search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Δύο ώρες στα Εξάρχεια με τον 34χρονο τρομπετίστα, μιλώντας για τη μουσική, την Ελλάδα, μα και την προσωρινότητα, που έδωσε και το όνομα στον τελευταίο του δίσκο

Κάποιος θα μπορούσε εύκολα να του προσδώσει τους χαρακτηρισμούς που ακούμε για όλους τους μουσικούς της τζαζ: ρομαντικός, ερωτευμένος με τη ζωή, τυχοδιώκτης. Από τη ζωή στο Σαμικό της Πελοποννήσου, όπου και γεννήθηκε, βρέθηκε να σπουδάζει στο Κονσερβατόριο του Άμστερνταμ (2002) κι από τις συναυλίες με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου σε σεμινάριο διαλογισμού Vipassanā και τώρα σε ένα καινούργιο άλμπουμ (Anicca). Αυτές είναι όμως εικόνες άκαμπτες και μονοδιάστατες, που ταιριάζουν σε ένα σχεδόν εξωγήινο πλάσμα. Και ο Ανδρέας Πολυζωγόπουλος είναι βαθιά ανθρώπινος, πρόθυμος να ακολουθήσει τις νοητικές σου διεργασίες, αλλά και έτοιμος να τους δώσει χρώμα και κατεύθυνση. Σχεδόν λοιπόν διαισθανόταν τον ειρμό μου και μου έστρωνε το έδαφος για τις επόμενες ερωτήσεις. Και, κάπως έτσι, περάσαμε δύο ώρες στα Εξάρχεια μιλώντας για τη μουσική, την Ελλάδα και την προσωρινότητα που έδωσε και το όνομα στο Anicca... 

Anpolz_2.jpg

Οι τίτλοι των κομματιών του Anicca είναι όλοι έντονα αφηγηματικοί. Λειτούργησαν σαν μικρές αυτοτελείς ιστορίες ή υπάρχει ένα κεντρικό θέμα που τις δένει;

Η κεντρική ιδέα είναι πως όλα τα κομμάτια έχουν φιλτραριστεί από την ιδέα της προσωρινότητας. Η εμπειρία που είχα από ένα σεμινάριο της Vipassanā (σεμινάριο διαλογισμού) χάρισε στον δίσκο αυτό το διαλογιστικό στοιχείο. Ήθελα ο τρόπος με τον οποίο έβαλα σε σειρά τα κομμάτια να μπορεί να ακουστεί σαν ένα soundtrack της ενδοσκόπησης του ακροατή. Σε πολλά λοιπόν από τα κομμάτια, τα τύμπανα και το μπάσο κρατάνε πολύ συγκεκριμένα πράγματα, ένα αρκετά ποπ κόνσεπτ. Έγινε επίτηδες, για να δημιουργηθεί αυτή ακριβώς η συγκεκριμένη διάθεση.

Anicca, λοιπόν –η προσωρινότητα. Δεδομένου του βραχέως χρονικού διαστήματος στο οποίο ηχογραφήθηκε ο δίσκος (μια ημέρα), πώς έχει επηρεάσει τη δημιουργικότητα σου η ιδέα της προσωρινότητας;

Πριν μιλούσαμε για ποπ, αλλά ο τρόπος με τον οποίον ζω είναι καθαρά τζαζ. Είμαι επικέντρωμένος στη συγκεκριμένη στιγμή. Γι’ αυτό μου αρέσει και η ελευθερία που σου δίνει η προσωρινότητα στην τζαζ μουσική. Αν ηχογραφήσεις το ίδιο υλικό μετά από κάποιες μέρες, το αποτέλεσμα θα είναι τελειώς διαφορετικό. Για παράδειγμα, οδηγώντας με τη μηχανή σήμερα για εδώ, μύριζα τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος. Ο τρόπος με τον οποίο θα παίξω μουσική αργότερα, θα έχει κάτι το διαφορετικό. Θα έχει μέσα του και τη συγκεκριμένη μυρωδιά. Γενικά, αυτό το κόνσεπτ είναι κάτι που με ενδιαφέρει: θέλω να κάνω έναν δίσκο με μυρωδιές. Σκέφτομαι να τον ονομάσω “Petrichor”, που είναι η λέξη η οποία περιγράφει τη μυρωδιά του χώματος μετά τη βροχή. 

Φαίνεται να εμπνέεσαι από εμπειρίες και σκηνικά βαθιά προσωπικά, όπως την ιδιαίτερη πατρίδα σου, το Σαμικό. Πώς γίνεται η μετάβαση από το αρχικό συναίσθημα που πυροδοτεί την έμπνευση στη διαδικασία της δημιουργίας;

Όπως λέει και ο Θανάσης (Παπακωνσταντίνου): υπάρχουν κάποιες συνθέσεις που έχουν εύκολη γέννα. Όπως για παράδειγμα το Anicca, το οποίο έγραψα μέσα σ’ ένα απόγευμα, μετά τον διαλογισμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πέρα από την αρχική ιδέα –που έχει άμεση σχέση με τον τίτλο του κομματιού– το υπόλοιπο μέρος βγαίνει εντελώς αυθόρμητα. Σκέφτομαι δηλαδή κάτι και ξαφνικά έχει γραφτεί ένα κομμάτι. Άλλες περιπτώσεις ξεκινούν από διάφορες δοκιμές, στις οποίες εμπλέκεται περισσότερο η γνώση της αρμονίας και της μουσικής.

Anpolz_3.jpg

Προτιμάς κάτι από τα δύο;

Σίγουρα προτιμώ την εύκολη γέννα, όμως και η άλλη διαδικασία έχει μία πολυπλοκότητα. Και ανάμεσα σε αυτά τα δύο προσπαθώ να βρίσκω πάντα την ισορροπία. Αλλά νομίζω πως το σημαντικότερο είναι η αρχική έμπνευση που σε οδηγεί. Γυρνώντας στο κομμάτι που γράφω τώρα, δοκιμάζω συχνά μια συγχορδία και σκέφτομαι «Όχι, αυτό δεν μυρίζει σα βρεγμένο χώμα». Σου επιβάλλει λοιπόν η ιδέα πώς ακούγεται η μουσική. Καμιά φορά η απλότητα μας φοβίζει, αλλά τη ζητάνε τα ίδια τα κομμάτια.

Η τζαζ είναι περιβόητη για τη δυσκολία πρόσβασης του ευρέως κοινού σ' αυτήν: φαίνεται να απολαμβάνεται κυρίως από τους μύστες της. Συμφωνείς με τη φήμη ότι είναι μουσική φτιαγμένη για μουσικούς;

Συμφωνώ, μέχρι ένα σημείο. Υπάρχουν πολλά γκρουπ τα οποία παίζουν τόσο πολύπλοκα, ώστε, αν δεν είσαι μουσικός, δυσκολεύεσαι να τα παρακολουθήσεις. Ό,τι κι αν έχω κάνει εγώ, όμως, έχει μια διαφορετική νοοτροπία. Δεν θέλω να κάνω μουσική για μουσικούς, αλλά μελωδίες που ακόμα και η γιαγιά μου, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τη μουσική, να μπορεί να πει «Α, τι ωραία μελωδία!». 

Πώς θα πρότεινες σε κάποιον να αρχίσει να ακούει τζαζ; Κάτι σαν τον δίσκο που έκανες το 2010 με εφαλτήριο τη μουσική των Pink Floyd, ίσως;

Υπάρχουν πολλά σχήματα που παίζουν κάτι μεταξύ ποπ, ροκ και τζαζ. Για να αρχίσω εγώ να ακούω τζαζ, συνδετικός κρίκος υπήρξε ο Τάκης Μπαρμπέρης, ο οποίος έχει αυτόν τον ροκ και πιο ηλεκτρικό ήχο. Όταν αρχικά άκουγα δίσκους της Blue Note δεν με τραβούσε και τόσο ό,τι άκουγα –κάτι που τώρα έχει αλλάξει. Επίσης, μουσικοί όπως ο Miles Davis και ο Chet Baker, που δεν παίζουν περίπλοκα, είναι ένα καλό μεταβατικό στάδιο. Τέλος, πολύ βοηθάει και η φωνή. Το να ακούς Billie Holiday είναι σαφώς λιγότερο στριφνό απ’ το να ακούς τον Coltrane. 

Anpolz_4.jpg

Πώς πιστεύεις ότι ταιριάζει στην έντονα στιχοκεντρική ελληνική πραγματικότητα η επιλογή ενός δίσκου μουσικής χωρίς λόγια;

Κοίταξε, δεν ταιριάζει για να το πω και απλά. Αλλά αυτή είναι η δική μου αλήθεια και αυτήν κοινωνώ. Η Ελλάδα είναι δυστυχώς μια χώρα στην οποία επικρατεί ο στίχος. Αυτό βέβαια ισχύει σε όλον τον πλανήτη, αλλά εδώ ακόμα περισσότερο μιας κι έχουμε πολύ δυνατή παραδοσιακή μουσική. Επίσης, ο κόσμος δεν έχει εύκολη πρόσβαση στην τζαζ. Εγώ μέχρι τα 16 μου που πήγα στο ωδείο, δεν είχα έρθει σε επαφή μαζί της. Ενώ στη Γαλλία υπάρχουν και 2-3 ραδιοφωνικοί σταθμοί στους οποίους θα ακούσεις τζαζ, αν τους πετύχεις. 

Διανύουμε περίοδο έντονης κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής αναταραχής, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο κέντρο του κυκεώνα. Θεωρείς πως το περιβάλλον αυτό είναι γόνιμο για έναν δημιουργό;

Σίγουρα οι συνθήκες της εποχής δεν είναι και οι καλύτερες για να κάνεις τη μουσική σου και να επιβιώσεις από αυτήν. Αν βάλεις λ.χ. είσοδο σε ένα live, ο κόσμος δύσκολα θα έρθει. Μέσα στην όλη κατάσταση, όμως, συμβαίνουν και πράγματα. Όπως η Utopia, η δισκογραφική που εξέδωσε το Anicca. Ο Βαγγέλης Κατσούλης με τον Θύμιο Παπαδόπουλο αποφάσισαν, λόγω έλλειψης γκρουπ και δισκογραφικών, να ξαναβάλουν μπρος στην εταιρεία αυτές τις δύσκολες μέρες. Όταν το παλεύεις τέτοιες εποχές, σίγουρα κάτι έχεις κερδίσει.

Μιλώντας για είσοδο, εδώ στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει την τζαζ ως μουσική για το background. Δύσκολα κάποιος θα πληρώσει για να πάει να ακούσει τζαζ...

Κακά τα ψέματα, έτσι είναι. Κάποιος που θα πάει να ακούσει τζαζ, δεν μπορεί να είναι με την παρέα του και να μιλάει. Αυτό που δίνεις στον κόσμο απαιτεί προσοχή και συγκέντρωση και για να το καταλάβει κάποιος, πρέπει να είναι τελείως παρών. Δεν είναι εύκολη μουσική, που θα πας να ακούσεις τους στίχους και θα πάρεις αυτό που θες. Και τα δύο βέβαια είναι καλά και ικανοποιούν διαφορετικές ανάγκες.

Anpolz_5.jpg

Με τη σύγχρονη τεχνολογική πραγματικότητα, η μουσική δημιουργία είναι προσβάσιμη σε όλους. Πώς πιστεύεις ότι επηρεάζει αυτή η DIY λογική το μουσικό τοπίο;

Πιστεύω ότι έχει βοηθήσει πάρα πολύ τη μουσική. Παλιότερα χρειαζόσουν ένα πολύ μεγάλο μπάτζετ για να νοικιάσεις στούντιο και να βρεις εταιρεία να κυκλοφορήσει τον δίσκο σου. Η οποία είχε και άποψη για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, ώστε να το κάνει πιο εμπορικό. Σήμερα μπορείς με δυο μικρόφωνα, μία κάρτα ήχου και δύο φίλους να βγάλεις το πόνημά σου στο iTunes και να πεις «να ποια είναι η αλήθεια μου»· κι αυτό να φτάσει στις άκρες του κόσμου. Ο Ibrahim Maalouf αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα, γιατί είναι πολύ γνωστός πλέον. Ξεκίνησε όμως φτιάχνοντας έναν δίσκο μόνος του. 

Ο ήχος σου συνδυάζει μια βόρεια αισθητική με ένα έντονα μεσογειακό χρώμα. Πώς πιστεύεις ότι επηρέασαν οι διεθνείς σπουδές σου, αλλά και οι ποικίλες σου προσλαμβάνουσες, τον τρόπο με τον οποίον προσεγγίζεις τη μουσική;

Οι σπουδές πιστεύω ότι με βοήθησαν να βγάλω από μέσα μου εκείνο που άκουγα. Ειδικότερα αυτές στο Άμστερνταμ βοήθησαν πολύ, γιατί κάθε μέρα τζαμάραμε με μουσικούς από όλον τον κόσμο. Οπότε ένας Νορβηγός θα μου μάθαινε τη μουσική του Arve Henriksen ή του Mathias Eick, ενώ εγώ θα τον έφερνα σε επαφή με εκείνη του Paolo Fresu. Έπειτα, μέσω της ατόπου απαγωγής, εξέλιξα τη μουσική μου: είπα ότι δεν θέλω να κάνω αυτό, αυτό κι αυτό. Και μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας ανακάλυψα τον ήχο μου. 

Αυτή η ώσμωση με πολύ διαφορετικούς καλλιτέχνες συμβαίνει φαντάζομαι και τώρα, στις περιοδείες με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου...

Αυτό που συμβαίνει με τον Θανάση είναι πολύ ιδιαίτερο. Γιατί είναι 3-4 άτομα που παίζουν τζαζ, ένας ροκοπανκάς κιθαρίστας (Παντελής), ένα παραδοσιακό και ενίοτε πιο εμπορικό κλαρίνο (Αντωνιάδης), ο Μυστακίδης ο οποίος παίζει ρεμπέτικα και ο Θανάσης –που είναι αυτό που είναι. Αλλά αυτό που κάνει ο Θανάσης είναι πως μας αφήνει χώρο να βάλουμε στη μουσική του το χρώμα του καθενός μας, το οποίο μεταμορφώνει τα τραγούδια και τον τρόπο με τον οποίον παίζονται τόσα χρόνια. 

Anpolz_6.jpg

Παρότι μικρός σε ηλικία, το κασέ σου ήδη προσμετρά μεγάλες επιτυχίες και συνεργασίες «ειδικού βάρους». Σε αγχώνουν καθόλου οι προσμονές του κοινού σου;

Όχι, δεν με αγχώνει καθόλου κάτι τέτοιο. Κάνω αυτό που πιστεύω και νιώθω κάθε φορά: κάθε δίσκος είναι καταγραφή μιας συγκεκριμένης στιγμής. Προσπαθώ να παίζω μουσική με απόλυτη ειλικρίνεια. Αν κάποιος πάρει τη μουσική μου, αισθανθεί όμορφα και κερδίσει κάτι, είμαι απόλυτα ικανοποιημένος. Και νομίζω πως σταματάει εκεί, γιατί δεν προσπαθώ να κάνω όσο περισσότερο κόσμο μπορώ χαρούμενο, φτιάχνοντας κάτι εμπορικό. Αν προσπαθήσεις να ικανοποιήσεις τους πάντες, στο τέλος δεν θα ικανοποιήσεις τον εαυτό σου. Κι αυτό έχει σχέση και με την αλήθεια που λέγαμε πριν και το σκέφτομαι τώρα, με τη συζήτησή μας. Υπάρχει πολλή μουσική εκεί έξω που έχει γίνει με κύριο γνώμονα τα χρήματα.

Πολλές φορές έχει περισσότερη σημασία ο σκοπός κι όχι το ίδιο το αποτέλεσμα...

Υπάρχει μεγάλη αλήθεια σ' αυτό. Θυμάμαι κάποτε άκουγα μια κασέτα με ακουστικά και με πήρε ο ύπνος κι όταν ξύπνησα αισθάνθηκα σα να είχα πάει ένα ταξίδι. Και είπα ότι τη στιγμή που θα μπορώ να προκαλέσω κάτι ανάλογο με τη μουσική μου, ο στόχος μου θα έχει επιτευχθεί. Κι αν μάλιστα καταφέρω να ταξιδεύω κι εγώ ταυτόχρονα με το κοινό, θα είμαι ευτυχισμένος. Ακόμα και σήμερα αυτός παραμένει ο στόχος μου. 

Anpolz_7.jpg

Από την πρώτη φορά που σε είδα επί σκηνής, μου προκάλεσε εντύπωση η ένταση της εκτέλεσης, αλλά και μία ιδιαίτερη εσωτερικότητα. Πώς βρίσκεις την ισορροπία και πώς πιστεύεις πως μεταφράζεται αυτό στο κοινό;

Όταν παίζω, ειδικά τζαζ, δεν έχω απόλυτη συναίσθηση του κόσμου γύρω μου. Τη στιγμή που παίζω μια μελωδία, μπαίνω εντελώς στη στιγμή και με συνεπαίρνει η μουσική. Είναι σαν ένα «τριπ», αλλά χωρίς τις ουσίες. Η αμεσότητα που υπάρχει μεταξύ των μουσικών και οι δονήσεις τις οποίες αισθάνεσαι, μετατρέπουν τη στιγμή σε κάτι μαγικό. Τότε λοιπόν είναι αδύνατον να κοιτάξω το κοινό. Όταν τελειώσει το κομμάτι, παρατηρώ τις αντιδράσεις του. Οπότε και πάλι επιστρέφουμε στην προσωρινότητα. Τη στιγμή της εκτέλεσης είσαι χαμένος μέσα στη μουσική. Κι αυτό, για τους μουσικούς, είναι το πιο εθιστικό ναρκωτικό.

Τα επόμενα σχέδια;

Σίγουρα να παίξουμε πολλά live για το επόμενο project, μια ηχογράφηση στην Πάρο με 4 Γάλλους μουσικούς, η οποία θα εκδοθεί από μια γαλλική εταιρεία. Επίσης, ένας δίσκος εμπνευσμένος από τις ιστορίες για νεράιδες που ηχογράφησα τη γιαγιά μου να διηγείται (με εμένα σε διάφορα όργανα από πίσω) και βέβαια ο δίσκος που προανέφερα, με τις μυρωδιές. Και τέλος, ότι τον Σεπτέμβρη μετακομίζω στη Γαλλία! 

Αυτό είναι μετακόμιση ή φυγή;

(γέλια) Σίγουρα δεν είναι φυγή. Τα επαγγελματικά σχέδια και η ανάγκη μου να είμαι πιο συνδεδεμένος με την ευρωπαϊκή σκηνή, είναι οι παράγοντες που με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Στην Ελλάδα μπορείς να είσαι πολύ εύκολα ευτυχισμένος, αν τα έχεις βρει με τον εαυτό σου. Ο καιρός, ο ήλιος, το φαγητό και οι φίλοι είναι μαγνήτης. Αλλά αν θέλεις να παίξεις τη μουσική που θέλεις σε όλο τον κόσμο, είναι σχεδόν αδύνατον να συμβεί εδώ. Λέω μία ιστορία συχνά, που όταν ο κιθαρίστας των Noir Désir με άκουσε σε ένα προάστιο του Παρισιού μου πρότεινε να παίξω στη θέση του Ibrahim Maalouf, ο οποίος είχε πολλές υποχρεώσεις εκείνη την περίοδο. Να τι λείπει στην Ελλάδα: η ευκαιρία.