δημιουργίας του. Η όλη φιλοσοφία λοιπόν πίσω από το «τι» και «πώς» θα γράψουμε, έχει εξελιχθεί σημαντικά μέσα σε αυτά χρόνια.

Τα κομμάτια που γράφαμε τότε εξέφραζαν και μία αναγκαιότητα η οποία πλέον έχει γίνει επιλογή. Τώρα πια έχουμε τη δυνατότητα να ηχογραφήσουμε κομμάτια με τον τρόπο με τον οποίον τα σκεφτόμαστε. Η όλη διαδικασία απαιτεί περισσότερη σκέψη και προσοχή, καθώς υπάρχει το προνόμιο να μπορείς να αποτυπώσεις την αισθητική που έχεις στο μυαλό σου πάνω στον ήχο. Το DIY παρελθόν μας ήταν όμορφο, αλλά από τη στιγμή που υπάρχει η δυνατότητα για κάτι ποιοτικά ανώτερο, αποφασίσαμε να ανέβουμε επίπεδο, κρατώντας βέβαια κάποια DIY στοιχεία στην αισθητική.

Β.Μ.: Κομβική επίσης αλλαγή είναι η προσθήκη του Παντελή στo γκρουπ. Είναι κάτι που μας απελευθέρωσε και το διαπιστώσαμε από την πρώτη πρόβα που κάναμε μαζί.

Φ.Ν.: Γενικά η όλη διαδικασία του γραψίματος του δίσκου ήταν τρομερά διαφορετική απ’ ότι είχαμε συνηθίσει, καθώς συμμετείχαν 3 άτομα σε αυτή.

79zVictim_2.jpg

Ας πάμε λοιπόν στο σήμερα και στο Freaktown. Ο ήχος σας είναι πυρηνικά rock 'n' roll και ριψοκίνδυνος, σε μία εποχή όμως όπου το rock φαίνεται να είναι λιγότερο σημαντικό από ποτέ παγκοσμίως. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

Φ.Ν.: Εγώ προσωπικά έχω σταματήσει να ακούω και να παρακολουθώ το τι συμβαίνει στο rock τα τελευταία 2 χρόνια. Θα βάλω να ακούσω πολύ συγκεκριμένα πράγματα από μπάντες τις οποίες γουστάρω, όπως το νέο των Moon Duo για παράδειγμα.

B.M.: Εξαρτάται βασικά από το τι θεωρεί κανείς ότι είναι rock σήμερα και τι όχι. Άλλοι θεωρούν τους National, άλλοι τους No Age και άλλοι τον Ty Segall.

To Freaktown εμπεριέχει υπόγεια ψυχεδελικά στοιχεία, κυρίως στην ατμόσφαιρα και σε ορισμένα riffs. Πολλές μπάντες, τόσο εγχώριες όσο και παγκοσμίως, χρησιμοποιούν τελευταία την ψυχεδέλεια ως στοιχείο στον ήχο τους. Γιατί πιστεύετε ότι έχει επανέλθει τόσο δυναμικά στη μουσική πραγματικότητα;

Φ.Ν.: Νομίζω πως σήμερα ο συγκεκριμένος όρος έχει περισσότερο χρηστική αξία, ώστε να κατατοπίσει τον ακροατή σχετικά με την αισθητική του ήχου μίας μπάντας. Τα περισσότερα απ' όλα αυτά που συμβαίνουν και θεωρούνται ψυχεδελικά, δεν τα θεωρώ ως τέτοια –τουλάχιστον όχι με τη συμβατική έννοια της λέξης. Νομίζω πως οτιδήποτε είναι πειραματικό με κιθάρες, τείνουμε απλώς να το ονομάζουμε ψυχεδέλεια για να ξεμπερδεύουμε.

Β.Μ.: Με την επικρατούσα λογική, μπορεί κανείς να ονομάσει ψυχεδέλεια και τον Santana, ας πούμε.

Προσπαθήσατε αλήθεια κατά την ηχογράφηση να συλλάβετε την ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ενός live και ενός στούντιο άλμπουμ;

B.M.: Η αρχική ιδέα ήταν να το γράψουμε εντελώς live, one-take ας πούμε, χωρίς κανένα editing. Βέβαια τα ντραμς ηχογραφήθηκαν live σε μία προσπάθεια, όπως και οι περισσότερες κιθάρες, τα ξέχωρα μέρη των οποίων κουμπώσαμε σε ένα στο τέλος. Αλλά η πρώτη σκέψη ήταν ότι θέλαμε να αποδώσουμε αυτό το live feeling.

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος νέος ακροατής ακούει το άλμπουμ σας και παθαίνει την πλάκα του. Προτείνετέ του 3 δίσκους που θα πρέπει να ψάξει οπωσδήποτε μετά το Freaktown...

Β.Μ.: Θα έλεγα πως το Mess των Liars θα πρέπει να είναι ένας απ’ αυτούς.

Φ.Ν.: Είναι ένα άλμπουμ που το έχουμε ακούσει αρκετά και σκεφτόμασταν πως θα θέλαμε το Freaktown να πάει προς τα εκεί, σε ορισμένα του σημεία. Ή τουλάχιστον μελλοντικά θα θέλαμε μία τέτοια εξέλιξη στον ήχο μας. Ένα ακόμη άλμπουμ που θα πρότεινα εγώ, αν και λίγο κλισέ, είναι το Mothership Connection Live των Parliament Funkadelic. Σκέτη τρέλα.

Β.Μ: Και πώς συνδέεται αυτό με το Freaktown;

Φ.Ν.: Το αναφέρω στη βάση της διαφορετικής φιλοσοφίας μεταξύ live και studio δίσκων που είχε η μπάντα, κάτι που συμβαίνει κατά κάποιον τρόπο παρόμοια και με εμάς.

(Μετά από κάποια δεύτερα σκέψης για τον 3ο δίσκο)
 
Β.Μ.: Ας βάλουμε έναν αστερίσκο στην 3η επιλογή, για πιο μετά...

79zVictim_3.jpg

Όσον αφορά τη θεματική του Freaktown, έχετε αναφέρει πως είναι ένας βιωματικός δίσκος σχετικά με την Αθήνα του σήμερα. Ποια δικιά σας Αθήνα σκιαγραφεί λοιπόν το άλμπουμ;

Φ.Ν.: Ο Βαγγέλης κι εγώ τη ζούμε την Αθήνα, αλλά δεν μεγαλώσαμε στην ψυχή της –η βάση μας είναι αλλού. Περισσότερο την έχουμε λοιπόν βιώσει ως παρατηρητές. Ο Παντελής, από την άλλη, την έχει ζήσει εντελώς διαφορετικά από εμάς. Ο συγκερασμός των εμπειριών μας τοποθετεί τη δράση στην καρδιά αυτής, με εικόνες και αναμνήσεις παράλληλα που προέρχονται και από άλλα σημεία της.

Προσπαθήσατε να ενσωματώσετε την ανάγνωση αυτήν της πόλης τόσο στο στιχουργικό, όσο και στο ηχητικό κομμάτι του δίσκου;

Φ.Ν.: Αν προκύπτει κάτι τέτοιο ως εντύπωση, βγήκε από μόνο του. Γενικά δεν υπήρξε καμία επιτήδευση κατά τη δημιουργία του άλμπουμ. Δηλαδή δεν προσπαθήσαμε να ακουστεί κάτι πιο σκοτεινό, γιατί αυτή είναι η φάση σήμερα. Στην τελική του ανάλυση είναι κάτι πολύ απλό, δεν είναι ένας δίσκος που γράφτηκε με concept λογική. Βάζοντας όμως σε μία σειρά όσα κομμάτια είχαν ήδη γραφτεί, παρατηρήσαμε ότι όντως υπήρχε κάτι κοινό μεταξύ τους. Έτσι, με αυτήν την πρόσθεση νέων τραγουδιών τα οποία γράφαμε και παίζαμε στα lives μας, προέκυψε μία αλληλουχία που έμοιαζε να έχει κάποιο κοινό υπόβαθρο.

B.M.: Η ύπαρξη μίας ενιαίας ιστορίας-concept δεν υπήρξε ποτέ ως ιδέα. Απλώς θέλαμε κάθε κομμάτι να αντιπροσωπεύει κι ένα στοιχείο της πόλης που παρατηρούμε γύρω μας. Παντού υπάρχουν ψεύτες (αναφορά στο κομμάτι “Liar”) και όλοι είμαστε εν δυνάμει ψυχασθενείς (αναφορά στο κομμάτι “Potential Mental Patient”). Όλα αυτά συνθέτουν τελικά τη ζωή σε μία πόλη.

Άρα η Freaktown θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε σύγχρονη πόλη που μοιάζει με την Αθήνα...

B.M.: Ναι βέβαια, θα μπορούσε.

Φ.Ν.: Δεν το έχω βιώσει ποτέ, αλλά νομίζω πως, θεωρητικά, θα μπορούσε να υπάρξει ένας αντίστοιχος τύπος που βρίσκεται σε μία αντίστοιχη πόλη σαν την Αθήνα, σε μία λογική απόσταση, ο οποίος θα μπορούσε να βλέπει και να βιώνει τη ζωή στην πόλη του με παρόμοιο τρόπο.



Με αφορμή το "Amnesia", το πρώτο κομμάτι με ελληνικό στίχο που έχετε γράψει, έχετε σκεφτεί ποτέ να γράψετε έναν ολόκληρο δίσκο με ελληνικούς στίχους;

Β.Μ.: Όχι, η αλήθεια είναι πως δεν έχει εμφανισθεί αυτή η ανάγκη. Είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι φαίνεται, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ πως μας βγήκε καλά. Μάλιστα ήταν περισσότερο παρότρυνση του Νίκου Τριανταφύλλου (παραγωγός του Freaktown), παρά δικιά μας πρωτοβουλία, καθώς είχαμε κολλήσει σε εκείνο το συγκεκριμένο σημείο.

Φ.Ν.: Δεν χώραγαν με τίποτα όσοι αγγλικοί στίχοι δοκιμάσαμε κι έτσι προσπαθήσαμε με ελληνικούς, τους οποίους κιόλας είχαμε την άνεση να κόψουμε κάπως για να χωρέσουν, στη λογική του «γράμμα και μετά λέξη». Κάτι που, παρεμπιπτόντως, δεν μπορούν να κάνουν οι Έλληνες rapers, εκτός από τον Δημήτρη Μεντζέλο. Όμως αυτό είναι μία άλλη ιστορία!

Τελευταία, ολοένα και περισσότερες μπάντες της λεγόμενης «σκηνής» δοκιμάζουν την τύχη τους στο εξωτερικό με μίνι-περιοδείες, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τους Chickn. Θωρείτε ρεαλιστικό και τελικά εφικτό για μία εγχώρια μπάντα που παίζει «εναλλακτικό ροκ» να κάνει το άνοιγμα προς μεγαλύτερο κοινό; Να μην ζει δηλαδή τον μύθο της ανάμεσα στον ίδιο, γνωστό αριθμό ατόμων;

Φ.Ν.: Ο λόγος που συμβαίνει αυτό, έχει να κάνει με το γεγονός πως τέτοιου είδους μουσική απασχολεί περίπου το ίδιο ποσοστό ανθρώπων σε κάθε χώρα, πληθυσμιακά μιλώντας. Αναπόφευκτα λοιπόν και στην Αθήνα είναι συγκεκριμένος ο κύκλος που ασχολείται με το είδος. Δεν νομίζω επομένως ότι η φάση θα γίνει ποτέ mainstream, ούτε και προορίζεται για κάτι τέτοιο.

Το θέμα είναι, όμως, ότι ο ήχος πολλών από τα γκρουπ της «σκηνής», φαίνεται να έχει συνάφεια με το τι συμβαίνει στο εξωτερικό. Έχει δηλαδή πράγματα να πει και πατάει πάνω στα ερεθίσματα ενός λ.χ. Γάλλου –γιατί π.χ. το rock που παίζουν οι Chickn μπορεί να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στα ακούσματα ενός μέσου Γάλλου ακροατή αυτού του αντίστοιχου 5%. Άρα, όταν καλύπτεις το ποσοστό που σου αναλογεί στη χώρα σου, είναι λογικό να αναζητήσεις και στο εξωτερικό το ανάλογο κοινό, στο οποίο μπορεί να μιλήσει η μουσική σου. Αυτό κάνουν οι Chickn, αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε κι εμείς.

Μία μουσική παγίδα της εποχής, είναι αυτή της ρετρολαγνείας, όταν δηλαδή μία μπάντα βουλιάζει στα ερεθίσματά της και αναμασάει το παρελθόν, αντί να έχει αναφορικότητα στο παρόν. Πιστεύετε ότι το Freaktown την αποφεύγει; Και ποια είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του διαχρονικού και του αναχρονιστικού;

Φ.Ν.: Θεωρώ πως η απάντηση αυτή διαφέρει ανάλογα με τα ακούσματα που έχει κανείς και το πλαίσιο μέσα στο οποίο βιώνει την καθημερινότητα. Δηλαδή, στην Αθήνα ζούμε συνεχώς έναν αναχρονισμό. Ζούμε σε μία σούπα από δεκαετίες, μέσα στην οποία δεν έχουμε κατανοήσει τι έχει συμβεί ακριβώς, γιατί η συνείδηση που έχουμε ως κοινωνία είναι τρομερά νέα ως concept.

Δεν με ενδιαφέρει πόσο στραβά θα το πάρει ο οποιοσδήποτε αυτό που θα πω, αλλά πιστεύω πως η ελληνική κοινωνία άρχισε να έχει κάποια συνάφεια με το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο από τα μέσα των 1990s και μετά. Πιο πριν, ζούσαμε χρόνια πίσω σε σχέση με ό,τι συνέβαινε εκεί. Ως αποτέλεσμα, τρέχουμε να προλάβουμε και να αφομοιώσουμε όλα όσα δεν ζήσαμε στην ώρα τους, γιατί περνάγαμε διαφορετικές φάσεις –από την έλλειψη δημοκρατίας μέχρι την αδυναμία κάποιος να ζήσει άνετα με τον σύντροφο της επιλογής του.

Άρα, αντίστοιχα και μουσικά, υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι δεν είχαν χωνέψει το γεγονός ότι οι Rolling Stones υπήρχαν πριν από εκείνους. Γι' αυτόν τον λόγο υπάρχει και σήμερα στην Ελλάδα κόσμος που προσπαθεί να παίξει μουσική λες και δεν υπήρξαν ποτέ οι  Stones ή οι Black Sabbath, και θεωρεί κρυφά διαμάντια δίσκους και συγκροτήματα που στον υπόλοιπο κόσμο θεωρούνται αυτονόητα.

Όσον αφορά εμάς, τώρα, πιστεύω πως αυτό που μας διαχωρίζει είναι ότι σαν γενιά σταθήκαμε κάπως τυχεροί. Υπό την έννοια ότι, αν έβγαινε κάτι καλό που άξιζε, είχαμε πια τα μέσα για να το «πιάσουμε» τη στιγμή που συνέβαινε. Λ.χ., όταν βγήκε το ντεμπούτο των Strokes, το είχαμε λιώσει και όταν ήρθαν οι White Stripes ήμασταν στο Decadence το προηγούμενο βράδυ, όπου κλήρωναν εισιτήρια για το live. Με λίγα λόγια, νομίζω πως ψιλοπρολάβαμε στην εφηβεία μας να ζούμε μουσικά στο παρόν, κι έτσι ξεφύγαμε από αυτήν την εμμονή με παρελθοντικά ακούσματα.

Β.Μ.: Επίσης, γράφουμε μουσική στο τώρα. Δεν προσπαθούμε να αντιγράψουμε ούτε αισθητικά, ούτε τεχνικά κάποια ας πούμε riffs ή έναν ήχο που έχει συνδεθεί με έναν συγκεκριμένο καλλιτέχνη ή εποχή. Και η αλήθεια είναι πως δεν ακούμε και τέτοια μουσική: τα ερεθίσματα μας είναι πιο σύγχρονα. Πάντως νομίζω πως δεν υπάρχει κανένα μουσικό είδος αυτήν τη στιγμή που να αντανακλά απόλυτα το σήμερα.

Φ.Ν.: Εντάξει δεν ισχύει ακριβώς αυτό, απλώς το καταλαβαίνουμε λίγα χρόνια αφότου συμβεί. Τη στιγμή που συμβαίνει, είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσεις.

B.M.: Πάντως όταν κοιτάζουμε πίσω και λέμε «Πωπω, τι γαμάτα ήταν τότε», σκεφτόμαστε και αναφερόμαστε κυρίως σε ένα μουσικό ρεύμα, κάτι το οποίο λείπει σήμερα.

Φ.Ν.: Ειδικά στον rock ήχο.

79zVictim_4.jpg

Στο εξωτερικό το rock χάνει πια σε δημοφιλία, κυρίως σε σχέση με το χιπ χοπ ή και την ηλεκτρονική μουσική. Αλλά στην Ελλάδα ολοένα και περισσότερα συγκροτήματα εξερευνούν διαφορετικές εκφάνσεις του εναλλακτικού rock ήχου. Πού αποδίδετε το γεγονός ότι δημιουργούνται και ξεπετάγονται τόσες πολλές τέτοιες μπάντες;

Φ.Ν.: Νομίζω ότι στην Ελλάδα υπάρχει περισσότερο κοινό για να υποστηρίξει κάτι τέτοιο, παρά τα άλλα είδη που ανέφερες. Ας πούμε το hip hop έχει κάνει την επιλογή του και υπάρχει για συγκεκριμένη μερίδα κόσμου στα ελληνικά πλαίσια, που είναι αφοσιωμένη σε αυτό. Πιστεύω όμως πως οι κιθάρες εκφράζουν καλύτερα την εμπειρία του να ζεις στην Αθήνα σήμερα, οπότε κι εμένα μου βγαίνει να εκφράζομαι έτσι. Δεν είναι η μουσική που ακούω (εννοώντας το rock), αλλά είναι η μουσική που παίζω.

B.M.: Μάλλον όμως είναι και θέμα τύχης κάτι τέτοιο, εξαρτάται δηλαδή, πέρα από τα ερεθίσματα που έχεις, και από το τι όργανο έχεις μάθει να παίζεις.

Πρόσφατα παρουσιάσατε ζωντανά το Freaktown στο Ρομάντσο. Πώς νιώσατε που ήσασταν εσείς οι πρωταγωνιστές της βραδιάς, μετά από καιρό; Είναι ένα live για το οποίο προετοιμαζόσασταν καιρό, απ’ ότι κατάλαβα…

Φ.Ν.: Η αλήθεια είναι πως έκανα μία μαλακία λίγες μέρες πριν το live, γιατί πάνω σε μία πρόβα κάθισα πάνω στο χέρι μου και κοκάλωσε όλο, με αποτέλεσμα να μην δουλεύει για 2-3 μέρες. Και εκεί που τα πάντα έμοιαζαν ιδανικά και έβγαζαν νόημα, ξαφνικά όλα έγιναν δύσκολα. Δεν υπέφερα τόσο στο live, γιατί είχα πάρει τα παυσίπονά μου, όμως δεν πέρασα καθόλου καλά. Φτάσαμε πολύ κοντά στο να το ακυρώσουμε, δηλαδή, αλλά τελικά τα καταφέραμε. Και ευτυχώς, γιατί έχω την αίσθηση πως πετύχαμε αυτό που θέλαμε.

B.M.: Προσπαθήσαμε να πετύχουμε τον ήχο του δίσκου, ή τουλάχιστον να φτάσουμε όσο πιο κοντά γίνεται σε εκείνον.

Φ.Ν.: Η ιδέα ήταν να συλλάβουμε το momentum του τι προσπαθούμε να κάνουμε τα τελευταία 2 χρόνια.

Και για το εθιμοτυπικό της υπόθεσης: τα σχέδια σας για το καλοκαίρι;

Β.Μ.: Θα παίξουμε στο φεστιβάλ Saristra στην Κεφαλονιά (4/8 - 6/8) και στο Gagarin με τους Black Lips στις 24/8.

Φ.Ν.: Σχεδιάζουμε και tour από το φθινόπωρο, αλλά ακόμη είναι λίγο φλου τα πράγματα. Πρέπει να συγχρονιστούν τα προγράμματα όλων μας.

B.M.: Μένει και ένας δίσκος από πριν, η 3η μας επιλογή...

Φ.Ν.: Α, ναι! Αυτό που μου έρχεται τώρα, χωρίς πολλή σκέψη, είναι το ντεμπούτο των LCD Soundsystem. Δισκάρα!