search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Οι δυο Θεσσαλονικείς με τα πολλά και περίεργα μουσικά όργανα έκαναν την έκπληξη τo 2008, όταν έφτιαξαν τη δική τους εκδοχή για το soundtrack της βωβής ταινίας του Mikio Naruse, Yogoto No Yume. Σήμερα επανέρχονται με αυθύπαρκτες εμπνεύσεις κι ένα νέο άλμπουμ, το οποίο θα παρουσιάσουν την Κυριακή 30/10 στο 6 D.O.G.S. Με αυτήν την αφορμή κλήθηκαν ως αδιαίρετο ντουέτο να απαντήσουν στις ερωτήσεις μας για τη νέα δισκογραφική τους κυκλοφορία και για την ελληνική –όχι μόνο μουσική– πραγματικότητα. Και το έπραξαν προθύμως…

Ποια είναι η κεντρική ιδέα πίσω από το Garden Novels και από πού αντλήσατε έμπνευση για να φτιάξετε το νέο σας άλμπουμ;

Η έμπνευση και η κεντρική ιδέα του Garden Novels δεν ήταν κάτι που προϋπήρξε της διαδικασίας. Ξεκινώντας να αποτυπώνουμε το υποσυνείδητό μας σε νότες, κρατήσαμε όσα στοιχεία θεωρήσαμε ότι έχουν μια κοινή αισθητική, πετάξαμε πολλά άλλα, φτιάχνοντας αυθόρμητα ένα ευέλικτο λεξιλόγιο με το οποίο στη συνέχεια δουλέψαμε. Αποκωδικοποιώντας το τελικό αποτέλεσμα, διαπιστώσαμε μια έντονη ατμόσφαιρα εξοχής, ένα κοινό άρωμα βρεγμένου κήπου, όπως αποδόθηκε εξάλλου τόσο στο artwork όσο και στα ίδια τα mini novels...
 
Το υλικό για το άλμπουμ το φτιάξατε μετά το Every Night Dreams ή μερικά κομμάτια είχαν γραφτεί από παλιά;

Ουσιαστικά, η ανάθεση για το Every Night Dreams από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης «διέκοψε» τις ηχογραφήσεις για τον πρώτο μας full-length δίσκο (όπως τουλάχιστον τον φανταζόμασταν τότε), οπότε κάποιες ιδέες υπήρχαν από πριν, όπως το κομμάτι “Desert Flags”. Όλα τα υπόλοιπα αγνοούνται σε παλιούς σκληρούς δίσκους...

Yhim_3
 


Σε αυτόν τον δίσκο χρησιμοποιείτε σε μικρή κλίμακα και φωνητικά. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα crash test, έναν προάγγελο των επόμενων κυκλοφοριών; Ή για μια ανάγκη έκφρασης;

Ήταν μια ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε επιτέλους κι ένα όργανο που κουβαλιέται εύκολα –τις φωνές μας! Δεν γνωρίζουμε αν θα το ξαναεπιχειρήσουμε στο μέλλον, εξαρτάται κυρίως από το αν τα ίδια τα κομμάτια θα μας το ζητήσουν.
 
Το λεκτικό κομμάτι της μουσικής έκφρασής σας δεν είναι στα ελληνικά, αλλά στα αγγλικά. Αγγλικό το όνομα της μπάντας, αγγλικοί οι τίτλοι των κομματιών, αγγλικά και τα λόγια που γράψατε. Γιατί δεν εκφράζετε αυτά που θέλετε να πείτε στη φυσική, μητρική σας γλώσσα;

Είναι μάλλον η ερώτηση που θα συνηθίσουμε να μας κάνουν... Οφείλεται πρωτίστως στο ότι στα ελληνικά, λόγω του δεδομένου γλωσσικού πλούτου, πρέπει να είσαι ικανός ποιητής για να εκφράζεσαι και να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Δεύτερον, στο γεγονός ότι ξένη ήταν η μουσική που ακούσαμε περισσότερο μεγαλώνοντας. Και τρίτον, στο ότι ευελπιστούμε να ακουστεί κάποτε η μουσική μας και παραέξω.

Πολλά μέσα, στην προσπάθειά τους να περιγράψουν τη μουσική σας, λένε ότι παίζετε μουσική από τη Νορμανδία. Έχει κάποια βάση αυτός ο τοπικός προσδιορισμός; Και ποιος είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα στην βαλκανική Θεσσαλονίκη και τη βορειοευρωπαϊκή Νορμανδία;

Η παρεξήγηση είναι τεράστια και αναπαράγεται συνεχώς. Ρίζα του «κακού» είναι το πρώτο βιογραφικό που αναρτήσαμε στο MySpace, όπου εν έτει 2006 ακούγαμε κάποιες μπάντες από τη Βρετάνη και τη Νορμανδία –βλέπετε, η χαρά του πρώτου ADSL: σύγχρονους φολκ μουσικούς, οι οποίοι μας επηρέασαν στο να παρατήσουμε τους ενισχυτές και να εμβαθύνουμε σε πιο ακουστικά όργανα. Υπό αυτές τις συνθήκες οφείλαμε να αναφέρουμε και τη Νορμανδία ως επιρροή. Τώρα, με τα αλλεπάλληλα copy/paste, πώς από μια επιρροή καταλήξαμε να παίζουμε παραδοσιακή νορμανδική –ή και νορβηγική για κάποιους– φολκ ούτε κι εμείς το καταλάβαμε. Άρα σύνδεσμος δεν υφίσταται.

Yhim_2

Έχει καλλιεργηθεί η άποψη ότι οι δίσκοι που φτιάχνουν ελληνικές μπάντες είναι σαφώς πιο αναβαθμισμένες κυκλοφορίες σε σχέση με το παρελθόν. Συμφωνείτε ότι βλέπουμε μια καλλιτεχνική «άνθηση» σε αυτό το πεδίο; Ή απλώς βελτιώθηκε το μέσο (δισκογραφικές, τεχνολογία κτλ.);

Ναι, το αναγνωρίζουμε κι εμείς και μας χαροποιεί ιδιαίτερα. Η τεχνολογία βοήθησε σημαντικά, αλλά αυτό δεν περιορίζεται στην ευκολία που μπορεί κάποιος πλέον να ηχογραφήσει και να διακινήσει τη μουσική του. Είναι σοβαρό το πλεονέκτημα, λύνει όμως τα χέρια σε όλους –όπως και σ' όσους δεν έχουν να προσφέρουν κάτι καλλιτεχνικά. Η διαφορά είναι ότι μουσικοί που όντως έχουν ταλέντο έρχονται πλέον σε επαφή με το χάος της πληροφορίας, έχουν περισσότερες προσλαμβάνουσες, εξελίσσονται γρήγορα, τυγχάνουν ευκολότερα αναγνώρισης, πιστεύουν τελικά σ' ό,τι κάνουν. Κι έτσι έχουμε αυτήν την πρωτόγνωρη παραγωγή στην οποία αναφέρεστε. 
 
Ποιοι δίσκοι των τελευταίων χρόνων, που ηχογραφήθηκαν από Έλληνες, δείχνουν κατά την άποψή σας ότι η χώρα μας δεν είναι ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης;

Αν και σίγουρα ξεχνάμε πολλούς, θα πούμε την Άγρια Χλόη του Κάπα Βήτα, το Time And Timing των S.Ink, το Hercut από τους My Wet Calvin, το Please Make Me Dance του The Boy και τον τελευταίο δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, με τίτλο Ο Ελάχιστος Eαυτός.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η οικονομική κρίση καθορίζει πλέον τα πάντα, με αρνητικό τρόπο φυσικά. Πώς επηρεάζεται η μουσική σας από το κλίμα της καθημερινότητας;

Σπαταλούμε πολλή ενέργεια να προστατεύσουμε τη μουσική μας από τον αρνητισμό και τη μιζέρια, που η εποχή θέλει να επιβάλλει στα πάντα. Η αναπόφευκτη επιρροή, όμως, δεν μεταφράζεται τόσο σε επίπεδο σύνθεσης και θεματολογίας της μουσικής μας, όσο στον χρόνο και στην πνευματική διαύγεια η οποία μας απομένει για να ασχοληθούμε μαζί της. Μπαίνοντας στο στούντιο προσπαθούμε να παγώσουμε κατά κάποιον τρόπο οτιδήποτε στενάχωρο και απαισιόδοξο μας απασχολεί και να ξεφύγουμε από όλα.
 
Θα φεύγατε από την Ελλάδα για να μείνετε μόνιμα στο εξωτερικό, σε κάποια χώρα που και δουλειές καλύτερες υπάρχουν, αλλά και η μουσική σας θα μπορούσε να συναντήσει μεγαλύτερα ακροατήρια;

Θα ήταν μεγάλο ψέμα να πούμε ότι δεν περνάει από το μυαλό μας. Από την άλλη όμως, αν υπήρχε όντως αυτού του είδους η «γη της επαγγελίας», νομίζω θα βρίσκονταν ήδη όλοι εκεί. Κακά τα ψέματα, πουθενά στον κόσμο δεν είναι όλα ρόδινα: ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος και τα προβλήματα βρίσκονται παντού, απλώς σε διαφορετικές μορφές. Δεν είναι ότι απολαμβάνουμε την ελληνική πραγματικότητα, όμως οι φίλοι, οι δουλειές μας και η αφελής αισιοδοξία μας μάς θέλουν να το παλεύουμε για λίγο ακόμα από εδώ...