search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Παίζει γαλλικό κόρνο, ασχολείται με τον αυτοσχεδιασμό και την κλασική μουσική και πέρσι συμμετείχε σε δύο πολύ ενδιαφέρουσες δισκογραφικές δουλειές. Είναι κάτοικος Βερολίνου, έρχεται όμως στα μέρη μας για τον Multiversal Festival (29 & 30/10, στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων στην Κυψέλη)

 

Φωτογραφίες: Arne Schmitt (1), Matias Guerra (3) & EIvira Faltermeier (4) 

Πέρσι κυκλοφορήσατε δύο δίσκους: έναν με τους Rank Ensemble και έναν με τους PARA. Θα θέλατε να μας δώσετε ένα σύντομο ιστορικό για αυτά τα δύο σχήματα;

Οι Rank δημιουργηθήκανε στο Ελσίνκι το 2009, την εποχή που σπούδαζα εκεί. Πρώτα γνώρισα τα άτομα και έπειτα θέλησα να δω πώς θα μπορούσαμε να ταιριάξουμε μουσικά. Είχα την εντύπωση ότι ένας Νορβηγός με κιθάρα, μία Φινλανδή με άρπα, ένας Καναδός με διάφορα παιχνίδια και ηλεκτρονικά και μία Ελληνίδα με κόρνο, έχουν τόσο διαφορετικές καταβολές και βιώματα, που το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μόνο ενδιαφέρον! Από το 2010 ξεκινήσαμε τη δική μας σειρά συναυλιών, δίνοντας ισάξιο βάρος στη σύγχρονη και στην αυτοσχεδιαστική μουσική, με έργα που παραγγέλνουμε και έργα του «κλασικού» ρεπερτορίου του 20ού αιώνα. Έτσι προέκυψε να παίζουμε έργα του Simon Steen-Andersen ή του David Toop, του Luc Ferrari ή του John Cage, καθώς και μουσική για… αναβράζοντα δισκία του Sami Klemola ή για παιδικές ηλεκτρικές σκούπες του James Andean! Ο δίσκος Papilio Noblei ήταν η πρώτη παρουσίαση δικής μας μουσικής και έχουμε ήδη έτοιμο τον δεύτερο, που ευελπιστούμε να βγει το 2016.

Το τρίο PARA έχει πολύ διαφορετική δομή. Η Ingrid Schmoliner –φίλη από την εποχή που σπούδαζα και δούλευα στη Βιέννη (2007)– και ο Thomas Stempkowski στο μπάσο, δουλεύουν πολύ με προπαρασκευασμένο ήχο, που σημαίνει προεπιλεγμένα αντικείμενα, η χρήση των οποίων έχει προαποφασιστεί· οπότε ο αυτοσχεδιασμός εμπεριέχει εξαρχής μια φόρμα και μια κεντρική ηχητική ιδέα, κυρίως για λόγους πρακτικούς. Και σε αυτό το σύνολο, οι χαρακτήρες και οι εμπειρίες μας, τόσο βιωματικά όσο και μουσικά, διαφέρουν πολύ· επομένως οι μουσικές μας τοποθετήσεις φέρουν πάντα έναν πλούτο και μία έκπληξη (ακόμα και σε μας τους ίδιους), συνήθως καλή! Με τους PARA ξεκινήσαμε τον χειμώνα του 2011, παρουσιάσαμε τη δουλειά PARAligo στην Creative Sources το ’12 και το ’14 το PARAphore στη Listen Closely.  

Υπάρχουν δηλαδή αρκετές διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο πρότζεκτ. Τι άλλο μοιράζονται, όμως, σε επίπεδο προσέγγισης, πέρα από τη γενική κατεύθυνση του αυτοσχεδιασμού; 

Εκτός από τον ήχο του κόρνου(!), και τα δύο σχήματα έχουν απίστευτα ανοιχτά και εκπαιδευμένα αυτιά –τουτέστιν, ακόμα κι αν ο καθένας κάνει κάτι δικό του, είναι πάντα σε εγρήγορση για το τι συμβαίνει μουσικά δίπλα του. Μας αρέσει η λεπτομέρεια και το να αφήνουμε χώρο: στον/ην άλλο/η, σε μικρούς ήχους, αλλά και στη σιωπή. Και στα δύο σχήματα υπάρχει το υπόβαθρο της κλασικής εκπαίδευσης και κάτι τέτοιο σημαίνει πολύ λεπτομερή δουλειά, σε βάθος χρόνου. Δεν θεωρώ βέβαια την κλασική εκπαίδευση απαραίτητο συστατικό για να είναι κανείς καλός μουσικός. Αυτό θα ήθελα να το ξεκαθαρίσω. 

Kakaliag_2.JPG

Θεωρείτε τη μουσική που παίζετε δύσκολη για τον μέσο ακροατή; Σας απασχολεί ένα τέτοιο ερώτημα (ό,τι κι αν τελικά σημαίνει αυτή η αφαίρεση του «μέσου ακροατή»);

Ναι, βέβαια με απασχολεί το ερώτημα. Πρώτα απ’ όλα, εγώ η ίδια πιάνω τον εαυτό μου κάποιες φορές να περιγράφει με ενοχικό ύφος μια επερχόμενη συναυλία μου, προσπαθώντας να προετοιμάσω τον μέλλοντα ακροατή! Προκύπτει από αντιδράσεις που έχω δει και ακούσει στο παρελθόν σχετικά με αυτό το είδος μουσικής. Σαφώς, όταν είμαστε μαθημένοι σε μουσική που έχει ένα συγκεκριμένο ρυθμό, μια τονικότητα, ένα μοτίβο και ένα εξαρχής σαφές συναίσθημα, είναι μία πρόκληση να διαχειριστούμε το «ακατανόητο». Μας φέρνει σε δύσκολη θέση (μπορεί να μας κάνει να αναρωτηθούμε μέχρι και για τη νόησή μας: «γιατί δεν το καταλαβαίνω αυτό;»)· δεν ξέρουμε αν πρέπει να καταλάβουμε ή να νιώσουμε τη μουσική, μας ξαφνιάζουν οι συνθέσεις των οργάνων και συχνά η χρήση τους. 

Επίσης, στην εποχή μας, βομβαρδιζόμαστε συνεχώς με μουσικά υποστρώματα που δεν προσδοκούν καμία συγκέντρωση, καμία συμμετοχή, πράγματα που σε μία συναυλία αυτοσχεδιασμού είναι μάλλον απαραίτητα. Για μένα, το βασικό συστατικό μιας τέτοιας ακρόασης είναι το να χαλαρώσεις: να αφήσεις εκτός τις προκαταλήψεις σου και να «μπεις» σε αυτό που ακούς. Αν οι μουσικοί είναι καλοί, θα σε λάβουν υπόψη τους και θα σε οδηγήσουν σε ταξίδια που συνήθως είναι μαγικά. Απλά θέλει λίγο εξάσκηση! Και, μην με παρεξηγήσετε, εννοείται ότι υπάρχουν και συναυλίες πολύ κακές. Αλλά πείτε μου, σε ποιο είδος δεν υπάρχει κάτι τέτοιο;

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια παρανόηση σχετικά με τον αυτοσχεδιασμό. Επειδή δεν στηρίζεται σ’ ένα συγκεκριμένο μουσικό κείμενο, θεωρείται ότι οι μουσικοί είναι ελεύθεροι να «κάνουν ό,τι θέλουν». Κατά πόσο, λοιπόν, αυτό το «ό,τι θέλουν» είναι πράγματι αληθές και κατά πόσο η εκάστοτε αυτοσχεδιαστική συνθήκη δημιουργεί τις δικές της πειθαρχίες;

Δεν υπάρχει το «κάνουν ό,τι θέλουν», εκτός κι αν… αυτό είναι που θέλουν! Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις ο μουσικός έχει δουλέψει πάρα πολύ στο να προετοιμάσει μέσα του το υλικό, το οποίο θα κληθεί σε κλάσματα δευτερολέπτου να «βγάλει από το μανίκι του». Ας πούμε, για να είσαι ετοιμόλογος πρέπει να έχεις και μια σχετική ευφυΐα. Ο καθένας μας λοιπόν ξέρει πολύ καλά το όργανό του και μάλιστα έχει ασχοληθεί και παραπάνω από το «κανονικό», ψάχνοντας και ανακαλύπτοντας τον δικό του ήχο και τις παραπέρα δυνατότητες του οργάνου. Κατ’ επέκταση, όταν κάνεις κάτι τέτοιο, θα είσαι σε ενσυνείδητη εγρήγορση προς τον συμμουσικό σου –θα δημιουργήσεις δηλαδή μαζί του το υλικό σου σε χρόνο dt, θα ελιχθείς, θα εξελίξεις και θα ακολουθήσεις ένα μονοπάτι· εκτός κι αν συνειδητά έχεις επιλέξει να το αγνοήσεις! 

Το βασικό, κατά τη γνώμη μου, χαρακτηριστικό αυτής της μουσικής είναι το να ακούς. Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο μπορεί να συνιστά πειθαρχία. Έχω δει σε λάιβ το τρίο του free jazz πιανίστα Alexander von Schlippenbach· τρεις άνθρωποι οι οποίοι παίζουν μαζί εδώ και 43(!) χρόνια, παίζανε κάτι τόσο τρελό που σ’ έκανε να αναρωτηθείς: «μα καλά, τι κάνουν, ο καθένας το δικό του»; Κι όμως, στο δευτερόλεπτο πηγαίνανε μαζί από το απόλυτο χάος στη σιωπή. Σίγουρα, λοιπόν, η επικοινωνία τους ήταν παρούσα. Κολλάμε δυστυχώς πολύ συχνά στους τύπους και στα κείμενα. Δεν είναι εκεί το νόημα, τουλάχιστον έτσι πιστεύω… 

Kakaliag_3.JPG

Εκτός από τον αυτοσχεδιασμό, ασχολείστε, όπως είπαμε, και με την κλασική μουσική. Πόσο επικοινωνούν (ή, αντιθέτως, πόσο ξένοι είναι) οι δύο αυτοί μουσικοί κόσμοι;

Για μένα η κλασική μουσική έγινε πιο κατανοητή όταν άρχισα να παίζω αυτοσχεδιαστική. Άρχισα να ακούω τις φόρμες και τα ηχοχρώματα διαφορετικά και να ανακαλύπτω καλύτερα τι θέλει να μου πει ο συνθέτης με την παρτιτούρα του. Αλλά στην εκτέλεση οι δύο αυτοί κόσμοι δυστυχώς απέχουν πάρα πολύ, με κάποιες εξαιρέσεις: ο ένας έχει πολύ σαφείς κανόνες και νόρμες, ο άλλος όχι. Θεωρώ ότι μουσικά μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα, συμβαίνει άλλωστε σε κάποιες συναυλίες όπου ανακατεύονται τα είδη. Κάτι τέτοιο, όμως, προαπαιτεί και ένα πιο ανοιχτό περιβάλλον, ώστε να ανοίξουν τα αυτιά και οι ψυχές προς όλες τις κατευθύνσεις! 

Τώρα, όσον αφορά τη σύγχρονη κλασική μουσική, εκεί υπάρχουν πάρα πολλά κοινά με την αυτοσχεδιαστική. Το κύριο, κατά τη γνώμη μου, είναι τα ηχοχρώματα και οι νέες ιδέες στο παίξιμο των οργάνων. Πολλές φορές έχω δουλέψει με συνθέτες που εμπνέονται από κάποιες δικές μου τεχνικές και αντιστρόφως έχω πάρει ιδέες από δικές τους προτάσεις. Κι έτσι πρέπει!

Εσάς τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τον αυτοσχεδιασμό; Ήταν κάποιου είδους εκφραστική ανάγκη που δεν μπορούσε να καλυφθεί με τους «παραδοσιακούς» τρόπους;

Ναι, ακριβώς! Οι καταβολές μου είναι της κλασικής παιδείας στο πιάνο και στη χορωδία και της παραδοσιακής μουσικής από τον μουσικό πατέρα μου. Έπειτα ήρθαν τα τζαζ και τα ροκ ακούσματα. Γενικώς όλα μου άρεσαν, αλλά με δυσκόλευαν στο να παίξω κάτι δικό μου. Ίσως πάντοτε να με στένευαν οι οδηγίες… 

Kakaliag_4.jpg

Έχετε ζήσει στην Ελλάδα, στην Αυστρία και στη Φινλανδία και πλέον στο Βερολίνο. Ανταποκρίνεται το τελευταίο στη φήμη του περί «καλλιτεχνικής πρωτεύουσας» της Ευρώπης;

Χμμ, θα έλεγα πως ναι. Στο Βερολίνο μπορείς να βρεις τόσα ενδιαφέρονται λάιβ σε ένα βράδυ, ώστε τελικά, από σύγχυση, μπορεί να μην κάνεις τίποτε! Όπως έλεγε ένας φίλος, κάθε μέρα στεναχωριέσαι που έχασες το λάιβ της ζωής σου το προηγούμενο βράδυ! Υπάρχει πάρα πολλή κίνηση από καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο, οπότε υπάρχει και πολλή μείξη και πολύ υψηλό επίπεδο. 

Πολλά λάιβ, μάλιστα, είναι με προτεινόμενη είσοδο, κάποια άλλα σε –ακόμα– προσιτές τιμές. Αυτός είναι και ο λόγος που συρρέουν καλλιτέχνες από παντού στο Βερολίνο: το, σε γενικές γραμμές, προσιτό κόστος διαβίωσης, πράγμα βέβαια που αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς λόγω του gentrification (σ.σ.: πρόκειται για την πρακτική στοχευμένης αλλαγής χρήσης υποβαθμισμένων, συνήθως, αστικών περιοχών. Η βάση είναι συνήθως κάποιο εμπορικό πλάνο, η δικαιολόγηση είναι η «αναβάθμιση», το αποτέλεσμα η αναγκαστική μετοίκιση των φτωχότερων κατοίκων που πλέον δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στα αυξημένα ενοίκια). 

Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο πάνω στο οποίο εργάζεστε αυτήν την περίοδο;

Ετοιμάζω με την Ingrid Schmoliner από τους PARA έναν δίσκο για την επόμενη χρονιά, μία τουρνέ με το τρίο Zinc & Copper στο Μεξικό με καινούρια έργα γραμμένα για εμάς, μικρές συναυλίες από 'δω κι από 'κει και ένα residency στο Τιρόλο. Πιστέψτε με, και μόνον η οργάνωση αυτών, έχει αποτέλεσμα πολλές υπερωρίες!

Έρχεστε στην Ελλάδα για το φεστιβάλ Multiversal. Τι σκοπεύετε να παρουσιάσετε εκεί; Θα εμφανιστείτε σόλο ή με κάποιο σχήμα;

Στο Multiversal θα έχω τον ρόλο που θα έχουμε όλοι. Θα ανακατευτώ, θα παίξω σε διαφορετικά σχήματα και πιστεύω -όπως και τις προηγούμενες φορές σε φεστιβάλ αυτής της ομάδας– ότι θα ξαφνιαστώ και θα με ξαφνιάσω και μένα την ίδια! Ελπίζω, πάντα, θετικά!