search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Φωτεινή προσωπικότητα που δεν αρνείται τα σκοτάδια της, κυκλοφόρησε πρόσφατα τη Μεγάλη Γιορτή –έναν δίσκο εξωστρεφή, που όμως δεν κρύβει τη σκοτεινή του πλευρά. Με αφορμή λοιπόν τις 4 καινούριες παραστάσεις τις οποίες ξεκινά στο PassPort Κεραμεικός (πρεμιέρα αύριο Σάββατο, 18 Μαρτίου), τη βρήκαμε για καφέ και κουβέντα

Κάθεται σκυμμένη πάνω από τους καφέδες, σχεδόν συνωμοτικά. Είναι πάντα παρούσα, ειλικρινής χωρίς να γίνεται ψευτοτσαμπουκάς και θετική χωρίς δείγμα μανίας. Όταν μάλιστα η συζήτηση στρέφεται σε θέματα ειδικού βάρους, το πρόσωπο της αλλάζει –δείχνει πως ενδιαφέρεται πραγματικά. Είναι ίσως ο μόνος άνθρωπος που είπε την έκφραση «Είναι η αλήθεια μου» χωρίς να μου φέρει χολή στο στόμα. Μάλλον γιατί, στην περίπτωση της Μαρίζας Ρίζου, είναι όντως η αλήθεια της...

Στο booklet του πρόσφατού σου δίσκου, κάθε σελίδα έχει και από μία σπίθα. Ποιος είναι όμως ο σπινθήρας που πυροδότησε τη δημιουργία της Μεγάλης Γιορτής;

Μάλλον ήταν η ανάγκη να εκφράσω πως είμαι κάτι άλλο καλλιτεχνικά από εκείνο που ήμουν το 2013. Ήταν η ανάγκη μου να επικοινωνήσω τη δουλειά μου και να μοιραστώ την εξέλιξή μου μέσα σε αυτά τα 3 χρόνια.


Θεωρείς πως είναι πιο επιτυχημένη έκφραση του εαυτού σου ο δίσκος αυτός;

Είναι σαν τις ηλικίες. Δεν υπάρχει καλύτερη και χειρότερη ηλικία, όπως δεν υπάρχει χειρότερη και καλύτερη γνώμη –απλά μία διαφορετική γνώμη. Είμαι κάτι διαφορετικό στο τώρα, εκείνος ο κύκλος έχει κλείσει για τα καλά. Κι αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως ό,τι συμβαίνει στον 2ο δίσκο είναι πολύ πιο προσωπικό και αντιπροσωπευτικό.

Το σουίνγκ είναι ένα μουσικό ρεύμα που απέκτησε μεγάλη δημοτικότητα στην εγχώρια σκηνή –δημοτικότητα η οποία καλά κρατεί. Στη Μεγάλη Γιορτή παίρνεις ωστόσο κάποιες αποστάσεις από αυτό. Ανησύχησες για το πώς θα εκλάμβανε το κοινό μια τέτοια επιλογή;

Σε πρώτη φάση το σκέφτηκα, αλλά θεώρησα πως είναι ο λάθος τρόπος να βλέπω τα πράγματα. Πίστεψα πως είναι εντιμότερο να είμαι καθαρή σε σχέση με αυτό που νιώθω μέσα μου και να το δείχνω όπως ακριβώς έχει. Να μην του βάζω δηλαδή τα «πρέπει» και την ανασφάλεια που ίσως νιώθω κάποιες στιγμές, αλλά να κάνω εκείνο που πραγματικά αισθάνομαι.

Σκέφτηκα λοιπόν ότι, αν είμαι έντιμη, οι άνθρωποι που βλέπουν την κατάσταση προσωποκεντρικά και τους ενδιαφέρω σαν καλλιτεχνική περσόνα και σαν ερμηνεύτρια, θα συνεχίσουν να είναι μαζί μου. Και είναι και το κοινό που με αφορά. Γιατί στο μέλλον μπορεί –είναι και το πιο πιθανό– να γίνουν και περισσότερες αλλαγές, να πειραματιστώ περαιτέρω. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να σε χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο είδος για να έχεις καλλιτεχνική υπόσταση ή για να ασχολούνται μαζί σου, για να το πω και στεγνά. Και να βαδίζεις σύμφωνα με αυτό, είναι και λίγο άδικο στην καλλιτεχνική σου ύπαρξη. Και λίγο φθηνό, θα έλεγα.

011dMariz_2.jpg

Άρα σε ενδιαφέρουν ακροατές που έχουν πιο δυναμική σχέση με τη μουσική. Θέλεις να είναι ανοιχτοί στα ερεθίσματα...

Ακριβώς. Θέλω να είναι ανοιχτοί στα πειράματά μου, στα ωραία και στα λάθη μου. Να είναι μαζί μου και πρόθυμοι να δούνε τι θα κάνω μετά. Να μην είναι κακοπροαίρετοι, αλλά μεγαλόψυχοι. Έτσι είμαι κι εγώ με καλλιτέχνες τους οποίους θαυμάζω. Ας πούμε θα πάω πάντα να δω τι θα κάνει ο Φοίβος Δεληβοριάς. Κάποια μπορεί να μου αρέσουν λιγότερο και κάποια περισσότερο, αλλά είμαι πολύ πιστή και ανοιχτή. Και ξέρω πως, ό,τι κάνει, το κάνει με πολλή όρεξη και σεβασμό, απέναντι στους ανθρώπους που τον ακολουθούν. Τέτοια σχέση θέλω να έχω κι εγώ με το κοινό μου.

Ποιες είναι οι καλλιτεχνικές επιρροές της Μεγάλης Γιορτής;

Δεν έχω ιδέα, στο λέω αλήθεια. Έχω ακούσει πολλά και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα. Υπάρχουν αναφορές με έναν τρόπο σε καλλιτέχνες τους οποίους έχω ακούσει κι αγαπώ, αλλά δεν μπορώ να σου πω πού κρύβεται ο καθένας. Μιας και μιλήσαμε για τον Δεληβοριά, εντοπίζεται στη μουσική του μια χαρμολύπη. Αυτή τη χαρμολύπη τη βρίσκω και στα τραγούδια του δίσκου, τώρα που έχει περάσει κάποιος καιρός και τα ακούω. Στο βιμπράτο μου, ακόμα, βρίσκω κάτι από την άπειρη Ella Fitzgerald που έχω ακούσει. Δεν με συγκρίνω σε καμία περίπτωση με τη Fitzgerald, αλλά αυτή η αίσθηση κάπως εισχώρησε μέσα μου από την πολλή ακρόαση.

“Γλυκό Πρωί” και “Μεγάλη Γιορτή”: τίτλοι περιγραφικοί, που φωτογραφίζουν συγκεκριμένες στιγμές. Ποιο είναι το στιγμιότυπο της Μεγάλης Γιορτής;

Είναι η Μεγάλη Γιορτή, όπως την έχω εγώ στο μυαλό μου. Περιγράφεται έτσι μία κατάσταση –κατά το μεγαλύτερο μέρος της χαμογελαστή– που έχει κάποιες στιγμές πιο σκοτεινές, όπως και κάθε γιορτή.



«Άλλη πόλη με φως και αέρα να φτιάξω/Έτσι ελεύθερα να ζούμε»: δύο στίχοι από το τραγούδι σου “Εγώ Δεν Πιστεύω”. Μιλάς για μία κοινωνική αλλαγή, είναι ένα σχεδόν πολιτικό τραγούδι...

Είναι, ναι. Είναι ό,τι πιο κοντινό σε πολιτικό τραγούδι που θα μπορούσα να γράψω. Δεν νομίζω πως είναι η θέση μου τέτοια, ούτε και οι γνώσεις μου τέτοιες για να επηρεάσω κόσμο πολιτικά –και το "Εγώ Δεν Πιστεύω" σίγουρα δεν είναι «κομματικής κατεύθυνσης». Αλλά είναι ό,τι λαμβάνω από τους ανθρώπους της ηλικίας μου και της γενιάς μου, για τη γενική κατάσταση. Όλη αυτή η ανασφάλεια και η αναξιοπιστία απέναντι στο σύνολο του πολιτικού συστήματος, δηλαδή.

Νομίζω ότι εκφράζει την ανάγκη μας για τη δημιουργία μίας νέας πόλης, με διαφορετικό αέρα, όπου ο καθένας θα είναι ελεύθερος να του αρέσει ό,τι θέλει, να έχει ό,τι χρώμα δέρματος έχει, να κοιμάται με όποιον θέλει –κι όλα αυτά χωρίς να τον εμποδίζουν οι συνάνθρωποί του. Και ο καθένας να είναι δίπλα στον άλλον, σεβόμενος τις επιλογές του. Εγώ αυτό ονειρεύομαι και το συγκεκριμένο τραγούδι είναι μάλιστα από τα αγαπημένα μου και στιχουργικά, αλλά και ενορχηστρωτικά.

Και πώς πιστεύεις ότι μπορούμε να οδηγηθούμε σε αυτήν την κοινωνική αλλαγή;

Νομίζω ότι μόνο η δική μας γενιά, μόνο η νέα γενιά μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο. Αν εμείς γεννάμε και δημιουργούμε ανθρώπους που μεγαλώνουν χωρίς μίσος και εμπάθεια, αλλά με σεβασμό και ψυχική ανοιχτωσιά, όλος ο κόσμος θα γίνει πιο υγιής. Δεν μου αρέσει καθόλου η εμπάθεια σε καμία μορφή της, δεν τη συμπαθώ. Δεν μπορώ να καταλάβω τον ρατσιμό, την έχθρα απέναντι σε ανθρώπους που επιλέγουν να είναι με άνθρωπο του ίδιου φύλου. Δεν το χωράει το κεφάλι μου κι ευτυχώς δεν μεγάλωσα έτσι.

Παράλληλα, δεν αντέχω τους ανθρώπους που μιλάνε άσχημα για τον διπλανό τους. Θεωρώ πως, αν έχεις το οτιδήποτε άσχημο να πεις, κράτα το για τον εαυτό σου. Αν έχεις κάτι καλό να πεις, πες το. Έχει ειπωθεί από μεγάλους φιλοσόφους, αλλά εγώ πλέον το υιοθετώ πλήρως στη ζωή μου. Και το έχω παρατηρήσει μάλιστα και στη ζωή μου. Όποτε με πιάνει η κακία μου, που σαφώς με πιάνει κι εμένα ανά στιγμές, ευτυχώς έχω έναν στενό κύκλο δικών μου ανθρώπων, ο οποίος με φέρνει στα ίσα μου. Και οδηγούμαι πάντα στο ίδιο συμπέρασμα. Πως το πρόβλημα είναι δικό μου, θα έχω εγώ ανασφάλεια με κάτι που έχει σχέση με τον εαυτό μου κι έτσι θα μου βγει η κακία για τους άλλους.

011dMariz_3.jpg

Ένας ακόμα στίχος από τον δίσκο: «Τα σκοτάδια σου πάρε, δεν ταιριάζουν σε μένα». Έχεις (καλλιτεχνικά μα και προσωπικά) μία εικόνα εξωστρέφειας. Η μουσική που φτιάχνεις, τα ραδιόφωνα που επιλέγουν να παίξουν τα τραγούδια σου, ο κόσμος με τον οποίον έχεις συσχετιστεί, είναι αυτός της έντεχνης μουσικής. Ένας χώρος που από τους προαναφερθέντες κακοθελητές χαρακτηρίζεται από μία εσωτερικότητα –και ίσως και μία μίρλα. Θεωρείς όμως ότι ανήκεις στον κόσμο του έντεχνου;

Δεν ξέρω τι εννοούμε με τη λέξη «έντεχνο». Εγώ έχω στο μυαλό μου κάτι σκοτεινό, ποιητικό και εσωστρεφές. Και δεν νομίζω ότι έχω σχέση με αυτό. Ίσως να έχει μια πλευρά μου, με κάποιον τρόπο. Εγώ με την εσωστρέφεια και τη σοβαροφάνεια με την οποία φλερτάρουν ορισμένα κομμάτια του έντεχνου, δεν έχω καμία σχέση. Γενικά με τη σοβαροφάνεια, δεν τα πάω καλά. Αλλά ακόμα και το έντεχνο στην ολότητά του, δεν είναι έτσι. Δεν ξέρω πάντως πού μπορεί να με κατατάξει κανείς και δεν με ενδιαφέρει να ανήκω σε ένα μουσικό είδος –δεν με πειράζει όμως να με εντάξει κάπου στο μυαλό του κάποιος. Είμαι καλά με αυτό που κάνω, οπότε δεν με πειράζει.

Στους δύο μέχρι τώρα δίσκους σου υπάρχει η ιδέα της καλοτοποθετημένης διασκευής. Στον προηγούμενο ήταν η “Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα” του Φοίβου Δεληβοριά, στον τωρινό το “Ζητάτε Να Σας Πω” του Αττίκ. Πώς κάνεις την επιλογή της διασκευής και σε τι αποσκοπεί;

Στην περίπτωση της "Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα", ήταν μία επιλογή για να επικοινωνήσω τη δουλειά μου και την ύπαρξή μου σε ανθρώπους που δεν είχαν ιδέα γι' αυτήν. Αυτό το είδος, του σουίνγκ, επικοινωνήθηκε πιο εύκολα γιατί χρησιμοποίησα ένα κομμάτι (του άλλαξα τα φώτα, δηλαδή!) του Δεληβοριά. Στον καινούριο δίσκο πάλι επικοινωνώ κάτι που αφορά την καλλιτεχνική μου οντότητα, γιατί είχα ανάγκη να τραγουδήσω το “Ζητάτε Να Σας Πω”. Μέσω αυτού δείχνω μία πλευρά μου που δεν δείχνω συχνά. Είμαι πολύ ακραία, ακόμα και στην καθημερινότητά μου. Τα σκοτάδια μου είναι το ίδιο έντονα με τις φωτεινές μου πλευρές. Αν πέσω σε κατάθλιψη, πέφτω για τα καλά, δεν είμαι των μέσων.

Όπως ο δίσκος είναι έντονος και χορευτικός, έτσι είχα και την ανάγκη να επικοινωνήσω και την άλλη μου πλευρά. Κι αυτό το τραγούδι ήταν το μόνο που μπορούσα να πω ειλικρινά και να μην υποκριθώ. Κι έτσι επιλέχθηκε το "Ζητάτε Να Σας Πω" έναντι άλλων. Το ένιωσα τόσο πολύ και μπήκα τόσο πολύ μέσα του, ώστε κατάφερα να με βρω εκεί. Για τα 3 λεπτά που το τραγουδάω, είμαι έντιμη και ειλικρινής.

011dMariz_4.jpg

Υπάρχουν στιγμές δηλαδή στις οποίες αυτό που καλείσαι να μεταδώσεις έχει απόσταση από εκείνο που αισθάνεσαι; Περιπτώσεις που μπορεί η ψυχολογία σου να απέχει από το τραγούδι το οποίο λες;

Μπορεί να μην έχω όρεξη πριν βγω στη σκηνή ή να νιώθω πάρα πολύ κουρασμένη ή αγχωμένη. Από τη στιγμή όμως που πατάω εκεί και βλέπω αυτούς τους ανθρώπους γύρω μου –και γι' αυτό έχουν τόση σημασία για μένα οι συνεργάτες– το θέμα τελειώνει. Εώς τώρα, οτιδήποτε και να έχω, εξαφανίζεται. Κι έτσι μπορώ μέσα από τα κομμάτια να εκφράσω ό,τι καλούμαι να εκφράσω. Κι αυτό που συμβαίνει είναι ότι μπαίνω πολύ στις ιστορίες του κάθε τραγουδιού, οπότε είμαι εξουθενωμένη στο τέλος κάθε συναυλίας. Και ό,τι έχω ζήσει γίνεται ένα καταφύγιο στο οποίο, ανατρέχω κάθε φορά που λέω ένα τραγούδι. Είναι εσωτερικές αποθήκες όλα αυτά.

Έχεις συναργαστεί και με τον Πάνο Μουζουράκη και με τον Κωστή Μαραβέγια. Πώς κρίνεις την κίνησή τους να συμμετάσχουν στο The Voice;

Μιλήσαμε πριν για σεβασμό απέναντι στον άλλον. Αυτό σημαίνει πως συμφωνείς δεν συμφωνείς με μία κίνηση, σέβεσαι τους λόγους του καθένα για να την κάνει. Το μόνο λοιπόν που σκέφτηκα –βλέποντας ένα βράδυ την εκπομπή– είναι πως, εάν ο Κωστής και ο Πάνος μπορούν να κάνουν πιο γνωστά στο κοινό της τηλεόρασης και στους συμμετέχοντες αριστουργήματα της μουσικής, ας το κάνουν. Κλίνω στο ότι είναι δύο πολύ ταλαντούχοι άνθρωποι, με πολύ ενδιαφέρουσες και έντονες καλλιτεχνικές παρουσίες. Και επειδή τους ξέρω και τους δύο προσωπικά, είμαι σίγουρη πως θα κάνουν καλή δουλειά.

M' αρέσει που το ευρύ κοινό γνωρίζει ότι υπάρχει και κάτι διαφορετικό, δεν είναι μόνο η αισθητική του Ρουβά. Τώρα εγώ με τα talent show, γενικά, δεν συμφωνώ –γιατί πηγαίνοντας σε ένα τέτοιο πρόγραμμα, ξαφνικά σε βλέπει ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων. Και υτό δεν είναι η φυσική ροή των πραγμάτων, δεν είναι κάτι διαχειρίσιμο.

011dMariz_5.jpg

Προέρχεσαι από την Κύπρο, έναν τόπο που έχει πληγεί από το μεταναστευτικό. Αυτήν τη στιγμή ζούμε και στην Ελλάδα μία ακραία έκφανση του προσφυγικού ζητήματος...

Κακώς με έναν τρόπο έχει καταλαγιάσει αυτό. Τις πρώτες μέρες ένιωθα περίπου όπως και όταν γίνονταν τα τρομοκρατικά χτυπήματα. Και επειδή το χιούμορ με βοηθάει να αντιμετωπίζω τα πάντα, στρέφομαι σε ένα σκίτσο του Αρκά που λέει πως, τις περισσότερες μέρες, το χιούμορ διαλύει τη σκοτεινιά –αλλά αυτή δεν είναι μία από εκείνες. Και ένιωθα αυτό ακριβώς το πράγμα: ότι εκείνες τις μέρες, διαλύομαι. Με τον ίδιο τρόπο που σου είπα ότι δεν μπορώ να καταλάβω τον ρατσισμό απέναντι σε έναν άνθρωπο με το ίδιο χρώμα, έτσι δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να μη σε νοιάζει που ένας άνθρωπος ο οποίος στον τόπο του μπορεί να ήταν δάσκαλος, ιερέας ή γιατρός, διώχτηκε λόγω πολέμου, έχασε οικογένεια και συνανθρώπους, έχει ταξιδέψει τεράστιες αποστάσεις και βρίσκεται σε ένα λιμάνι χωρίς να ξέρει πού θα πάει, με το σπίτι του καμμένο και τα παιδιά του στο κρύο. Κι εσύ στο σπιτάκι σου, κοιμάσαι, γελάς, πίνεις το ποτάκι σου και δεν σε ενδιαφέρει. Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Ευτυχώς, βλέπω πως στον κύκλο μου έχω ανθρώπους που τους νοιάζει.

Εμείς μπορεί να το ψιλοξεχνάμε, αλλά το θέμα συνεχίζει να υπάρχει. Και μετά σκέφτεσαι, βέβαια, τι μπορείς να κάνεις πρακτικά γι' αυτό. Κι εκεί έρχεται η αδυναμία ενός συστήματος και μίας χώρας για να βοηθήσει. Κι εγώ νιώθω ανήμπορη, δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω.

Πώς εξηγείς το δίπολο τον αντιδράσεων της ελληνικής κοινωνίας; Από τη μία έχουμε το κομμάτι των αλληλέγγυων και από την άλλη το φαινόμενο της ακραίας ξενοφοβίας...

Δεν είμαι κοινωνιολόγος και δεν ξέρω αν είμαι η κατάλληλη για να εξηγήσω τέτοια φαινόμενα, που σοκάρουν κι εμένα. Προφανώς και έχουν τη ρίζα τους στον φόβο και την ανασφάλεια. Η προσωπική μου επίσης αίσθηση είναι πως έχουν και άμεση σχέση με την έλλειψη αγάπης. Θεωρώ πως ένας άνθρωπος που έχει λάβει αγάπη, θα δώσει και αγάπη.

Είναι η γλώσσα που έχει μάθει να μιλάει...

Ναι, είναι ακριβώς αυτό. Μόνο έτσι μπορώ να το εξηγήσω.