search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Μπορεί να έλειψε 15 χρόνια, μα σίγουρα δεν μασάει τα λόγια του. Ένας από τους καλύτερους εγχώριους δίσκους της φετινής συγκομιδής, αλλά κι ένα live σε λίγες μέρες (13/11, στο ΙΛΙΟΝ), έδωσαν αφορμή να πιούμε καφέ και να μιλήσουμε εκτενώς για μουσική μα και για πολιτική 

 

Τι αντανακλά το όνομα της νέας σου μπάντας; Ποιες είναι Χτισμένες στα Θεμέλια; 

Ήταν αρχές της Κρίσης και βρισκόμουν ένα βράδυ (νωρίς, γύρω στις 9) στο 7 Jokers, στο Σύνταγμα. Απέναντι ακριβώς υπάρχει ένα παλιό κέντρο διασκέδασης, πρέπει να ήταν 1960s/1970s –λεγόταν The Ambassador, είχε και μια φοβερή ταμπέλα, με καλλιγραφικά γράμματα. Και το κοιτούσα και σκεφτόμουν όλη αυτή την ιστορία που μας είχε βρει και τα όσα έγιναν προηγουμένως στην Αργεντινή. Γιατί τα συζητάγαμε κι εκείνα με φίλους και μάλιστα είχα προβλέψει τότε πως θα ερχόταν κι εδώ όλο αυτό. 

Σκεφτόμουν λοιπόν όλες εκείνες τις ψυχές που πρέπει να είχαν χτιστεί στο Ambassador, όσους διασκέδασαν εκεί μέσα ή και «κάηκαν» ακόμα. Και, συνειρμικά, πλάστηκε στο μυαλό μου ότι όλοι είμαστε χτισμένες ψυχές στα θεμέλια του υπάρχοντος συστήματος (αυτές ακριβώς υπονοούνται και από τα αποσιωπητικά στον τίτλο). Είτε δηλαδή βρισκόμαστε μέσα, είτε στεκόμαστε απέναντί του, στην πραγματικότητα αποτελούμε κομμάτια του. Γιατί και οι άνθρωποι ξέρεις που δηλώνουμε «απέναντι», υπονομεύουμε πολλές φορές την ίδια την αντίδρασή μας εναντίον του συστήματος. 

Πότε ξεκινήσατε πρόβες ως συγκρότημα; 

Οι Χτισμένες... Των Θεμελίων αποτελούνται από τους: Διονύση Τελιόπουλο (κιθάρες, πιάνο, φωνητικά), Πάνο Τομαρά (μπάσο, φωνητικά), Δημήτρη Γρηγοριάδη (τύμπανα), Γιώργο Μυλωνά (hammond organ), Νίκο Μενουδάκη (hammond organ), Γιώργο Κονή (πιάνο), Μάκη Σημίτη (πιάνο) & Σπύρο Δουλγερίδη (τύμπανα).

Μπήκαμε πρώτη φορά για πρόβες τον Γενάρη του 2012 και δώσαμε ύστερα το πρώτο μας live τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς –11 Νοεμβρίου στο KooKoo, για την ακρίβεια. Οπότε στην επικείμενη συναυλία μας, 13 Νοέμβρη στο ΙΛΙΟΝ, θα κλείνουμε ουσιαστικά 3 χρόνια. Δεν έχουμε κάνει πολλές εμφανίσεις, μετά δηλαδή το KooKoo παίξαμε στο Zero στο Μεταξουργείο, στο Six d.o.g.s. και στο φεστιβάλ Βαβυλωνία. Και Μάρτη του '13 μπήκαμε στο στούντιο κι αρχίσαμε να γράφουμε το Δηλητήριο Ποτισμένο Από Αγάπη. Έναν φόρο τιμής σε ό,τι λάτρεψα στη μουσική, πρωτίστως στους The Band και σε ό,τι σήμερα ονομάζουν «americana».

Τον αγαπώ πάρα πολύ αυτόν τον δίσκο. Μουσικά δεν μπορώ να πω ότι είναι κάτι πρωτοποριακό, από μέρους μου όμως τη θεωρώ μια έντιμη δουλειά, πολύ κοντά σε ό,τι είχα σαν όραμα μέσα στο κεφάλι μου. Και θέλω να ευχαριστήσω τη δισκογραφική μου εταιρεία Garden Of Dreams για την έκδοση: όχι τυπικά, αλλά γιατί αισθάνομαι πως και για μας, μα και για εκείνους ήταν μια συνεργασία.  

Τι κοινό αντίκρισες σε αυτές τις συναυλίες; Παλιούς γνώριμους ή νέα πρόσωπα;

Είδα και παλιούς και νέους. ΅Ειδικά στην πρώτη εμφάνιση το κλίμα ήταν πολύ συγκινητικό, γιατί ήρθαν άτομα και από την εποχή των Φάντης Μπαστούνι & Οι Άσσοι και της Σαύρας Των Βασιλικών Δρόμων. Δεν είχαμε κάνει κάποια διαφήμιση, πέρα από 1-2 συνεντεύξεις και ό,τι κάναμε μέσω Facebook· οπότε ήταν κάτι αναπάντεχο για έναν άνθρωπο σαν κι εμένα, που είχα αποσυρθεί 15 χρόνια από τα μουσικά πράγματα. 

Lpapalx_2.JPG

Βοηθάει πράγματι το Facebook, δηλαδή;

Κοίταξε, το θεωρώ λίγο υπερεκτιμημένο, γιατί δεν περνάει όλο το «μήνυμα». Απ' την άλλη, μπορεί να κάνει μια διάχυση πληροφορίας, κυρίως όμως κάνει διάχυση ιδεών, κάτι το οποίο ευνοεί την ανταλλαγή απόψεων. Είναι γενικά ένα μυστήριο μέσο, με την έννοια ότι μπορεί να συναντήσεις εκεί ανθρώπους που στην πραγματικότητα είναι κάποιοι άλλοι απ' ό,τι δείχνουν στο προφίλ τους. Μου έχει συμβεί και μάλιστα πολλές φορές. Γι' αυτό και φροντίζω το δικό μου προφίλ να είναι ορθάνοιχτο, μόνο τους φασίστες μπλοκάρω. Έχω πάντως γνωρίσει και πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους, τους οποίους διαφορετικά ίσως να μη συναντούσα και ποτέ. 

Σκεφτόμουν, τώρα που είπες για το ποιοι ήρθαν στην πρώτη σας συναυλία, ότι και τα τρία μέχρι στιγμής συγκροτήματά σου, τα έχεις βαφτίσει με ευφάνταστα ονόματα. Δεν γίνεται δηλαδή να τα ακούσεις και να μη σου μείνουν...

Όλα σημαίνανε κάτι, όχι μόνο οι Χτισμένες... Των Θεμελίων. Το Φάντης Μπαστούνι & Οι Άσσοι αναφέρεται στο γνωστό, πολύ rock 'n' roll σύνδρομο της κακοτυχίας, ό,τι οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «bad luck» δηλαδή. Η Σαύρα Των Βασιλικών Δρόμων, πάλι, συμβόλιζε τις μουσικές φόρμες που προσπαθούσα τότε να μιξάρω. Τις έβλεπα λοιπόν όλες να έρχονται από την περίοδο του Βασιλιά, που για μένα είναι ο Robert Johnson. Η σαύρα, ως ζώο ικανό να αλλάζει το δέρμα του, ήταν λοιπόν το όχημα μέσω του οποίου επικοινωνούσαμε με τους δρόμους του Johnson, αλλά και με τους δρόμους όσων επίσης θεωρώ «δασκάλους» μου στη μουσική. 

Αν υποθέσουμε ότι αύριο σου δινόταν η ευκαιρία να παίξεις support με τις Χτισμένες... Των Θεμελίων είτε στον Bruce Springsteen, είτε στον Neil Young, τι θα διάλεγες; 

Αν μπορούσα να γυρίσω πίσω στον χρόνο, θα διάλεγα τον Springsteen, την εποχή που είχε κάνει το Darkness On The Edge Of Town. Αν και θα έμπαινα σε μεγάλο πειρασμό και με τον Young της περιόδου του On The Beach. Σήμερα πάντως, θα έλεγα στον Neil Young. Παρότι ο Springsteen είναι αυτός που με έκανε να πάω και να πω στη μάνα μου ότι θέλω να πάρω μια κιθάρα. Το τραγούδι του "Candy's Room", συγκεκριμένα. Ήμουν στο σπίτι ενός συμμαθητή μου θυμάμαι, πηγαίναμε όλη η μαρίδα των 13-14 χρονών και ακούγαμε δίσκους από τα μεγαλύτερα αδέρφια. Κι έρχεται ο αδερφός ενός φίλου, μας λέει βγάλτε ό,τι ακούτε τώρα και ακούστε αυτό: και βάζει το Darkness On The Edge Of Town και πάει τη βελόνα του πικάπ στο "Candy's Room". Και λέω, «τι είναι αυτό; Θέλω να το κάνω κι εγώ». Η μάνα μου βέβαια, φαντάζεσαι τι μου απάντησε: «να κάτσεις να διαβάσεις τα μαθήματά σου!» (γέλια) Το καλοκαίρι, όμως, μου πήρε μια κλασική. 

Lpapalx_3.JPG

Θυμάσαι ποιοι ήταν οι πρώτοι δίσκοι που μάζεψες λεφτά για να αγοράσεις;

Νομίζω ήταν του Neil Young, το Rust Never Sleeps. Πήρα σίγουρα πολύ Neil Young στις πρώτες μου αγορές: το Everybody Knows This Is Nowhere, το After The Gold Rush, το On The Beach και το Tonight's The Night –και πήρα και το The Heart Of Saturday Night του Tom Waits. Εντελώς τυχαία, δεν τον ήξερα. Μου άρεσε το εξώφυλλο, ρώτησα τα παιδιά στο Pop 11 και μου είπαν «παρ' τον, θα σου αρέσει». Και μου άνοιξε άλλο τεράστιο παράθυρο. Με επηρέασε πολύ, ειδικά το δεύτερο άλμπουμ της Σαύρας (Σε Πάγο Λεπτό, 1999), έχει πολύ Tom Waits. 

Όλες σου οι αναφορές είναι διεθνείς, όπως και οι μουσικές στους δίσκους σου. Πάντοτε όμως γράφεις ελληνικούς στίχους με φαντασία, περίτεχνους και συχνά με δύσκολα, κάπως σουρεαλιστικά νοήματα. Ειδικά στο Δηλητήριο Ποτισμένο Από Αγάπη...

Είναι ενστικτώδες. Βασικά θέλω οι λέξεις να υπηρετούν τις φόρμες των επιλεγμένων μελωδιών, που δεν είναι ελληνικές. Αλλά έχει μεγάλη σημασία για μένα να μπορούν, ως εικόνες, να επικοινωνήσουν και ό,τι θέλω να πω εδώ, στον συγκεκριμένο τόπο. Κατά τ' άλλα, προσωπικά δεν πιστεύω σε ό,τι λέγεται «ελληνικό ροκ». Και δεν με απασχολούν τα περί αγγλόφωνου ή ελληνόφωνου, πρόκειται για πλασματική διένεξη. Αν σου κάνει, αν είναι καλό, τέρμα και τελείωσε –ας είναι και κινεζόφωνο. Σημασία έχει να είναι βιωματικό. Υπάρχει πάντως ένα δίκιο στην κριτική για το ελληνόφωνο ροκ, για όλους εκείνους τους παπάρες που τάχα μου έπαιζαν ροκ και στην πραγματικότητα γλειφοκωλιάζανε το έντεχνο. Έχουμε βέβαια ακούσει και αγγλόφωνα που είναι κι αυτά για να τα πετάς στα σκουπίδια.

Το άλλο πολύ ενδιαφέρον είναι ότι και τα 3 γκρουπ ναι μεν είναι συγγενή, μα το καθένα έπαιξε διαφορετική μουσική από το άλλο...

Κοίταξε, με τους Φάντης Μπαστούνι & Οι Άσσοι ήμασταν 17-18 χρονών, με το ζόρι παίζαμε τρία ακόρντα, δυόμιση για να είμαι ακριβής, κι αυτά φάλτσα. Τότε βασικά ήμασταν πεινασμένοι. Ακόμα δηλαδή και στην Αθήνα της δεκαετίας του 1980 (πόσο μάλλον στην Ελλάδα γενικότερα) ήταν όλα πολύ περιορισμένα: το να βρεις για παράδειγμα και ν' ακούσεις έναν δίσκο, δεν ήταν τόσο απλό. Θυμάμαι ας πούμε να μαθαίνουμε στους Αμπελόκηπους ότι το δισκοπωλείο Pop 11 στο Κολωνάκι είχε φέρει έναν δίσκο Country Joe & The Fish και κάναμε κοπάνα από το σχολείο Τρίτη απόγευμα, μες τη βροχή, για να προλάβουμε να τον πάρουμε· με τα χαρτζιλίκια μας. Ενώ τώρα, τον κατεβάζεις από το ίντερνετ. Και, τουλάχιστον μέχρι την Κρίση, ήταν αρκετά εύκολο να πάρεις μια καλή ηλεκτρική κιθάρα. Τότε θυμάμαι ότι, για να πάρω την Telecaster που έχω σήμερα, δούλεψα 1-1,5 χρόνο ως βοηθός σε μια τοπογραφική εταιρεία, μέτρησα όλη τη διαπλάτυνση που έγινε στην Αθηνών-Λαμίας!

Lpapalx_4.JPG

Περιγράφεις ένα δύσκολο σκηνικό. Δεν χάθηκε όμως κάτι στην πορεία προς τις ευκολίες που απολαμβάνουμε σήμερα; Και για τον ακροατή, ίσως όμως και για τον καλλιτέχνη...

Έχουμε πολύ καλύτερους μουσικούς σήμερα, απ' ότι είχαμε τότε. Η μουσική όμως ήταν τότε μια πιο βιωματική υπόθεση κι αυτό, πράγματι, ίσως να έχει χαθεί. Εμείς παίζαμε μόνο δυόμιση ακόρντα όπως σου είπα, παίζαμε ωστόσο με ένστικτο, μεταφέραμε ό,τι ζούσαμε στον δρόμο, υπήρχε ένα στοιχείο να το πούμε «αλητείας» εντυπωμένο. Πάνω μας; Μέσα μας; Ίσως πάντως αυτό να συμβαίνει και σήμερα, απλά με διαφορετικό τρόπο. Γιατί τώρα υπάρχουν και εκατοντάδες συγκροτήματα, τότε ήταν λίγες οι μπάντες. Οπωσδήποτε δεν μπορώ να το κρίνω εγώ αυτό, που έλειπα τόσα χρόνια από κάθε μουσική δραστηριότητα.

Τι σε έκανε αλήθεια να εγκαταλείψεις τόσο ολικά τη μουσική; Γιατί, ας πούμε, η Σαύρα Των Βασιλικών Δρόμων ήταν (γενικά) ένα επιτυχημένο συγκρότημα: παιζόταν στα ραδιόφωνα, τα τραγούδια της συζητιούνταν...

Στην Ελλάδα, όμως, είναι πολύ δύσκολο να διατηρήσεις ένα 12μελές συγκρότημα. Και δεν εννοώ το βιοποριστικό, αλλά τη διατήρηση των ισορροπιών ανάμεσα σε τόσες διαφορετικές προσωπικότητες. Αυτό λοιπόν υπήρξε, για μένα, κάτι τρομερά ψυχοφθόρο. Έπαιξε επίσης ρόλο ένα δικαστήριο για πνευματικά δικαιώματα το οποίο έχασα με μία από τις προηγούμενες δισκογραφικές, κυρίως όμως ήταν το ότι μπούχτισα από τη μουσική την ίδια και από την όλη κατάσταση γύρω της. Μπορεί για άλλους ανθρώπους τα πράγματα να πήγαν πολύ καλύτερα, πάντως εγώ βρέθηκα σε ένα σημείο όπου ένιωθα πως τίποτα δεν άλλαζε, ότι έπρεπε να είμαι συνέχεια εκεί και, μεγαλώνοντας, να τραβάω συνεχώς το ίδιο κουπί. Κάποια στιγμή, λοιπόν, είπα «τέλος». Να φανταστείς ότι σταμάτησα να ακούω και μουσική, για 3 χρόνια. Ούτε μια νότα στο ραδιόφωνο. Οδηγήθηκα έκτοτε σε άλλα πράγματα στη ζωή μου, συνειδητά. Και ήταν ανακουφιστικό. 

Lpapalx_5.JPG

Και πώς έφτασες να ξαναγράψεις τραγούδια;

Έγινε εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα, το καλοκαίρι του 2009. Μάλιστα, 7 από τα κομμάτια του Δηλητήριο Ποτισμένο Από Αγάπη γράφτηκαν μέσα σε 3 μέρες. Είχα δώσει τις κιθάρες μου στον Alex K και τις είχαν οι Last Drive και οι Earthbound. Μου τις είχαν επιστρέψει κανά εξάμηνο, αλλά τις είχα παρατημένες. Κι ένα μεσημέρι του Ιουλίου, βαριόμουνα, είπα «κάτσε να ξαναπιάσω την κιθάρα, πώς θα μου φανεί». Κι ενώ στο πρώτο μισάωρο έλεγα τι καλά που γλίτωσα, άρχισαν να έρχονται μελωδίες, φράσεις, έβγαιναν στίχοι. Νομίζω όμως ότι το πυροδότησε η Κρίση, τα όσα δηλαδή είχα ήδη στο μυαλό μου εξ αιτίας της και κυρίως η ανάγκη μου να μιλήσω για το όλο πράγμα. Γιατί ο δίσκος αυτός μιλάει για την Κρίση, για τον εξαναγκασμό μας στη βαρβαρότητα και στην αποκτήνωση που ζούμε. Από εκεί και πέρα, έπαιξαν σημαντικό ρόλο και ορισμένοι καλοί φίλοι, οι οποίοι έδειξαν προθυμία να με στηρίξουνε σε κάτι τέτοιο. 

Ο κόσμος θύμωσε πολύ σ' αυτά τα χρόνια, της Κρίσης...

Δεν θα έπρεπε; 

Θεωρείς ότι το εκτόνωσε με καλό τρόπο;

Όχι. Έφαγε βέβαια μια μεγάλη πατάτα και μια μεγάλη προδοσία, πιστεύω ωστόσο ότι η ελληνική κοινωνία είναι ανώριμη ν' αντιληφθεί όσα διακυβεύονται αυτή τη στιγμή. Γιατί, εντάξει, οι κρατούντες πάντα φρόντιζαν να μένει η κοινωνία στα χαμηλά όσον αφορά την παιδεία· υπάρχει όμως και η ευθύνη του καθενός, από εκεί και πέρα –το τι θα κάνει με τον ίδιο του τον εαυτό. Θέλεις να μείνεις ένα τούβλο; ΟΚ, θα μείνεις. Αλλά αν θέλεις από τούβλο να γίνεις σπίτι, τότε θα πρέπει να το προσπαθήσεις. Όλα αυτά τα χρόνια, λοιπόν, είδαμε μια κοινωνία καθισμένη στον καναπέ, να παίρνει διακοποδάνεια και να «εκπορνεύεται». Και δεν θέλω να φαίνομαι ότι κουνάω το δάχτυλο, επειδή τα λέω αυτά. Κι εγώ κομμάτι της ίδιας κοινωνίας είμαι και θα έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν ότι δεν δάγκωσα τη λαμαρίνα της «ευμάρειας». Τη δάγκωσε ακόμα και κόσμος από τον αντιεξουσιαστικό χώρο.

Lpapalx_6.JPG

Κάτω από τον δικαιολογημένο θυμό, δεν κρύβονται και πολλοί που ενδιαφέρονται μόνο για τον μαγικό τρόπο με τον οποίον θα επιστρέψουν σε εκείνο τον καναπέ;

Διότι έχασαν τη βόλεψή τους. Ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που θύμωσαν, το έκαναν για καθαρά προσωπικούς λόγους –και όχι για το πού φτάσαμε όλοι μαζί, ως κοινωνία. Και είναι σημαντικό αυτό. Μετά, καθυστέρησαν και πολύ να θυμώσουν. Για μένα η μεγαλύτερη ζημιά έγινε εκεί. Δεν θύμωσαν δηλαδή όταν η χώρα διαλυόταν πολιτιστικά και κοινωνικά, μα όταν το ζήτημα έγινε οικονομικό· όταν έφτασε στο «δεν θα πάω διακοπές», «θα μου ρίξουν τον μισθό», «θα μου κόψουν τη σύνταξη». 

Υπάρχει απογοήτευση. Γιατί τώρα η κοινωνία επέλεξε μια επίπλαστη ασφάλεια –πες το «μένουμε στην Ευρώπη», «μένουμε στο ευρώ», «δεν διαταράσσω τις ισορροπίες»– στη θέση της επίπλαστης ευμάρειας που ζούσε σ' όλα αυτά τα χρόνια. Με κόστος στην αξιοπρέπεια και στην ελευθερία. Πάντα όμως υπάρχουν περιθώρια ν' αντιδράσεις, με κάποιον τρόπο. Απλά θα χρειαστεί μεγαλύτερος κόπος και περισσότερες θυσίες. Θεωρώ ότι στις μέρες του δημοψηφίσματος χάθηκε μια δυνατότητα, δυνατότητα μάλιστα μετασχηματισμού και της ίδιας της κοινωνίας, έστω σε μερικά βασικά πράγματα. Για να το πω κάπως μπακαλίστικα, θα το θεωρούσα κέρδος ακόμα και το να φτάναμε σε μια σοσιαλδημοκρατία τύπου Βίλι Μπραντ, όπως στη Γερμανία της δεκαετίας του 1970.

Πιστεύω επίσης ότι χάθηκε η δυνατότητα να γίνουμε πράγματι Ευρωπαίοι. Γιατί Ευρωπαίος δεν γίνεσαι παραμένοντας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χρειάζεται να εγκολπώσεις ένα κομμάτι του Διαφωτισμού, το οποίο δεν εγκόλπωσε ποτέ το ελληνικό κράτος, από συστάσεώς του. Είναι κι ένα σημείο για το οποίο μέμφομαι και την τωρινή κυβέρνηση, που δεν ενδιαφέρεται (και δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ) για κάτι τέτοιο.

Lpapalx_7.JPG

Την οποία στήριξες πριν τις εκλογές του Γενάρη, έτσι δεν είναι;

Κάναμε λάθος εκτιμήσεις ως προς τα πρόσωπα, οι άλλοι διάβασαν τελικά την κοινωνία καλύτερα απ' ότι εμείς, που ήμασταν φιλόδοξοι και αιθεροβάμμονες ως προς τη δυνατότητα μιας διαφορετικής χώρας. Δεν μπορώ πάντως ν' ακούω ότι κάτι φοβερό έγινε επειδή κάποιος βασανίστηκε επί 17 ώρες –με εικονικούς πνιγμούς και τα λοιπά– όταν παππούδες και γονείς μας εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, εκτοπίστηκαν, έφυγαν μετανάστες... Στήριξα όμως κι εγώ αυτό το πείραμα, ναι. Ήρθα μάλιστα και σε σύγκρουση με συντρόφους μου από τον αντιεξουσιαστικό χώρο και, δεν ντρέπομαι να το πω, είναι εκείνοι που δικαιώθηκαν κι εγώ που έκανα λάθος. Πάντως, αν δεν θες να είσαι σκλάβος, αποικία, προτεκτοράτο, πρέπει να είσαι έτοιμος να πληρώσεις κι ένα κόστος. Πιστεύω έτσι ότι όλος αυτός ο κόσμος που απογοητεύτηκε, πρέπει να ξαναγυρίσει στον δρόμο. Όχι να κλειστεί σπίτι του. Δεν μπορώ να το δεχτώ ότι οι Έλληνες έχουν γίνει τόσο λουκουμάδες. Δεν μπορώ. 

Ας κλείσουμε όμως μουσικά. Με το «μενού» της Παρασκευής, 13 Νοέμβρη, στο ΙΛΙΟΝ...

Δεν θα είναι απλά μια βραδιά παρουσίασης του δίσκου. Θα παίξουμε βέβαια κι από το Δηλητήριο Ποτισμένο Με Αγάπη, θα προσπαθήσουμε βασικά να το αποδώσουμε ζωντανά. Θα υπάρχουν επίσης ορισμένες εκπλήξεις, ως προς τις συμμετοχές. Και σίγουρα θα παίξουμε και κάποια τραγούδια τα οποία με καθορίσανε. Όχι όλα όσα θα ήθελα, κόψαμε για παράδειγμα ένα κομμάτι από το Highway 61 Revisited του Bob Dylan, γιατί πολύ απλά δεν χωράει. Τέλος, θα ακουστούν και δύο της Σαύρας, ένα από τον κάθε δίσκο. Στόχος μας είναι ένα έντιμο, ηλεκτρισμένο live, εκεί γύρω στο δίωρο σε διάρκεια –έχουμε και 3 χρόνια να βγούμε ζωντανά, οπότε θα παίξουμε με το μαχαίρι στα δόντια! Να τονίσουμε ότι η είσοδος θα είναι ελεύθερη, σκοπός άλλωστε είναι να τα μοιραστούμε αυτά τα τραγούδια. Θα ακολουθήσει και πάρτυ, με DJ's τον Μιχάλη Ματθαίου και τον Σταμάτη Γρίσπο. Είναι βασικά ένα πάρτυ της Garden Of Dreams Records, καθώς γιορτάζει τα 2 της χρόνια.