search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Κάθε φορά που συνομιλώ με τον Μανώλη Γαλιάτσο, ξαναϋπογράφω ότι είναι από εκείνους που σίγουρα δικαιούνται να φέρουν τον τίτλο «καλλιτέχνης»: φιλομαθής ακόμα και μέσα στον περφεξιονισμό του, αρειμάνια ενδελεχής και απαράμιλλα εξωστρεφής μέσω των έργων του, αλλά και όταν χρειάζεται να μιλήσει για αυτά. Αφορμή για τη συζήτησή μας, η έκδοση του καινούργιου του δίσκου Ανεπαίσθητες Αποκλίσεις…

Έχω την εντύπωση ότι ποτέ δεν πέσατε στην παγίδα που λέει ότι πίσω από τη συνεχόμενη παραγωγή συνθέσεων και ιδεών καιροφυλακτεί η απουσία έμπνευσης. Τα τελευταία χρόνια η μουσική και οι ηχογραφήσεις σας ξεχύνονται σαν χείμαρρος.

Όπως έλεγε και ο Μπορίς Βιάν, «Έχετε δίκιο, είμαι ξεκαρδιστικός». Πιστεύω λοιπόν ότι η έμπνευση ή είναι διαρκής, ή, διαφορετικά, δεν υπάρχει καθόλου. Εμφανίζεται όμως ενίοτε κάτι που έχει τα χαρακτηριστικά έμπνευσης –αλλά δεν είναι– και τότε έχουμε την πραγματική παγίδα στην οποία αναφέρεστε στην ερώτησή σας. Αυτή η απομίμηση έμπνευσης είναι κάτι πολύ κακό, με σαδιστική φύση, προορισμένη να βασανίζει λεπτές και μ' ευαίσθητα νεύρα καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες. Την απομίμηση έμπνευσης ο καλλιτέχνης την περιμένει με ανοιχτό το στόμα, στην αληθινή έμπνευση μένει με ανοιχτό το στόμα. Η πρώτη εικόνα είναι μια εικόνα βλακείας• η δεύτερη, μια εικόνα αποκάλυψης. Ας πούμε εν κατακλείδι ότι η έμπνευση είναι όπως ένα ατίθασο άλογο: αν πρέπει να το δαμάσεις, κάν' το μια και καλή. Διαφορετικά θα σ' αφήνει μια φορά να νομίζεις ότι το κατάφερες, για να σου τσακίσει άλλες εκατό τα κόκαλα!

Magal_2Έχω την εντύπωση ότι στις Ανεπαίσθητες Αποκλίσεις δοκιμάσατε διαφορετική λογική στην τελική μίξη. Πολλαπλές στοιβάδες ήχου σε αντίθεση με προηγούμενες ηχογραφήσεις, όπου υπήρχαν βασικές πλατφόρμες ήχου και πάνω τους περνούσαν στο έμπροσθεν όργανα κεντώντας πάνω στη βασική μελωδία –αν όχι με σολιστικό τόνο/τρόπο, στα σίγουρα παρελαύνοντας μέσα στην ενορχήστρωση…

Θα σας ενδιέφερε ίσως να σας πω κύριε Τζιρίτα ότι ο περισσότερος χρόνος στην προετοιμασία των δίσκων μου αναλώνεται στη συνολική επεξεργασία του ήχου. Συνηθίζω να λέω ότι μια σύνθεση δεν πρόκειται ποτέ να γίνει καλύτερη εξ αιτίας του ήχου. Μια καλή σύνθεση όμως, με τον σωστό ήχο, μπορείς –πέρα από το να την εκτιμήσεις– να την ερωτευθείς κιόλας! Συγκεκριμένα τώρα, γι' αυτό που αναφέρετε ως «στοιβάδες ήχου» (και αν καταλαβαίνω σωστά τι εννοείτε), υπάρχουν πράγματι σε κάποια από τα κομμάτια των Ανεπαίσθητων Αποκλίσεων, όπως για παράδειγμα στο "Ο Οργανίστας Της Οδού...". Αυτό όμως αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο της σύνθεσης ομού με την ενορχήστρωσή της και όχι μια τελική επιλογή στο στάδιο της μίξης. Ανήκει, ως ιδέα, στην ανάγκη του ανεξάντλητου της μουσικής ακρόασης, στις απεριόριστες δηλαδή δυνατότητες να πιάνουμε το νήμα κάθε φορά από διαφορετική ηχητική αφετηρία και να αναδιαμορφώνουμε εκ νέου τη μουσική αφήγηση, ανάλογα με τις αποφάσεις της στιγμής. Στοιχεία μιας τέτοιας λογικής θα δείτε ήδη να περιγράφονται στο πλαίσιο της πρώτης ιστορίας των Ανεπαίσθητων Αποκλίσεων. Θα το αποτύπωνα, με έμφαση στην αντίφαση, ως μιαν ανάγκη για χαώδη τάξη.

Το ηλεκτρικό κλαβιέ της εναρκτήριας σύνθεσης φανερώνει κάτι παραπάνω από μια κλασική τριβή με την prog και art αγγλική σκηνή της δεκαετίας του 1970. Είναι λάθος η κρίση μου; Πόσο έχετε εντρυφήσει στη συγκεκριμένη φόρμα έκφρασης;

Όταν τελείωσα τις μουσικές μου σπουδές με τον Γ. Α. Παπαϊωάννου, ένιωσα την απόγνωση ενός ανθρώπου ο οποίος διαπίστωνε ξαφνικά ότι ήταν απόλυτος δέσμιος των μαθητικών του αυτοματισμών. Επέβαλα λοιπόν στον εαυτό μου υποχρεωτική αποχή για πολύ μεγάλο διάστημα, προκειμένου να «ξεμάθω» και να ξαναπλησιάσω τις γνώσεις μου με καινούρια, διαφορετική ερμηνεία. Ανακάλυψα έτσι ότι ο συνθέτης συνίσταται ακριβώς σ' αυτό: είναι κάποιος που μπαίνει στο ρεύμα της μουσικής κουβαλώντας μαζί του τα δικά του παιχνίδια, τον δικό του, προσωπικό τρόπο και κόσμο, τις  ιδιαίτερες, δικές του εσωτερικές εγγραφές. Αποφάσισα έκτοτε ότι η ζωή είναι πολύ μικρή –και του συνθέτη ακόμα μικρότερη– για να πρέπει διαρκώς να μαθαίνω και να ξεμαθαίνω. Σήμερα, τόσους αιώνες μετά, η μόνη «γνώση» την οποία επιβάλλω στον εαυτό μου είναι ότι λειτουργώ ως tabula rasa. Ρίχνω δηλαδή ένα γρήγορο βλέμμα στο αχανές της μουσικής, ξεχνάω τα πάντα και ξεκινάω. Η κίνησή μου στη σύνθεση είναι καθαρή και φυσική κίνηση ενστίκτου. Είναι έξω από τη λογική μου να ακολουθήσω οποιοδήποτε προαποφασισμένο ύφος ή μουσικό ιδίωμα. Ο δρόμος για την τελική έκβαση είναι για μένα η πλατυτέρα των λεωφόρων, καθώς είναι στρωμένος με δημιουργημένη, ευεργετική άγνοια.  

Magal_3Ήθελα επίσης να ρωτήσω για τα κρουστά, τα οποία όπως φαίνεται χειρίζεστε εσείς στην ηχογράφηση. Είναι απόφασή σας ηθελημένη να ακούγονται τόσο ξερά και χωρίς ηχώ; Ίσως για να αποδώσουν περισσότερο μετρονομία και λιγότερο ατμόσφαιρα;

Χαίρομαι για την ερώτηση που μου κάνετε κύριε Τζιρίτα, γιατί προϋπήρχε και περίμενε εκείνον που θα την υποβάλλει! Όπως ξέρετε, όσο πιο στεγνό, χωρίς βάθος, αφήνουμε ένα όργανο, τόσο περισσότερο ενισχύουμε την ατάκα του –τη στιγμή δηλαδή της επαφής, του χτυπήματος. Τα κρουστά στις Ανεπαίσθητες Αποκλίσεις είναι λοιπόν το σημείο αιχμής της τρέλας, της βίας των εκρήξεων αλλά και της έκρηξης χαράς, των κυρίαρχων αυξομειώσεων στο σύντομο πέρασμα από την ψυχεδέλεια, της σταθερής επαναφοράς, των παραληρηματικών αντιχρονισμών, των έσωθεν κι έξωθεν δονήσεων. Στην τρέλα δεν ταιριάζει να τοποθετείται ως ευγενική ατμόσφαιρα στο φόντο• ταιριάζει ο παροξυσμός, δηλαδή το ευδιάκριτο χτύπημα. Έτσι λοιπόν τα κρουστά συμμετέχουν αφηγούμενα τη δική τους  παράπλευρη, ευσύνοπτη ιστορία της τρέλας, την οποίαν υπογραμμίζουν με την ισχυρή φυσική παρουσία τους.  

Θεωρείτε ότι προβάλλεται περισσότερο το αδιέξοδο ή η ελπίδα στο έργο σας; Έχω την εντύπωση ότι κατά περιόδους υπάρχουν σ' αυτό και οι δύο χρωματισμοί. Άλλες φορές δηλαδή προκρίνεται τελικώς η ελπίδα, κάποιες άλλες όμως κεντιέται στις συνθέσεις σας, πασίδηλα, ο ζόφος του ανερμάτιστου λαβυρίνθου...

Άλλοτε οι συνθέσεις μου έχουν φως που περιέχει φως, το οποίο εκτοξεύει άλλο φως, που διαχέεται μεσ’ στο φως κι άλλοτε έχουν σκοτάδι απ' το οποίο ξεπροβάλλουν λάμψεις φωτός. Φανταστείτε το πιο αδιαπέραστο σκότος και μέσα του την πιο ελάχιστη αχτίδα φωτός. Τι είναι αυτό που θα προσέξετε; Το φως, φυσικά. Τι είναι το σκοτάδι; Η υπέρτατη υπενθύμιση του φωτός. Και ποιοι είναι μεγαλύτεροι ονειροπόλοι του φωτός, αν όχι όσοι σκέφτονται τη φυλακή του μ' ορθάνοιχτα μάτια στο σκοτάδι; Φως λοιπόν κι άλλο φως κι άλλο φως κι άλλο φως... Φως, περισσότερο φως!

Magal_4Οι ιστορίες του νέου σας δίσκου αρμολογούνται στη βάση του βιβλίου των Ανεπαίσθητων Αποκλίσεων, κάτι που θυμίζει επινοήσεις όπως για παράδειγμα το Λεξικό των Χαζάρων. Με ποιον τρόπο και για ποιον λόγο ο καλλιτέχνης επινοεί ενίοτε καινούργιες γαίες, τις οποίες χρησιμοποιεί ως θύλακες εξόδου από το πραγματικό; Το πραγματικό (και η ίδια η παραισθητικότητα που το χαρακτηρίζει) είναι κατά τη γνώμη μου εις το άπειρο, έτσι ώστε να δομεί συνεχώς καινούργιες «χλωρίδες» ή «πανίδες» στις οποίες μπορεί να κινηθεί ένας συνθέτης. Εσείς γιατί καταφύγατε λοιπόν σε μια τέτοια επινόηση; Τι εξυπηρετεί και ποιες δυσκολίες εμπεριέχει;

Μα, το φανταστικό είναι η βαθιά ρίζα της πραγματικότητας –και τα πιο ψηλά της κλαδιά, επίσης! Ξεκινάτε από μια θέση στην οποία το φανταστικό στέκεται κάπου έξω απ' την πραγματικότητα και την αντιστρατεύεται. Έτσι όμως υποβαθμίζετε την πραγματικότητα, διότι η πραγματικότητα εμπεριέχει το φανταστικό, κάτι που την εμπλουτίζει απίστευτα. Οτιδήποτε εντός πραγματικότητας ξεπερνάει τα βασικά ερμηνευτικά όρια του ντετερμινισμού και εμπίπτει στην ουσία του φανταστικού. Νομίζετε ότι μπορεί να υπάρξει σοβαρή (ρεαλιστική ή όχι) τέχνη δίχως επίγνωση της ύπαρξης του φανταστικού; Υπάρχει η πραγματικότητα, υπάρχει το φανταστικό και κάπου ανάμεσα κινείται η τέχνη, για να εξευμενίσει τη ρευστοποίηση των ορίων. Όλα τα υπόλοιπα είναι θέμα αναλογιών και ποιοτικών υπερβάσεων: ως εδώ ρεαλισμός, από 'κει και πέρα φανταστικό. Και τι θα απέμενε –εν τέλει– από την τέχνη, αν της αφαιρούσαμε το φανταστικό; Αυτό που ονομάζετε «θύλακες εξόδου από το πραγματικό», είναι ένα περιβάλλον στο οποίο εγώ ζω. Το γεγονός όμως ότι σας δίνω συνέντευξη, δείχνει ότι δεν είμαι λιγότερο πραγματικός, ή ότι είμαι όχι περισσότερο φανταστικός από εσάς. Προσωπικά αποδέχομαι στην τέχνη οτιδήποτε έχει να μου επιδείξει μιαν εικόνα βάθους. Αδιαφορώ, επί παραδείγματι, για το μεταφυσικό με την τρέχουσα έννοια, πιστεύω όμως στον Νοσφεράτου. Περίπου δηλαδή όπως κι ο Πολάνσκι πίστευε στο Μωρό της Ρόζμαρι. Εσείς δεν πιστεύετε;