search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Με αφορμή τον νέο του δίσκο, μα και τις ιντριγκαδόρικες παραστάσεις με τα ρεμπέτικα της Μαρίκας Παπαγκίκα και της Σωτηρίας Μπέλλου (Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών στις 3 & 4/6 και Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στις 13/6), συζητάμε για τις ανησυχίες του και όσα τον επηρεάζουν δημιουργικά

Γιατί αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για εσένα η Ομόνοια; Ήταν η ιστορία της ή το ληθαργικό παρόν που περιβάλλει αυτήν την πάλαι ποτέ στρογγυλή πλατεία;

Μπορεί πίσω από αυτό να υπάρχει η ανάγκη για μια αίσθηση εσωτερικής ισορροπίας, που ίσως δεν είχα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Τα πάντα γύρω μας διαποτίζονται σήμερα από μια ασαφή, απροσδιόριστη ενέργεια, από ένα έλλειμμα αγάπης· σαν η ουσία της δύναμης να έχει σκορπίσει. Είναι περίεργοι και δύσκολοι καιροί για τον άνθρωπο, είναι μια κρίση εσωτερική και εξωτερική ταυτόχρονα. Κάποιες φορές γίνομαι ευάλωτος και συναισθηματικός, όμως βλέπω πως έτσι δεν μπορώ ούτε τον εαυτό μου να προσεγγίσω, αλλά ούτε και τον κόσμο γύρω μου.

Ίσως λοιπόν ο τίτλος του δίσκου να είναι η ανάγκη για ομόνοια, για μια εσωτερική πλατεία όπου θα δημιουργηθούν βάσεις για ισορροπία. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο έφτιαξα και το αντίστοιχο γραφικό του εξωφύλλου: δύο δίδυμοι σε διαχωρισμό και ανάμεσά τους δύο πυροβολισμοί. Κάθε άλμπουμ που φτιάχνω διακατέχεται από μία κεντρική ιδέα. Εδώ είχα να κάνω με τη διαχείριση της ασάφειας και της αφασίας.

Πώς βλέπεις την Αθήνα σήμερα, σε σχέση με όταν ξεκινούσες τη μουσική σου καριέρα; Νιώθεις διαφορετικά απέναντι στο αστικό τοπίο; Αντιμετωπίζεις διαφορετικά τις επιρροές του κέντρου της πόλης;

Δεν με επηρεάζει ιδιαίτερα το αστικό τοπίο, όχι τόσο όσο παλαιότερα. Δεν περιμένω κάτι από το τοπίο –αυτό υπάρχει γιατί αυτό μπορώ να έχω αυτή τη στιγμή. Δεν φαντάζομαι κάτι άλλο όταν κάτι είναι δεδομένο γύρω μου. Υπάρχει ένας πανέμορφος στίχος του Καρυωτάκη που λέει «Όλα έπρεπε να 'ρθουν καθώς ήρθαν…»· είναι ένας στίχος στον οποίον ό άνθρωπος έρχεται σε πλήρη συμφωνία με ό,τι έχει, μοιάζει με την αρχή μιας εσωτερικής ελευθερίας, μιας ησυχίας ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Είναι σαν να αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά πως είναι περαστικός από τη ζωή.

Απλά ζω στην Αθήνα, λοιπόν, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Μέσα στη μουσική μου υπάρχουν εγκαταλελειμμένα κτίρια, άνθρωποι που τρέχουν ή χάνονται, μισοτελειωμένες υποθέσεις, έρημοι σταθμοί, μια περιπλάνηση η οποία δεν κατέληξε πουθενά: σαν ένα βίντεο VHS όπου πάνω του έχουν γραφτεί άλλες εικόνες, από διαφορετικά στιγμιότυπα. Σίγουρα όλα με επηρεάζουν και, με κάποιον τρόπο, όλο αυτό διοχετεύεται μέσα στη μουσική και στα τραγούδια μου.  

Beta_2.jpg

Τι είναι αυτή η «ανεμπόδιστη μοναξιά», για την οποία κάνει λόγο το δελτίο τύπου του νέου σου άλμπουμ;

Είναι ίσως ο θόρυβος που ανακατεύει τον χρόνο με τις εποχές και μας τραβάει μέσα στον ήχο αυτόν –όταν έπειτα φτάσουμε στον αληθινό μας εαυτό, τότε βλέπουμε πως ζούσαμε σε έναν ψευδή συναγερμό. Σε όλη τη ζωή μας προσπαθούμε να κρύψουμε τον πόνο, όμως κάποια στιγμή θα γίνει ανεμπόδιστο γεγονός και θα έρθουμε αντιμέτωποι μαζί του. Κάποτε είχα ένα όνειρο, πως θα πετάξω όπως ο Ίκαρος. Τώρα πετώ μόνο στα βαθιά μου όνειρα, για τα οποία πιστεύω πως αποτελούν τη σύνδεσή μου με ένα μέρος της αληθινής ζωής.

Έχω την αίσθηση ότι η Ομόνοια ήταν ένας δίσκος που δεν βγήκε τόσο αβίαστα όσο προηγούμενοί σου. Υπάρχει δηλαδή η αίσθηση ότι «παίδεψες» την tracklist και την υφολογία γύρω από τα τραγούδια...

Είναι αλήθεια αυτό, ήταν ένα πολύ δύσκολο άλμπουμ για μένα καθώς ήθελα να δώσω κάτι από τον αληθινό μου εαυτό, κάθε φορά προσπαθώ να δίνω. Βρίσκομαι πολλά χρόνια στη δισκογραφία και είμαι πολύ απαιτητικός και αυστηρός με το πώς θα είναι ένα άλμπουμ. Βέβαια, όταν γράφω, η αλήθεια είναι πως μπαίνω σε μια χαοτική κατάσταση, σίγουρα επομένως κάποια πράγματα αρχίζουν να ξεφεύγουν. Ήθελα ας πούμε να φτιάξω ένα μουσικό άλμπουμ, χωρίς τραγούδια, και στην πορεία προέκυψαν μερικά και έτσι τα ενέταξα στο σύνολο. Ήρθαν δηλαδή τα πάνω, κάτω. Μέχρι τελευταία στιγμή δεν ήξερα πώς μπορούν να συνυπάρξουν όλα.

Ήταν από τους πιο δύσκολους δίσκους που έχω ηχογραφήσει, αλλά είμαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή πηγαινοερχόμουν στο στούντιο και πίστευα ότι δεν μπορώ να βρω άκρη με τίποτα: τα κομμάτια ήταν έτοιμα, μα ένιωθα ότι πρέπει να ξαναρχίσω να γράφω το άλμπουμ. Πάντα έχω αυτό το συναίσθημα όταν ηχογραφώ, γι' αυτό και κάνω πολύ τζόκινγκ, ώστε να καθαρίζει η σκέψη μου.

Beta_3.jpg

Τι μουσική προτιμάς να ακούς αυτόν τον καιρό; Σε τι βρίσκεις καταφύγιο τελευταία, γενικότερα;

Ακούω άλμπουμ του Pat Martino, παλιά βινύλια με jazz της δεκαετίας του 1970, μουσικά κυρίως, Miroslav Vitous, Billy Cobham, Chic, Sylvester, Prince, Minciacchi, Clara Maïda, Morton Feldman… Κυρίως τέτοια μουσική ακούω όταν είμαι σπίτι μόνος μου. Όταν δεν ηχογραφώ, ακούω λιγότερο, ώστε να ηρεμώ από τις συχνότητες. Είναι μια περίεργη εποχή, γιατί κάτι που σήμερα είναι ενδιαφέρον, την άλλη μέρα γίνεται πολύ παλιό και κλισέ. Η τέχνη είναι πιο εφήμερη από ποτέ, το καθετί ξεπερνά το άλλο λόγω του ίντερνετ, έχω την αίσθηση ότι δεν αφομοιώνεται τίποτε, γι' αυτό και όλα παλιώνουν γρήγορα. Υπάρχει ένα καρτούν που καταβροχθίζει τα πάντα και διέπεται από σύνδρομο στέρησης, κάτι που του στερεί παράλληλα τον τρόπο να αφομοιώνει. Κάτι σαν τον Πόλντο, ο οποίος γυρίζει στους δρόμους και ψάχνει το επόμενο μεγαλύτερο μπέργκερ.

Σε ανησυχεί δηλαδή η ταχύτητα με την οποία παράγεται, καταναλώνεται και μετά ξεχνιέται η μουσική; Τι κάνεις για να δώσεις διαχρονικότητα στη δική σου μουσική;

Αυτή είναι η εποχή μας. Και δεν μπορώ να κάνω κάτι σαν μουσικός, γιατί αυτό είναι δεδομένο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αυτού του είδους η ταχύτητα  δεν αγγίζει μόνο επιδερμικά, αλλά φτάνει και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο –και ίσως τον κάνει να θέλει να ανακοινώνει μέσα από τις πλατφόρμες ότι δεν είναι αυτός, μα κάτι άλλο από εκείνο που βλέπουμε. Προσπαθούμε, με κόπο, να είμαστε μια εντύπωση του εαυτού μας, κάτι που αποτελεί μέρος της διάσπασης την οποία προκαλεί η ψηφιακή πραγματικότητα.

Είναι ένα σημείο των καιρών: ενωνόμαστε μέσα από μια κατάθλιψη. Το χαρακτηριστικό της δεκαετίας μας είναι η κρίση σε κάθε επίπεδο, παγκόσμια. Εσωτερική και εξωτερική. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, ίσως λοιπόν κάτι πρέπει να μάθουμε μέσα από αυτό. Όσο για τη διαχρονικότητα στη μουσική, συμβαίνει μέσα στον χρόνο –δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο λούστρο ή κάποια συνταγή που να κάνει κάτι διαχρονικό. Μπορεί ένα απλό τραγούδι να αποκτήσει στο μέλλον μεγάλη δημοσιότητα, το διαχρονικό ορίζεται από τη σχέση που έχει κάποιος με το παρελθόν. Μπορεί για κάποιον άλλον το ίδιο τραγούδι να μην σημαίνει κάτι ιδιαίτερο.

Beta_4.JPG

Ο λόγος σου με τα χρόνια γίνεται περισσότερο ελλειπτικός: η ποίηση των στίχων σου μοιάζει να αποκαλύπτει λιγότερα. Ακόμα και τα ηλεκτρονικά σου μοτίβα είναι πιο μαζεμένα σε διάθεση, σαν να θέλουν να πιάσουν λιγότερο χώρο. Νιώθεις να «αφαιρείς» όσο μεγαλώνεις;

Ναι, είναι αλήθεια αυτό. Ίσως επειδή έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε ένα αμάζευτο data καταστάσεων και πραγμάτων, να δημιουργείται η ανάγκη να επικεντρωθώ σε μια πιο συμπυκνωμένη εκδοχή μου. Βέβαια, όταν μεγαλώνεις, είναι πιο φυσικό να γίνεσαι ελλειπτικός, συμπυκνωμένος και ουσιαστικός. Ο Πικάσο ξεκίνησε από τον Κυβισμό και κατέληξε στο τέλος της ζωής του να σχεδιάζει έργα με μόνο λίγες γραμμές. Έτσι είναι νομίζω η φυσική ροή της τέχνης. Τα τραγούδια που γράφω τώρα έρχονται πολύ φυσικά και έτσι τα αφήνω να υπάρχουν μέσα στη μουσική μου. Ο χρόνος αλλάζει τα πάντα και εμείς αλλάζουμε μέσα σε αυτόν –και αφηνόμαστε, προσπαθώντας να δούμε ποιοι είμαστε πραγματικά. Αν βέβαια μπορούμε να δούμε, αν έχουμε αφήσει χώρο για να γνωρίσουμε ποιοι αληθινά είμαστε.

Τραγούδια όπως ο "Απόφοιτος" και το "Νόμιζα Πως Ξέρω" ανήκουν στις καλύτερες δουλειές σου. Ποια κομμάτια της Ομόνοιας σημαίνουν περισσότερα πράγματα για εσένα;

Κοίταξε, καταλαβαίνω ότι ορισμένα τραγούδια είναι καλύτερα από άλλα και έχουν περισσότερη επίδραση στον κόσμο, όμως δεν μπορώ να ξεχωρίσω, γιατί όλα μου φαίνονται ισότιμα: αν κάποιο δεν μου άρεσε, απλά δεν θα το έβαζα στο άλμπουμ. Υπάρχουν π.χ. ορχηστρικά κομμάτια μαζί με τα οποία έχω περάσει πολύ καιρό, γνωρίζω όμως πως απευθύνονται σε πολύ λίγους fans της μουσικής μου. Ο "Απόφοιτος" και το "Νόμιζα Πως Ξέρω" είναι σαφώς τραγούδια που γρήγορα σε κερδίζουν. Σε πάνε κατ' ευθείαν στο νόημά τους, στον δρόμο τους, γιατί οι στίχοι είναι άμεσοι και ποιητικοί παράλληλα.

Η Ομόνοια είναι ένας δρόμος όπου σε κάθε στάση του βρίσκεις κάτι. Δηλαδή κάποιον που περιμένει μια απάντηση, μια κοπέλα φορτισμένη συναισθηματικά, ένα βίαιο γεγονός που παρασέρνει τα πάντα, μια κατάσταση που δημιουργεί ανατροπές, έναν θάνατο να σου αποκαλύπτει μια αλήθεια μέσα σου, μια σύγκρουση, μια βαθιά νύχτα στην οποία συνομιλείς με έναν ψυχίατρο από το διάστημα –κάπως έτσι έφτιαξα το άλμπουμ αυτό. Ο "Απόφοιτος" γράφτηκε μετά τον θάνατο του πατέρα μου, όπως και το "Βέβαιο Τέλος": είναι συνομιλίες μέσα από όνειρα. Το "Νόμιζα Πως Ξέρω" το έγραψα μέσα στο αυτοκίνητο μετά από μια μπόρα και το τέλειωσα σε ένα ξενοδοχείο στην Κέρκυρα τον περασμένο χειμώνα· είχε μια τρομακτική ομίχλη και κανείς δεν έβλεπε κανέναν γύρω του. Πολλά τραγούδια μου είναι μεταφορές από όνειρα που κόπηκαν στη μέση, σε συνδυασμό με καταστάσεις της καθημερινότητας.

Beta_5.jpg

Αισθάνεσαι καμιά φορά ότι πρέπει να ικανοποιήσεις ένα πιστό κοινό για να πουλήσεις περισσότερο; Δηλαδή ότι πρέπει κι εσύ να μείνεις πιστός στην ιστορία σου; Ρωτώ γιατί είναι μεγάλη η παγίδα της τυποποίησης. Αναρωτιέμαι αν είναι κάτι που αποφεύγεις συνειδητά ή απλά δεν θες μπορείς να μένεις στάσιμος...

Γνωρίζω πολύ καλά πως δεν είμαι εμπορικός συνθέτης: ήμουν και ακόμα παραμένω στις άκρες της μουσικής βιομηχανίας κι αυτό δίνει μια αίσθηση ελευθερίας στη μουσική μου, γιατί πάντα τη φτιάχνω όπως θέλω. Στα 25 χρόνια στα οποία δισκογραφώ, δεν ήρθε ποτέ κανείς από μια εταιρία στο στούντιο να μου πει «μπορείς να αλλάξεις αυτό ή εκείνο να μην το πεις ή το άλλο να το αφαιρέσεις και να το διορθώσεις». Όλα μου τα άλμπουμ είναι απόλυτα ελεύθερα. Η μουσική μου ακούγεται ελάχιστα στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, σε σχέση με άλλους συνθέτες και τραγουδιστές. Όταν λοιπόν συνθέτω, δεν σκέφτομαι ποτέ τι απήχηση θα έχει ένα κομμάτι, γιατί γνωρίζω πως δεν θα έχει απήχηση. Οπότε κάνω ό,τι θέλω κι αυτό μου αρέσει πολύ. Δεν γνωρίζω πώς φτιάχνεται το εμπορικό τραγούδι, γιατί και η μουσική που μου αρέσει να ακούω, δεν είναι εμπορική.

Πώς προέκυψε αλήθεια η ενασχόλησή σου με τα ρεμπέτικα; Μίλησέ μου για το project που ετοιμάζεις για τη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών...

Είναι ένα από τα αγαπημένα μου projects αυτόν τον καιρό. Πρόκειται για ένα μικρό αφιέρωμα, έναν μουσικό διάλογο για δύο γυναίκες του ρεμπέτικου, τη Μαρίκα Παπαγκίκα και τη Σωτηρία Μπέλλου: η μία έζησε και ηχογράφησε στη Νέα Υόρκη και η άλλη στην Αθήνα του πολέμου και των αλλαγών. Είναι μια ανάθεση από τη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών για ένα σπάνιο κομμάτι της ελληνικής μουσικής. Πήρα ανθρώπους που δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με το ρεμπέτικο –όπως τον αρχιτέκτονα Ανδρέα Αγγελιδάκη και τον εικαστικό Άγγελο Πλέσσα– ώστε όλοι μαζί να δημιουργήσουμε ένα workshop πραγματικά απελευθερωμένο και σύγχρονο. Οι μουσικοί είναι ένα ηλεκτρικό κουαρτέτο που θα παρουσιάσει ζωντανά το υλικό. Εγώ απλά το ενορχηστρώνω και το ανασυνθέτω με τον δικό μου τρόπο. Η «Σάλα, Σάλα» θα παρουσιαστεί 3 και 4 Ιουνίου στην κεντρική αίθουσα της Στέγης κι έπειτα θα οδεύσει προς Θεσσαλονίκη, όπου θα παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής (13/6).

Άλλες ζωντανές εμφανίσεις, σχεδιάζεις;

Φέτος το καλοκαίρι σκοπεύω να κάνω κάποιες συναυλίες για να παρουσιάσω την Ομόνοια. Θα μάθετε περισσότερα, σύντομα.