Από τις ωραίες εκπλήξεις του φινάλε του 2008, το ντεμπούτο άλμπουμ των Lüüp, Distress Signal Code, πραγματοποιεί ένα τολμηρό ηχητικό ταξίδι, με πραγματικά φρέσκα μουσικά αποτελέσματα. Το Avopolis Greek είχε κάμποσα να ρωτήσει τους πρωταγωνιστές του – τον βασικό «εγκέφαλο» του project Στέλιο Ρωμαλιάδη, τον David Jackson, τον Άκη Μπογιατζή, τη Lisa Isaksson, την Ελένη Αδαμοπούλου και τον Νίκο Φωκά – και ιδού οι απαντήσεις τους…
Θαύμασα για αρκετά πράγματα το Distress Signal Code, αλλά ας ξεκινήσω από τη Musea Records. Πώς βρέθηκε το πρώτο-πρώτο σας άλμπουμ να στεγάζεται σε μια τόσο σημαντική γαλλική εταιρεία, η οποία έχει σχετιστεί με καλλιτέχνες σαν τον Rick Wakeman και τους Gong;
Στέλιος Ρωμαλιάδης: «Η Musea αποτελεί μια ανεξάρτητη εταιρεία που ανήκει σε μουσικόφιλους (και όχι επιχειρηματίες), οι οποίοι λατρέυουν το progressive rock (και όχι μόνο – τσεκάρετε τους φοβερούς Oust Louba)... Φυσικά η συμμετοχή του David Jackson λειτούρησε πολύ θετικά στο να κυκλοφορήσει το Distress Signal Code από τη Musea.
Πόσο σημαντική ήταν αλήθεια η συμβολή του David Jackson στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος του Distress Signal Code; Με δεδομένη την εμπειρία του και τη μέχρι τώρα πορεία του (Van Den Graaf Generator, Peter Hammill) φαντάζομαι πως η γνώμη του θα πρέπει να είχε ιδιαίτερη βαρύτητα…
Στέλιος Ρωμαλιάδης: «O David Jackson αποτελεί λαμπρό παράδειγμα μουσικού που δεν αναπαύεται στις δάφνες του παρελθόντος και ενδιαφέρεται να κάνει καινούργια πράγματα. Η ενέργειά του ήταν απίστευτη όπως και η διάθεσή του για πειραματισμό! Φυσικά οι συμβουλές του ήταν πολύτιμες, αλλά αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι η αντιμετώπισή του προς νέους μουσικούς: άκρως γενναιόδωρη και χωρίς ίχνος «σνομπισμού».
Γιατί αποφασίσατε να ονομαστεί το σχήμα Lüüp; Είναι γερμανική λέξη ή προέρχεται από κάποια σκανδιναβική γλώσσα;
Στέλιος Ρωμαλιάδης: «Το όνομα Lüüp βγήκε ουσιαστικά σαν λογοπαίγνιο της λέξης loop και του συγκροτήματος Amon Düül II, δίνοντάς του έτσι ένα πιο «kraut rock» χαρακτήρα!».
Και με τη Lisa Isaksson πώς γεφυρώθηκε η απόσταση Ελλάδας-Σουηδίας για το "Through Your Woods" και το "From Here";
Lisa Isaksson: «Βασικά, δεν υπήρξε κάποια άμεση επικοινωνία. Όλη μας η επαφή έγινε διαδικτυακά. Αυτό την έκανε λιγάκι δύσκολο σε κάποιες περιστάσεις, π.χ. όταν μου δημιουργήθηκαν ερωτηματικά ενόσω ηχογραφούσα τα φωνητικά μου στο στούντιο, στα οποία και δεν γινόταν να έχω άμεσες απαντήσεις. Από την άλλη όμως αυτό το έκανε διασκεδαστικό μα και ενδιαφέρον, καθώς ο Στέλιος μου έδωσε τα κομμάτια του και μου είπε «κάνε ό,τι αισθάνεσαι με αυτά» κι εγώ έκανα τα φωνητικά και του είπα «κάνε κι εσύ όπως νιώθεις με τούτα»! Έπρεπε να υπάρχει εμπιστοσύνη χωρίς να έχουμε καν συναντηθεί ποτέ. Είχαμε απλώς ακούσει ο ένας τη μουσική του άλλου και μας είχε αρέσει ό,τι είχαμε ακούσει. Πάντως νομίζω ότι όλα πήγαν θαυμάσια!».
Στέλιος Ρωμαλιάδης: «Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή στην οποία τα «σύνορα» είναι λιγότερο ευδιάκριτα και η μουσική ανακαλύπτει νέους μηχανισμούς για να ακουστεί…».

Στο άλμπουμ συναντάμε και διακεκριμένους προσκεκλημένους. Πώς βρέθηκε αλήθεια ο Άκης Μπογιατζής των Sigmatropic να κάνει τόσα πολλά πράγματα - φωνητικά, μπάσο, κιθάρα, πιάνο και πλήκτρα;
Άκης Μπογιατζής: «Η συμμετοχή μου σε αυτό το άλμπουμ είναι ένα από τα καλά πράγματα που μπορεί να προσφέρει η δικτύωση των μουσικών. Γνώρισα τον Στέλιο και τη μουσική του μέσω του MySpace. Μου πρότεινε να συνεισφέρω κάτι δικό μου σε κάποια κομμάτια, δίνοντάς μου μια πρώτη εκδοχή τους, την οποία πρέπει να πω βρήκα εξαιρετική, πολύ προσωπική, αιθέρια. Το “Water” από μόνο του με οδήγησε να βάλω αρκετά στοιχεία, μέχρι και φωνητικά. Ένιωθα κολακευμένος που ήμουν ελεύθερος, με οδηγό κυρίως τη βασική μελωδία στο φλάουτο. Στο “Urban Legend”, το οποίο αντιμετώπισα πιο λιτά, με βάση το μπάσο, υπήρχε ήδη και η γραμμή του σαξοφώνου από τον David Jackson. Θέλω να τονίσω ότι είμαι πολύ χαρούμενος από αυτή τη συνεργασία. Νομίζω ότι όλο το υλικό του Distress Signal Code είναι πολύ υψηλού επιπέδου και κοσμεί την υπόθεση της μουσικής παραγωγής στη χώρα μας».
Το πιστεύω κι εγώ αυτό… Επίσης, αν και ο δίσκος σας δεν απευθύνεται αυστηρά στην ελληνική πραγματικότητα, επαναφέρει εντούτοις το φλάουτο δυναμικά στην εγχώρια δισκογραφία, χρόνια μετά τις απόπειρες της Στέλλας Γαδέδη για κάτι τέτοιο. Με δεδομένη την κάτω των 30 ηλικία του Στέλιου Ρωμαλιάδη είναι νομίζω μια κίνηση με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εσείς όμως πώς το βιώσατε από τη δική σας πλευρά;
Στέλιος Ρωμαλιάδης: «Πιστεύω έχει να κάνει περισσότερο με τη νοοτροπία της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας. Το φλάουτο στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται δηλαδή ως κάτι το «περίεργο» ή «κλασικότροπο» (με τη μουσειακή έννοια). Για κάποιο λόγο, πάντως, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ξεφεύγουμε λιγάκι από το «κιθάρα/μπασσο/ντραμς» μοτίβο...».
Ελένη Αδαμοπούλου (Magnitophono): «Ο χαρακτήρας του φλάουτου είναι κυρίως μελωδικός. Ο συνδιασμός ηχοχρωμάτων έχει να κάνει με την αισθητική του δημιουργού. Έτσι, πολλά μουσικά όργανα θα μπορούσαν να συνδυαστούν τελείως διαφορετικά από ό,τι είναι συνηθισμένο. Βέβαια αυτό απαιτεί μια διακριτικότητα, όπως πρέπει να υπάρχει παντού. Και η ελληνική δισκογραφία δεν παροτρύνει την κατάρριψη κανόνων».
Μεταξύ άλλων, το Distress Signal Code αντλεί αρκετά στοιχεία από ένα progressive rock σκηνικό, ένα είδος μουσικής που ολόκληρες γενιές μουσικόφιλων μετά το πανκ απαξίωσαν και περιγέλασαν. Εσείς όμως προφανώς δεν συμμερίζεστε αυτή την απαξίωση, έτσι δεν είναι; Είχε να κάνει αυτή η κατεύθυνση και με την ύπαρξη ενός παράλληλου project, των Yellow Elephant Ensemble;
David Jackson: «Είχα μια σπουδαία καριέρα παίζοντας progressive rock. Είναι η πιο ποικιλόμορφη και πιο «προκλητική» μορφή μουσικής που γνωρίζω και ενσωματώνει στοιχεία από σχεδόν κάθε άλλο είδος μουσικής. Έχει βασικά να κάνει με τη σύνθεση, τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά: έχει να κάνει με την ατομικότητα και με τα αστέρια, αλλά και με τους σπουδαίους συνδυασμούς που ένας μουσικός μπορεί να αναπτύξει ως μέλος μιας μπάντας. Επίσης, έχει να κάνει με το ακροατήριο: μια ομάδα ανθρώπων μεγαλώνει και ταυτίζεται με ένα συγκεκριμένο στιλ και κατεύθυνση και έπειτα ακολουθεί αυτή τη γραμμή με τα χρόνια. Η αγάπη ενός συγκεκριμένου είδους στη μουσική συχνά περνάει και στην επόμενη γενιά, κάπως σαν «αποτύπωμα». Αλλά οι φόρμες του progressive rock έχουν αλλάξει – απορροφώντας βασικά φόρμες που το ίδιο βασικά πρωτοσυνέλαβε – πάντως βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη με την κάθε γενιά. Υπάρχουν βέβαια σημαντικά παραδείγματα από μουσική που επιεικώς ανήκει στο «δεινοσαυρικό rock», όμως οι γονιδιακές παρακαταθήκες των παλιότερων μουσικών συνεχίζονται και μπορείς να βρεις στο νέο prog ύφος της νεότερης γενιάς ίχνη όλων εκείνων των ειδών τα οποία και δημιούργησαν το progressive rock, αλλά μαζί με μια φρέσκια, δημιουργική και εκφραστική ουσία. Κοιτάξτε απλώς για τη μουσική που έχει κάτι νέο να πει!».
Νίκος Φωκάς: «Το progressive απαξιώθηκε όταν δεν είχε κάτι καινούργιο να πει. Άλλωστε δεν ήταν όλα τα group του χώρου πραγματικά πρωτοπόρα. Όσο αφορά τους Yellow Elephant Ensemble, είναι ένα σχήμα ανοιχτό στον πειραματισμό, που πιστεύει στην έκφραση χωρίς στεγανά. Ένα από τα δυνατά μας σημεία αποτελεί ο αυτοσχεδιασμός και ίσως αυτό έχει να κάνει με τις kraut rock αναφορές. Σε κάθε περίπτωση όμως χρησιμοποιούμε τη μουσική ως τρόπο μετάβασης σε μια άλλη πραγματικότητα».
Στέλιος Ρωμαλιάδης: «Το progressive rock άρχισε σαν μια μουσική που δεν επαναλαμβάνει ό,τι είχε προηγηθεί από τις προηγούμενες γενιές, πειραματίζεται και δημιουργεί νέα μονοπάτια... Το punk (καλώς έκανε και) ήρθε για να επαναφέρει την αμεσότητα στη μουσική, η οποία ίσως να είχε χαθεί. Η αλήθεια πάντως είναι ότι πολλοί μουσικοί του punk θαυμάζανε μουσικούς του progressive (δηλωμένοι fans των Van Der Graaf Generator είναι οι κύριοι John “Rotten” Lydon, Mark E. Smith κ.α.). Αλλά και μουσικοί που μας πρωτοπαρουσιάστηκαν από το progressive rock σίγουρα ενδιαφέρονταν για το punk (Robert Fripp – exposure). Όσον αφορά στους Yellow Elephant Ensemble...μόνο μην ακούσει ο drummer μας ότι υπαινίσεστε prog rock επιρροές! Είναι ένα σχήμα που δεν μπορώ να απαντήσω (ευτυχώς) στην ερώτηση «τι μουσική παίζετε;»…».

Έντονο είναι επίσης και το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού στο άλμπουμ, το οποίο βέβαια είναι και το πιο «επικίνδυνο» - από την άποψη ότι τελευταία γίνεται κατάχρησή του και έχει γίνει ενός είδους «ποιοτικό άλλοθι» για δουλειές οι οποίες, κατά τα άλλα, δεν έχουν κάτι να προτείνουν. Σας απασχόλησε καθόλου αυτή η γενικότερη τάση, νιώσατε δηλαδή πως θα θέλατε να δώσετε κάποια «καλλιτεχνική απάντηση» σε όλα αυτά;
David Jackson: «Όλη μου τη ζωή σαν μουσικός έκανα αυτοσχεδιασμούς – ο αυτοσχεδιασμός είναι το πραγματικό πνεύμα της ζωντανής μουσικής. Έχει να κάνει με την επικοινωνία μεταξύ των μουσικών, αλλά και με το ακροατήριο μιας συναυλίας. Τώρα είμαι 61 ετών, άρχισα όμως να «μαθαίνω από το αυτί» και να σκαρώνω μελωδίες ήδη από τα 5 μου. Η προσέγγισή μου στη μουσική είναι βασισμένη στην jazz, υπάρχει δηλαδή ένα θέμα και συγχορδίες. Και χρησιμοποιώ κατόπιν αυτή την προσέγγιση τόσο στην jazz, όσο και στο rock, τη folk ή την κλασική μουσική – όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι σπουδαίοι επαγγελματίες εκτελεστές. Το να ηχογραφείς μουσική και να την παίζεις ζωντανά είναι πολύ διαφορετικά πράγματα. Ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός για ένα ολόκληρο άλμπουμ είναι επικίνδυνος, εκτός και αν έχεις την ικανότητα και την αίσθηση καθήκοντος ώστε να επιλέξεις και να κόψεις. Εκείνη τη στιγμή κάνεις μια δήλωση, οπότε η δουλειά είτε θα πρέπει αν έχει κάτι να πει, είτε να απορριφθεί. Στο άλμπουμ των Lüüp συγκεκριμένα, οι αυτοσχεδιασμοί έχουν να κάνουν με τη χαρά δύο ανθρώπων από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές, οι οποίοι βρήκαν μια κοινή φωνή. Παίζουμε βέβαια και κάποιες όμορφες «προετοιμασμένες» μελωδίες, με έναν φρέσκο «της στιγμής» τρόπο!».
Στέλιος Ρωμαλιάδης: «Δεν ξέρω αν ισχύει κάτι τέτοιο... Πάντα ένιωθα (τουλάχιστον για την Ελλάδα) ότι οι μουσικοί φοβούνται και αποφεύγουν τον αυτοσχεδιασμό στη δισκογραφία. Για μένα ο αυτοσχεδιασμός είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της Μουσικής, διότι ανακαλύπτεις πλευρές του εαυτού σου και μπορείς να επικοινωνήσεις μουσικά με άλλους ανθρώπους. Για μένα αποτελεί την πιο υγιή και αληθινή προσέγγιση της μουσικής».
Τι σχέδια έχουν οι Lüüp για το άμεσο μέλλον; Θα σας δούμε καθόλου συναυλιακά;
Στέλιος Ρωμαλιάδης: «Οι Lüüp θα παραμείνουν μια κολλεκτίβα μουσικών, ανεξαρτήτων γεωγραφικών ορίων και μουσικών στυλ. Όλα τα μέλη είναι σύμφωνα στο να γίνει μια συναυλία στην Ελλάδα την άνοιξη, αρκεί να βρεθεί ο χώρος...».