search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Με το άλμπουμ Ο Τζον Τζον Ζει να δημιουργεί αίσθηση από τον τίτλο του και μόνο, δύο από τους τρεις βασικούς συντελεστές του, η ερμηνεύτρια Ανδριάνα Μπάμπαλη και ο στιχουργός Νίκος Μωραΐτης, μας εξηγούν πώς κατάφεραν –παρέα με τον Στάμο Σέμση– να μας χαρίσουν μία από τις καλύτερες δουλειές του 2010. Φυσικά, όταν έχεις έναντί σου δύο τόσο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, βρίσκεις την ευκαιρία να συζητήσεις πολύ περισσότερα πέρα από τον clean-cut, υπέρκομψο σύντροφο της Μπίμπι Μπο... 

 

Δεν μπορώ να μην ξεκινήσω από τον τίτλο του καινούργιου σας άλμπουμ. Απλά ένας πρωτότυπος τίτλος ή και κάτι παραπάνω; 

Ανδριάνα Μπάμπαλη:Έχει το παιχνίδι του ο συγκεκριμένος τίτλος. Νομίζω πως, κυρίως, αναφέρεται στη χαμένη μας αθωότητα και παιδικότητα. Ζει ο Τζον Τζον, το ιδανικό, το παιδικό όνειρο; Ή έχει χαθεί προ πολλού; Σε πρώτο άκουσμα νομίζει κανείς πως πρόκειται για άλλο ένα ελαφρύ ποπ τραγούδι, όμως έχει και το άλλο του επίπεδο –το όποιο δεν αντιλαμβάνονται όλοι... Έχει νομίζω μια χαριτωμένη ειρωνία και μια ξαφνική γείωση: «Μα καλά εσύ ήσουν, τι κρίμα…», καταλήγει.  

Νίκος Μωραΐτης: Όταν έγραφα τον συγκεκριμένο στίχο, είχα στο μυαλό μου την Ανδριάνα Μπάμπαλη ως μία Αρλέτα του σήμερα. Ήθελα ένα τραγούδι που να μιλάει για «το τρυφερό σου ροζ» της γενιάς της (η οποία είναι και γενιά μου). Ο πρίγκιπας του παραμυθιού, για τη γενιά εκείνη, ήταν λοιπόν ο Τζον Τζον, ο «φίλος» της Μπίμπι Μπο. Μόνο που, τώρα που εκείνα τα κορίτσια μεγάλωσαν, δεν ζει σε ροζ συννεφάκι, αλλά πίσω από τις ροζ σελίδες μίας οικονομικής εφημερίδας. Η πλήρης κατάρρευση του παιδικού ζαχαρωτού! «Ο Τζον Τζον ζει» σημαίνει ότι ζει η παιδική μας ηλικία. Κάπου κρυμμένη μέσα μας, απωθημένη αλλά τόσο υπαρκτή... 

Ενώ έχετε ξανασυνεργαστεί, είναι η πρώτη φορά που βρίσκεστε Μπάμπαλη, Μωραΐτης και Σέμσης και οι τρεις μαζί. Πώς προέκυψε αυτή η ευτυχής καλλιτεχνική συνάντηση;

Α.Μ.:Εχουμε συνεργαστεί σε διάφορες φασεις, αλλά τώρα μας ένωσε ο Νίκος Μωραΐτης. Είχε ξεκινήσει ήδη να ετοιμάζει τραγούδια με τον Στάμο και σκέφτηκε εμένα. Εγώ ήμουν διαθέσιμη και ανταποκρίθηκα άμεσα. Στην ομάδα μπήκε και ο ενορχηστρωτής Άκης Κατσουπάκης και ολοκληρώθηκε η ομάδα! Δουλέψαμε ανενόχλητοι, συγκεντρωμένοι και κυρίως ελεύθεροι. Το αποτέλεσμα μας έκανε όλους νομίζω πολύ περήφανους... 

Ν.Μ.: Ο Στάμος ήθελε να κάνουμε έναν δίσκο οι δυο μας. Εγώ ήθελα, αν ήταν να ξαναβρεθούμε, να κάνουμε ιδιαίτερα τραγούδια και να τα πει μία ιδιαίτερη προσωπικότητα. Η πρώτη που σκέφτηκα ήταν η Ανδριάνα. Του το είπα στο πρώτο λεπτό, συμφώνησε στο δεύτερο, στο τρίτο την πήραμε τηλέφωνο και το ίδιο απόγευμα βρισκόταν στο σπίτι του Στάμου, άκουγε κάποια demo και έλεγε «ωραία, πότε ξεκινάμε;».  

Στη συνεργασία των τριών σας υπήρξε αλληλοσυμπλήρωση ή το κάθε κομμάτι λειτούργησε χωριστά και απλά ενώθηκαν στο τέλος;

Ν.Μ.: Ο καθένας ήταν υπεύθυνος για τον ρόλο του και εντελώς ελεύθερος σε αυτόν. Με άφησαν να γράψω ό,τι ήθελα πάνω σε μελωδίες που ο Στάμος έγραψε όπως ήθελε και η Ανδριάνα ύστερα ακούμπησε τη φωνή της στα τραγούδια όπως ένιωσε. Τρεις ελευθερίες ενωμένες σε μία. Από την πλευρά μου, αυτό ήταν λύτρωση. Γιατί δεν είχα έναν τραγουδιστή πάνω από το κεφάλι μου να μου λέει «εδώ δεν καταλαβαίνω τι λέει» ή «αυτή η λέξη μου κλωτσάει» –όλη αυτή την καταπίεση που περνάω συνήθως για να αλλάξουμε τον στίχο και να τον κάνουμε...χειρότερο. 

Α.Μ.:Νομίζω πως αυτό είναι το κύριο συστατικό, η όλη χημεία μεταξύ μας. Υπήρχαν μελωδίες π.χ. που είχε γράψει ο Στάμος για συγκεκριμένες καταστάσεις, για τις οποίες έγραψε ο Νίκος χωρίς να τις γνωρίζει. Μαγικό σχεδόν! Εμένα μου άρεσαν πολύ τα τραγούδια και τα έφερα στα μέτρα μου με βοήθεια βέβαια απ’ όλους, και ζόρι μερικές φορές. Γενικά πάντως όλα κύλησαν χωρίς προσπάθεια και χωρίς υποδείξεις ή κόντρες μεταξύ μας. Από μια άποψη, όλοι ήμασταν ελευθεροι να κάνουμε τη δουλειά μας όπως ξέρουμε. 

Στο άλμπουμ ακούει κανείς από κιθάρες και beat μέχρι λαϊκές και παραδοσιακές μελωδίες –έστω και πειραγμένες. Πώς καταφέρατε αυτήν την πολυμορφία, χωρίς να θιχτεί η φυσιογνωμία της δουλειάς; 

Α.Μ.:Όταν οι δημιουργοί είναι δύο, μοιραία συμβαίνει κάτι τέτοιο. Υπάρχουν πολλές «γωνίες» στη δημιουργική γκάμα του καθένα, αλλά η βάση είναι μία, ένας άνθρωπος. Αυτό διατηρεί το δέσιμο και την ομοιομορφία, όχι όμως απαραίτητα μια βαρετή επανάληψη, την οποία πιστεύω αποφύγαμε. Κάθε κομμάτι έχει κι άλλο φώς… Οι ενορχηστρώσεις και το «χέρι» του Κατσουπάκη έδεσαν ακόμα πιο πολύ το σύνολο. 

Ν.Μ.: Νομίζω ότι «το ταλέντο Στάμος» δίνει από μόνο του την καλύτερη απάντηση. Απλώς, και από την πλευρά μου, να σημειώσω πόσο καθοριστική υπήρξε η συμβολή του Άκη Κατσουπάκη στην ενορχήστρωση.   

Στον δίσκο θίγονται από θέματα σχέσεων μέχρι σημαντικά κοινωνικά ζητήματα, όπως η μετανάστευση. Είναι απαραίτητο πιστεύετε η τέχνη να μην κλείνει τα αυτιά και τα μάτια σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, όπως έκανε σε άλλα χρόνια;

Ν.Μ.: Για μένα η τέχνη είναι μάτια, στόμα, αφτιά, χέρια, κύτταρα ενός ευαίσθητου ανθρώπου, ανοιχτά σε ό,τι συμβαίνει γύρω. Δεν είναι μια ματιά από το παράθυρο. Είναι το παράθυρο.  

 Α.Μ.:Είναι και αυτός ρόλος της τέχνης, που έχουμε ξεχάσει. Έχω φίλους μουσικούς οι οποίοι λένε πως, αν η μουσική δεν σε κάνει να χορεύεις, δεν έχει καμία αξία. Διαφωνώ. Η μουσική δεν είναι μόνο για «κουνήματα». Κάποτε έπαιζε επαναστατικό ρόλο στη ζωή του κόσμου. Απλά το πολιτικό τραγούδι είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο: αν δεν θέλεις να γίνει γραφικό και σύνθημα γηπέδου, θέλει πολύ δυνατό χειρισμό του λόγου. Γι’ αυτό και το ρίχνουμε όλοι στις αγάπες και τα λουλούδια… 

Μιας και ο Νίκος Μωραΐτης είναι ένας στιχουργός που συνεργάζεται με καλλιτέχνες και από τις λεγόμενες «αντίπαλες όχθες» του ελληνικού τραγουδιού, πώς βλέπει ο καθένας σας αυτή τη διάκριση; Πόσο ευδιάκριτα είναι σήμερα τέτοια όρια;   

Α.Μ.:Δεν ξέρω αν υπάρχουν αυτά τα όρια. Απλά δεν είναι όλα ίδια. Κάθε πράγμα εξυπηρετεί άλλο σκοπό. Αυτά δεν πρέπει να μπερδευουμε μόνο, τα σώβρακα με τις γραβάτες που λέει κι ο πατέρας μου. Δεν είναι θέμα καλού ή κακού, ποιοτικού ή μη. 

Ν.Μ.: Τα τελευταία χρόνια έχω κάνει πολλά τραγούδια τα οποία έφτασαν ψηλά στα charts. Δεν το λέω με έπαρση, το λέω για να γίνει κατανοητό ότι ένας άνθρωπος που φέρνει εμπορικό αποτέλεσμα είναι λογικό να δέχεται προτάσεις από παντού. Αν δείτε τις συνεργασίες μου, θα διαπιστώσετε ότι δεν λέω «ναι» παντού, μα σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Επίκεντρό μου είναι πάντα ο χώρος του λεγόμενου έντεχνου –και από εκεί και πέρα συνεργάζομαι μόνο με συγκεκριμένους καλλιτέχνες, οι οποίοι διαθέτουν κάποια στοιχεία που μου αρέσουν. Αφού συνεργάζομαι με τραγουδιστές από την «αντίπαλη όχθη», θα μου ήταν εύκολο να σας πω ότι «όχθες δεν υπάρχουν πια στο τραγούδι», όπως λένε αρκετοί. Κι όμως, για μένα «όχθες» υπάρχουν, όπως και όρια. Απλώς, στη σημερινή εποχή του άϋλου, τα όρια είναι πιο συγκεχυμένα, πιο προσωπικά. Πάντως, το ποιος είμαι ως άνθρωπος που ασχολείται με την τέχνη του τραγουδιού μπορείτε να το δείτε σε αυτό το CD ή σε κάποια από τα τραγούδια που έχω γράψει για την Αρβανιτάκη, την Πρωτοψάλτη, τη Γαλάνη, την Πασπαλά κ.α. Στα άλλα θα βρείτε έναν άνθρωπο ο οποίος γράφει ρόλους για συγκεκριμένους τραγουδιστές, με ζητούμενο το πώς μπορεί να υπάρξει η μαζική απήχηση χωρίς να χαθεί η αισθητική.  

Η δισκογραφία διέρχεται μία άνευ προηγουμένου κρίση. Πιστεύεται ότι μπορεί να ξεπεραστεί π.χ. με πολιτικές καταπολέμησης της πειρατείας; Θα πρέπει να βρεθούνε άλλοι τρόποι ή απλά είναι το τέλος της με τη μορφή που τη γνωρίζαμε έως τώρα και περνάμε σε κάτι άλλο;

Α.Μ.:Στη Ελλάδα είναι όλα ένα ξέφραγο αμπέλι. Ο καθένας κάνει ό,τι θέλει. Υπάρχουν τρόποι, αλλά κανείς δεν ασχολείταιαντίθετα, το υποκινούν. Όταν οι  ίδιες οι εταιρίες που παράγουν ένα προιόν το ευτελίζουν, κάνοντας το CD στην  ουσία ένα σουβέρ στα σκισμένα νάυλον των εφημερίδων, τι να περιμένει κανείς... Έχει χάσει κάθε αξία, όχι μόνο το μέσο αλλά και η ίδια η μουσική. Είναι απλά κάτι «τσάμπα» 

Ν.Μ.: Φοβάμαι –χρησιμοποιώ αυτό το ρήμα γιατί είμαι εραστής του δίσκου– ότι αυτός ο φορέας έχει τελειώσει. Αν μπορεί να αντέξει ακόμα, μπορεί ίσως να το κάνει μόνο μέσα από ολοκληρωμένες δουλειές δημιουργών, όπως συμβαίνει στο Ο Τζον Τζον Ζει. Αλλιώς γιατί να αγοράσω ολόκληρο CD για ένα σουξεδάκι;  

Τα τελευταία δέκα χρόνια σπανίζουν όμως τα άλμπουμ που έχουν ένα συγκεκριμένο concept και προτιμούνται οι πολυσυλλεκτικές δουλειές. Πώς σας φαίνεται αυτή η τακτική;  

Ν.Μ.: Οι πολυσυλλεκτικοί δίσκοι είναι συνήθως δίσκοι ανοργάνωτοι, ασύνδετοι και εμπορικά προβληματικοί. Θα βγει ένα «σουξέ», θα παιχτεί, θα αγοραστεί ηλεκτρονικά ή θα γίνει ringtone, ο δίσκος όμως, ως σύνολο, δεν θα πετύχει σχεδόν ποτέ. Προσωπικά,  στους πολυσυλλεκτικούς δίσκους προτιμώ να δίνω ένα-δύο τραγούδια παρά να έχω ένα μεγάλο κομμάτι συμμετοχής. Οι πολυσυλλεκτικοί δίσκοι είναι μία συλλογή από επίδοξα «σουξέ» που ο τραγουδιστής μαζεύει από πέντε, δέκα διαφορετικούς δημιουργούς. Δεν θα βρεις ούτε την καρδιά του δημιουργού, ούτε τη δεύτερή του σκέψη μέσα τους. Μόνο την πρώτη, την πιο προφανή.  

Α.Μ.:Σε λίγο δεν θα βγαίνουν ολοκληρωμένες δουλειές καθόλου και θα ησυχάσουμε. Έχω κάνει και πολυσυλλεκτικούς δίσκους, πάντα όμως υπο την επιμέλεια και ενορχήστρωση ενός ανθρώπου. Και πάντα έπαιρνα τραγούδια από φίλους. Η συνεργασία όμως με έναν ή δύο συντελεστές είναι άλλο πράγμα. Είναι παρέα πια και φαίνεται. 

Έχετε παρουσιάσει ήδη το άλμπουμ σε κάποια live σε μουσικές σκηνές. Να περιμένουμε και άλλα ραντεβού με τον Τζον Τζον;    

Ν.Μ.: Αν κι εμένα δεν μου πέφτει λόγος (η Ανδριάνα και ο Στάμος τραβάνε το «κουπί» των ζωντανών εμφανίσεων), πιστεύω ότι θα συνεχίσουν. Ξέρουν ότι αυτό το CD πρέπει να το πάρουν από το χέρι και να το πάνε όσο πιο μακριά μπορούν. Του αξίζει μια ωραία βόλτα!  

Α.Μ.:Ναι, σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας! Σας περιμένουμε!