search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Από νωρίς παιδί-θαύμα της σύγχρονης σύνθεσης, είναι πλέον –μόλις στα 34 του– υπεύθυνος για τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές που ακούμε τα τελευταία χρόνια στο θέατρο. Μιλήσαμε με αφορμή τις εξαιρετικές Τρίτες Παράλληλες του θεάτρου Πόρτα, που ξεκινούν ξανά φέτος (Τρίτη 27/10)

 

Φέροντας από νωρίς τον τίτλο του παιδιού-θαύματος της σύγχρονης ελληνικής σύνθεσης, ο Κορνήλιος Σελαμσής μετρά –μόλις στα 34 του χρόνια– συνεργασίες με τους πλέον επιφανείς εγχώριους καλλιτέχνες, ενώ είναι υπεύθυνος και για τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές που ακούμε τα τελευταία χρόνια στο θέατρο. 

Μία αναπολογητικά ιδιόρρυθμη φυσιογνωμία, επίσης: την πρώτη φορά που τον γνώρισα, ξόδεψε μισή ώρα αναλύοντάς μου πώς ο ήχος από τα περαστικά αμάξια μπορεί να πυροδοτήσει μια μουσική σύνθεση και πόσο χαρούμενο τον κάνει η λέξη «ευμάλακτος». Μετά από σχεδόν 4 χρόνια στενής φιλίας, ο Κορνήλιος βρέθηκε να μου μιλάει για τη ζοφερή ελληνική πραγματικότητα, τον χαρακτηρισμό του ως «εστέτ και δυσπρόσιτου» συνθέτη, μία ακυρωμένη όπερα και βέβαια τις εξαιρετικές Τρίτες Παράλληλες του θεάτρου Πόρτα, οι οποίες ξαναρχίζουν αυτή την Τρίτη, 27 Οκτωβρίου... 

Χαρακτηρίζεσαι συχνά ως «εκκεντρική» προσωπικότητα. Ποιο ήταν το οικογενειακό περιβάλλον που συνετέλεσε στη δημιουργία ενός τέτοιου χαρακτήρα;

 Είναι περίεργο, καθώς δεν μιλάμε για απλές συμπεριφορές, αλλά για ένα ολόκληρο οικογενειακό μικροκλίμα πολλών αντικρουόμενων ενεργειών. Άνθρωποι τρομερά κοσμοπολίτες, άνθρωποι πολύ απλούστεροι και άνθρωποι που ανήκουν στο στερεότυπο του ελληνικού συλλογικού ασυνείδητου. Αυτά ήταν στοιχεία τα οποία έβλεπα να συγκρούονται καθημερινά, να ανταλλάσσουν ή να αποκρύπτουν πληροφορίες και να φέρουν το εθνικό δίκαιο και τις αντιλήψεις του καθένα. 

Και η σύνδεση αυτών με τη μουσική; 

Η μουσική δεν υπήρχε πουθενά. Μπήκε στη ζωή μου, όπως και όλα τα πράγματα, σαν ενδοβολή απο το εξωτερικό περιβάλλον –όπως το δώρο μιας μελόντικα στα πεντέμισή μου. Υπήρχε όμως γύρω μου κλασική μουσική: η τηλεόραση δεν την απέφευγε, συνέβαιναν περισσότερες συναυλίες. Παράλληλα, ο πατέρας μου, έχοντας τη φιλοδοξία του διαπρεπούς παιδαγωγού, έφερνε σπίτι πολλά και ετερόκλητα μουσικά ερεθίσματα. Αλλά εγώ δεν έχω καμία μουσική μνήμη πριν από αυτή τη μελόντικα. 

Άρα με εφαλτήριο το δώρο της μελόντικα ξεκινάει η συνειδητότητα της μουσικής. Πώς καταλήγεις όμως να επιλέξεις το επάγγελμα του συνθέτη;

Ναι, είναι η πρώτη φορά που κατανοώ τον μηχανισμό και καταλαβαίνω ότι η μουσική είναι κάτι που μπορώ να κάνω πολύ καλά και κάτι που έκανα μόνο για μένα. Μετά από αυτό παρεμβλήθηκαν μαθήματα πιάνου, δεν έβρισκα όμως καμία ικανοποίηση στον τρόπο με τον οποίον εκπαιδευόμουν στη μουσική –δεν έβλεπα δηλαδή να έχω κάποια κατεύθυνση. Έβλεπα ακόμα τη μουσική σαν κάτι τελείως ιδιωτικό. Ξεκινάω να φτιάχνω κάποιες απομιμήσεις και στα 16 μου ανακοινώνω στους γονείς μου οτι θα γίνω μουσικός, οπότε και αντιμετωπίζομαι σαν φαιδρό πρόσωπο. 

Συνειδητοποιώ κατόπιν ότι οι ελλείψεις που έχω σαν ακαδημαϊκός κλασικός μουσικός είναι σχεδόν αγεφύρωτες και έπειτα, μέσα απο τρομερές ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, παρατάω το Γεωλογικό (όπου φοιτούσα) και αρχίζω να βγάζω χρήματα κυνηγώντας επαγγελματικά όλα τα πράγματα που αγαπάω γύρω από τη μουσική, χωρίς κάποια κατάρτιση. Κι έτσι ξεκινάνε ουσιαστικά οι σπουδές μου. Βρίσκω στη συνέχεια έναν πολύ φωτισμένο δάσκαλο στο πιάνο, τον Γιώργο Μάνεση που πέθανε πέρυσι, ο οποίος και μου μεταφέρει την προσοχή από το «δεν μπορώ» στο «μπορώ». 

Selmsis_2.jpg

Και πώς αποφασίζεις να φύγεις στην Ολλανδία για σπουδές;

Περνάω μία μόνιμη περίοδο σύγχυσης: δεν ξέρω τι ακριβώς κάνω και δεν υπάρχει ένας στιβαρός πολιτισμός ή ένας κύκλος διανοουμένων στον οποίο να προσαρτηθώ ή τα έργα των οποίων να παρακολουθήσω. Οπότε βρίσκεται η παρορμητική λύση της Ολλανδίας. Κάνω μία μόνο αίτηση για σπουδές στο Κονσερβατόριο της Χάγης· φαντάζομαι ότι, λόγω υψηλού επιπέδου στη σχολή, δεν θα περάσω, μα, όλως παραδόξως, με δέχονται! Κι εκεί γίνεται η μετάβαση από το ιδιωτικό στο δημόσιο. Ξαφνικά, παύουν τα όνειρα και βρίσκομαι εν μέσω ανθρώπων που αναζητούν πράγματα πολύ πιο προχωρημένα από μένα. Έμοιαζα με λαίμαργο παιδί, το οποίο κολυμπάει σε έναν ωκεανό από φαγητό. Και τρώω σα να μην υπάρχει αύριο. 

Και η απόφαση να γυρίσεις στην Ελλάδα;

Όπως όλες οι αποφάσεις μου, πάρθηκε κι αυτή τελείως παρορμητικά. Είχα κάνει έναν λάθος προγραμματισμό, για να ζω ταυτόχρονα και στην Ελλάδα και στην Ολλανδία, κάτι όμως που ξεκίνησε να μη δουλεύει. Πάντα αισθανόμουν κοινωνικά περίεργα στα περιβάλλοντα που φέρει η Ελλάδα και θεώρησα έτσι ως ενηλικίωση τη ζωή εδώ –την αντιμετώπιση δηλαδή αυτής της κοινωνικής δυσκολίας και την απόσταση από την κλίμακα καλλιτεχνικής ανέλιξης της Ολλανδίας. Οπότε η εγχώρια κοινωνική δυσκολία αντισταθμιζόταν από την εύκολη επαγγελματική ζωή, μιας και είχα φτάσει κάπως στο ταβάνι του τι μπορεί να κάνει βιοποριστικά, αλλά και κοινωνικά, ένας νέος συνθέτης. 

Άρα προγειώνεσαι στην ελληνική πραγματικότητα μετά από θητεία στη «σχολή της Χάγης». Τώρα λοιπόν, 6 χρόνια από την επιστροφή σου, τι μένει σαν κληροδότημα από τη «σχολή της Αθήνας»;

Θα ήθελα πάρα πολύ να αποφοιτήσω και να γραφτώ στα μητρώα αρρένων μίας άλλης σχολής! Για τον χαρακτήρα μου, είναι σχεδόν αδύνατο να συνεχίσω να ζω εδώ. Το ψυχολογικό κόστος της διάσπασης της προσοχής αγγίζει δυσθεώρητα ύψη για τις αντοχές μου. Έχω δημιουργήσει πολύ μεγαλύτερες επαγγελματικές εξαρτήσεις από ποτέ, με άτομα και θεσμούς με τους οποίους αισθάνομαι βαθιά συγγένεια. Παρ' όλ' αυτά, κάτι τέτοιο δεν γίνεται να απομονωθεί από το χάος του να ζεις στην Αθήνα. Είμαι αρκετά οριακά στο να κάνω αίτηση για το οποιοδήποτε «εκεί». 

Selmsis_3.JPG

Μιλάμε για την Ελλάδα της έλλειψης και της πενίας. Αυτές οι δυσκολίες μπορούν όμως να χρησιμοποιηθούν σαν εργαλεία μιας τρομερής εφευρετικότητας;

Οι ανάγκες της Ελλάδας για εφευρετικότητα, είναι εξαντλητικές. Από την άλλη, το να βρίσκομαι εδώ, απομονωμένος ουσιαστικά από τους ομότεχνούς μου κι από τα μεγάλα παγκόσμια μουσικά δρώμενα –είτε γιατί δουλέυω ασταμάτητα, είτε γιατί δεν έχω χρήματα για να τα παρακολουθήσω– με έχει κάνει έναν sui generis συνθέτη. Mε έχει κρατήσει τόσο μακριά από ό,τι γίνεται τώρα ή παλιά, οπότε ο δρόμος τον οποίον αναζητώ και διαχειρίζομαι είναι τρομερά ιδιωτικός. Κι αυτό μ’ αρέσει. 

Η εργασία του συνθέτη για μένα δεν είναι κοντά στην εργασία του διασκεδαστή, αλλά κοντά στην εργασία του φιλοσόφου ή του ποιητή. Δεν έχει σημασία αν (και ποιον) θα φτάσει το έργο σου. Αντίθετα, πρέπει κανείς να εστιάζει κάπου και να σκάβει προς τα εκεί, ασταμάτητα. Στην ελληνική κοινότητα ο άνθρωπος επαφίεται στις μοίρες της κοινωνίας και των διδαγμάτων και της ηθικής που του έχει παραδοθεί. Σπάνια οι άνθρωποι αφήνονται στην επίγνωση των εαυτών τους. Υπάρχει έτσι η αντίθεση του συντηρητισμού και της χωρίς όρια ελευθερίας. Και φτάνουμε σε τέτοια κοινωνική διάλυση, ώστε κάποια στιγμή θα μπορούσαν όλα να βρεθούν σε ένα δυστοπικό μοντέλο καπιταλισμού του προϊόντος. 

Άρα είναι θέμα ιδεολογικής κατεύθυνσης περισσότερο από έλλειψη χρημάτων... 

Μα ναι, έχει να κάνει με έλλειψη συναίσθησης κι επίγνωσης. Δύο λέξεων που ευτυχώς δεν τις έχουν χαλάσει ακόμα. Να φανταστείς, τώρα που τα λέμε αυτά, αισθάνομαι σα να είμαστε δύο άνθρωποι κλεισμένοι μέσα στο σπίτι, που ακούνε παράνομη αντικαθεστωτική μουσική! (γέλια)

Συγγένεια με ομότεχνούς σου δημιουργούς, αισθάνεσαι στην Ελλάδα; 

Που ζουν εδώ; (παύση) Και πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο... (γέλια) Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι στον χώρο, οι οποίοι έχουν διάθεση για διαρκή αυτοβελτίωση και εξέλιξη. Για παράδειγμα, ο Δημήτρης Καμαρωτός: παρότι έχει στο βιογραφικό του 120 παραστάσεις, συνεχίζει να ανασκάπτει τον εαυτό του και τολμάει να πετύχει ή να αποτύχει. Αυτό είναι το ωραιότερο πράγμα για μένα. Είμαι τρομερά ευτυχισμένος όταν κάτι δικό μου αποτυγχάνει παταγωδώς. Όχι όμως να είναι μέτριο, αλλά να αποτύχει, παντελώς. Υπάρχουν πάντως και άνθρωποι από άλλες τέχνες με τους οποίους αισθάνομαι μεγάλη συγγένεια.

Εσύ αυτό που εκπέμπεις, πιστεύεις ότι έχει αποδέκτη; 

Έχει ένα μικρό κοινό, που είναι ανένταχτο. Είναι όσοι μπορούν να διαβάσουν Anne Carson και να ακούσουν ένα έργο του Salvatore Sciarrino και να το δούνε συνολικά –σα συγχρονικό φαινόμενο. Μου είχε πει ένας φίλος μια ιστορία για μία κοπέλα στην Καλών Τεχνών η οποία, ενώ έκανε σύγχρονη απεικονιστική τέχνη, άκουγε στο ραδιόφωνο λαϊκά με τον Γιάννη Πάριο. Και της λέει ο φίλος μου: «Αυτό που κάνεις στον καμβά με αυτό που ακούς, είναι δύο κόσμοι εκ διαμέτρου αντίθετοι». Και του απάντησε «Α, δεν πειράζει. Εμένα με χαλαρώνει». 

Εγώ εκεί βλέπω λοιπόν κάτι περίεργο. Κάποιος που διαβάζει Noam Chomsky ή Slavoj Žižek στην Ελλάδα, δεν θα ξέρει και το έργο του Tristan Murail, ενός Γάλλου συνθέτη της φασματικής μουσικής. Δεν είμαστε δηλαδή καθολικά αφυπνισμένοι: παίρνουμε ό,τι μας χρησιμεύει. Κι έτσι γυρνάμε στην προαναφερθείσα δυστοπία. Οπότε δεν με πειράζει αν με θεωρούν εστέτ. Γιατί, με έναν τρόπο, είμαι εστέτ συνθέτης –αν με κρίνεις με το πρίσμα του τι είναι αυτή τη στιγμή η χώρα μας. 

Selmsis_4.jpg

Λείπει πιστεύεις η φιγούρα του μεγάλου δάσκαλου ή σωτήρα από το ελληνικό καλλιτεχνικό τοπίο;

Το θέτεις στα πλαίσια του Μεσσιανισμού που πλήττει τη χώρα μας. Λειτουργούμε περιμένοντας έναν Πρωθυπουργό-Μεσσία, έναν διευθυντή Μεσσία, έναν διαχειριστή της πολυκατοικίας Μεσσία... Όλοι είναι Μεσσίες. 

Είναι η έλλειψη συλλογικότητας ριζωμένη στην εθνική μας ιδεολογία;

Το πρόβλημα που εντοπίζω είναι ότι λείπουν οι πολλοί. Άνθρωποι που είναι κοντά γνωστικά και ιδεολογικά, αλλά δεν χρειάζεται να είναι κοντά κοινωνικά. Χρειάζεται μια κοινότητα. Μία κοινότητα όχι με την έννοια της συνεργασίας ή της συλλογικότητας απαραίτητα, αλλά με την έννοια της επικοινωνίας. Χωρίς να μιλάμε όμως για μια καλλιτεχνική ελίτ. Λείπει βασικά η επικοινωνία. 

Μιλάμε δηλαδή για μία καλλιτεχνική Βαβέλ…

Ναι, είναι ακριβώς αυτό! Καταλήγουμε να μένουμε στα χαρακώματά μας. Κι όχι μόνο στην περίπτωση εμού και των ανθρώπων των οποίων είμαι δορυφόρος ή των ανθρώπων που είναι δορυφόροι μου: συμβαίνει και σε ανθρώπους με άλλα πιστεύω. Συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει μία κοινή παιδεία ή μία κοινή αντίληψη, σχεδόν Καλβινιστική. Πάλι είναι πολιτικό το ζήτημα δηλαδή... Ελλείψει κοινωνικού συμβολαίου, είναι αδύνατο να μην υπάρχει αυτή η καλλιτεχνική διασπορά και έλλειψη συνεννόησης. 

Το καλοκαίρι ήταν προγραμματισμένη να ανέβει η πρώτη σου όπερα στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδάυρου, εμπνευσμένη από το θεατρικό έργο Λεόντιος και Λένα του Büchner. Η παράσταση τελικά ακυρώθηκε, λόγω της πολιτικής και οικονομικής αστάθειας. Σε τι κατάσταση βρισκόσουν πριν τα δυσάρεστα νέα, πώς αντέδρασες όταν ανακοινώθηκε και πώς αισθάνεσαι τώρα;

Για να γραφτεί αυτή η όπερα, κατά την αντίληψή μου, θα χρειαζόμουν 3 χρόνια ουσιαστικής, συγκεντρωμένης δουλειάς. Ξεκίνησα να δουλεύω σποραδικά μέχρι που το πήρα απόλυτα σοβαρά και καταφέρνω να πείσω το Φεστιβάλ να αγοράσει ένα τέτοιο ακριβό πρότζεκτ, να το πληρωθώ και να επενδύσω σε αυτό. Οπότε αναγκάστηκα να συμπυκνώσω όλον τον χαμένο χρόνο σε 7 μήνες εργασίας. Έφτασα να τελειώνω το έργο σε μια κατάσταση απόλυτης σωματικής εξάντλησης πριν το Δημοψήφισμα και όλοι οι συντελεστές να βρίσκονται στην τελική ευθεία. Κι εκεί ακούω ότι δεν μπορεί να γίνει και αντιδρώ με μία έκφραση επαγγελματικής διαστροφής «ευτυχώς θα έχω κι άλλο χρόνο, να το γράψω όπως πρέπει». 

Έπειτα, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πάρει κανένα εύσημο για την τόση δουλειά. Δεν το έχει ακούσει κανείς –ούτε εγώ ο ίδιος!– ενώ υπάρχει και μία αίσθηση ματαιότητας. Έρχεται μετά και η γνώση ότι δεν θα αμειφθώ για αυτόν τον όγκο δουλειάς. Και περνάει απο το μυαλό μου η συνειδητοποίση πως εργάζομαι πλέον και πρέπει να πληρώνομαι. Τώρα που έχω πάρει μεγάλη απόσταση απ’ όλα αυτά, το επεξεργάζομαι ακόμα μέσα μου, ασυνείδητα σχεδόν· περιμένοντας πώς και πώς να γίνει του χρόνου.

Selmsis_5.jpg

Από την επιστροφή σου από την Ολλανδία μέχρι και σήμερα, διάγετε παράλληλους καλλιτεχνικούς βίους με τον Θωμά Μοσχόπουλο –για τις θεατρικές παραστάσεις του οποίου συνθέτεις σταθερά τη μουσική. Τι σας κάνει να επιμένετε σε αυτή τη συνεργασία;

 Με τον Θωμά έχουμε συνδεθεί πολύ, από μία ανθρώπινη συνθήκη. Καταλαβαίνει πολύ καλά τι ζόρι τραβάω. Αν ήμασταν δύο παιδιά που παίζουν σε μία αυλή, ο Θωμάς θα ήταν το πιο παιχνιδιάρικο παιδί κι εγώ το πιο εσωστρεφές –αλλά είναι ο άνθρωπος που, λόγω κοινής παιδείας και τρομερής καλλιέργειας, καταλαβαίνει αυτό το εσωστρεφές παιδί. Είναι επίσης ένας άνθρωπος απίστευτα μορφωμένος και ουσιαστικά Ευρωπαίος. Είμαστε πολύ συγγενείς φύσεις: τρέφουμε πολύ βαθιά αλληλοεκτίμηση και έχουμε ανάγκη σχεδόν ο ένας τον άλλον. Βρίσκουμε έτσι τρόπο να χωρέσουμε να περάσουμε μέσα από μία πόρτα, παρότι είμαστε δύο άνθρωποι με πολύ ισχυρή άποψη για το πώς πρέπει να γίνουν τα πράγματα.

Θέατρο Πόρτα, λοιπόν: ένα θέατρο που το χτίσατε ξανά, από την αρχή. Πλέον διατηρεί την υπόστασή του ως παιδικό θέατρο, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Ξένιας Καλογεροπούλου, αλλά τη συνδυάζει με τη θεατρική οντότητα του Μοσχόπουλου και με τις δικές σου ιδιαίτερες υφές, που συχνά ξεστρατίζουν από τον θεατρικό δρόμο. Πιστεύεις πως η Πόρτα έχει πλέον ταυτότητα;

Νομίζω πως η Πόρτα αποκτάει μία ταυτότητα. Όπως σε ένα παιδάκι χρείαζονται κάποια χρόνια για να αναπτυχθεί ο χαρακτήρας του, έτσι συμβαίνει και με αυτό το θέατρο: τώρα διαμορφώνονται οι συμπεριφορές του και το «μωρό» λειτουργεί με μία ουτοπική επιμονή να υπάρξει μέσα σε μια συγκυρία η οποία δεν θέλει να θεραπεύσει τις τέχνες και δεν υπάρχει τρόπος να βεβαιωθεί κανείς ότι μπορεί να επιζήσει, όσο σοβαρή προσπάθεια κι αν κάνει. Δεν θα θέλαμε να παρουσιάζει μόνο τις δουλειές μας, αλλά να παράγει και την επιβίωση των ανθρώπων που εργάζονται γι’ αυτές. Ειδικά στο διοικητικό και οργανωτικό τμήμα, ο Θωμάς, η Άννα Μιχελή κι εγώ, εργαζόμαστε αμισθί για να υπάρξει κάτι τέτοιο. Και κερδίζουμε βράδια κακού ύπνου, τρομερή σύγχυση και, στη δικιά μου περίπτωση, φοβερές ψυχοσωματικές παθήσεις. 

Selmsis_6.jpg

Πρόσφατα παρακολούθησα την παράστασή σας, Το Μυστήριο της Πολιτείας Χάμελιν. Παρατήρησα ότι είναι η πρώτη φορά που οι μελωδίες που συνέθεσες ήταν αναπολογητικά πιασάρικες. Θεωρείς πως το παιδικό θέατρο λειτούργησε για να κάνεις κάτι πιο προσβάσιμο;

Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον που το ρωτάς. Το πρώτο βρεφικό που έκανε η Ξένια Καλογεροπούλου, επειδή ακριβώς προοριζόταν για βρέφη, λειτούργησε σαν άλλοθι για να φτιάξω μουσικές τις οποίες θεωρούσα αρχετυπικά ενδιαφέρουσες. Ήταν τρομερά περίπλοκες, πολύχρωμες και αφηρημένες και με ήχους στα άκρα του ηχητικού φάσματος. Δεν με απασχόλησε καθόλου το αισθητικό περιτύλιγμα. Αντίστοιχα στο Χάμελιν, ήθελα να φτιάξω κάτι οικείο και γνώριμο. Κι όλοι έχουμε σχέση με αυτό, μπορεί να το κάνει ο καθένας. Υπήρχε λοιπόν ένα κομμάτι δικιάς μου σπουδής πάνω σε απομιμήσεις γνώριμων δομών –από μαδριγάλια της Αναγέννησης, μέχρι soul τραγούδια, μετά απο πρόταση του Θωμά: ένα είδος μουσικής με το οποίο δεν είχα καμία τριβή μέχρι τότε. Και το διασκέδασα πάρα πολύ. Έκανα πράγματα οικεία χωρίς να αποτελούν μιμήσεις, αλλά απομιμήσεις. Και υπήρχε ένα στοιχείο του εαυτού μου μέσα τους. 

Τα τελευταία 2 χρόνια είσαι υπεύθυνος για τις Τρίτες Παράλληλες στο Πόρτα: μια jour fixe, κάθε Τρίτη, όπου παρουσιάζονται έργα κλασικής, αλλά και μη, μουσικής. Πώς αντιμετώπισες τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή;

Μου αρέσει πάρα πολύ η ιδέα οτι προσκαλώ τρομερά προσφιλή πράγματα σε μένα και στους οικείους μου και δημιουργώ μία γραμμική αφήγηση από συναυλίες. Ξεκινώντας, νόμιζα πως θα είναι περίπατος κι ότι θα κυλήσει από μόνο του –το οποίο δεν ίσχυσε. Κάποια πράγματα πήγαν πολύ καλά, κάποια καθόλου. Μάθαμε όλοι πώς οργανώνεις ένα δρώμενο κι ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι εμπλεκόμενος κι εκείνος στη διαδικασία, ώστε να καταφέρουμε όλοι μαζί να έλξουμε την κοινότητα σε μας. 

Selmsis_7.jpg

Τι θα ακούσουμε φέτος στις Τρίτες Παράλληλες, λοιπόν;

Την Άρτα και τα Γιάννενα! Φέτος έχουμε περισσότερες συναυλίες από πέρυσι κι έχουν μεγαλύτερη μεταξύ τους συνοχή. Για μένα υπάρχει ένας υψηλότερος στόχος μέσα σ’ αυτό, συγκρότηση μίας συνήθειας και η δημιουργία μίας ακροαματικής κουλτούρας. Φέτος ξεκινάμε κάνοντας μία παρουσίαση του προγράμματος μας κι ένα αφιέρωμα στον αρχιτέκτονα Le Corbusier και τη μουσική, σε συνεργασία με το Μετσόβειο Πολυτεχνείο και το Γαλλικό Ινστιτούτο. Στις συναυλίες πριν το Πάσχα έχουμε τον Michael Chance, έναν πολύ διάσημο Άγγλο κόντρα τενόρο που έρχεται να τραγουδήσει γαλλική Αναγέννηση και Μπαρόκ –είναι μεγάλη μας τιμή. Έχουμε επίσης τον Μιχάλη Σιγανίδη, έναν τρομερά ιδιάζων μουσικό και βαθύ διανοητή γύρω από τη μουσική. Ένα ρεσιτάλ πιάνου του Θόδωρου Κοτεπάνου. Το σπουδαίο σύνολο πνευστών Ventus, για δύο συναυλίες. 

Αλλά και τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο, ο οποίος κάνει δύο συναυλιακές επιμέλειες φέρνοντας κοντά μας το τραγούδι μ’ έναν τρόπο ιδιωματικό. Τον Δημήτρη Σκύλλα, επίσης, που θα έρθει σε μια βραδιά με δικά του έργα μα κι έργα άλλων πάνω στο Υψηλό –μία εξαιρετική ιδέα του Δημήτρη. Τον Στέφανο Θεοδωρίδη τη Μεγάλη Τρίτη, που θα πραγματοποιήσει μία συναυλία πάνω στις ιδέες του Glenn Gould για τη μουσική, όπου θα απαγορευτεί το χειροκρότημα και θα αποκρυφθεί η ταυτότητα του ερμηνευτή, μα και το ρεπερτόριο! Και, μετά το Πάσχα, έχουμε μία γνωστή Ελληνίδα ερμηνεύτρια σε συναυλία-έκπληξη. Είναι κρίμα που δεν μπορώ να μιλήσω για όλες τις συναυλίες, όμως η συνέντευξη κοντεύει ήδη τις 18 σελίδες φαντάζομαι! (γέλια) 

Με τι χρειάζεσαι να είσαι οπλισμένος για να έρθεις στις Τρίτες Παράλληλες;

Με την ανάγκη να στοχαστείς. Θα σε παραδώσουμε πολύ ελαφρύτερο στη Λεωφόρο Μεσογείων, απ’ ό,τι όταν μπήκες.