|
Οι φωτογραφίες του Λευτέρη Δρανδάκι είναι της Όλιας Γκλούσιενκο. Οι υπόλοιπες προέρχονται από τις εκδόσεις του Λυκείου των Ελληνίδων.
English summary available at the end of the article
Ξέρουμε όλοι το Λύκειο των Ελληνίδων ως έναν οργανισμό με έντονη παρουσία στον χώρο του ελληνικού χορού, αλλά λίγοι ξέρουμε τη μουσική πλευρά αυτού του έργου. Σε ένα διάστημα 40 χρόνων, ο Λευτέρης Δρανδάκις και οι συνεργάτες του έχουν δώσει πνοή σε είκοσι περίπου εκδόσεις παραδοσιακής μουσικής, πολλές από τις οποίες είναι από τις πιο όμορφες αλλά και τις πιο ουσιαστικές αυτού του χώρου.
Μας υποδέχθηκε φιλόξενα στο νεοκλασικό κτήριο της οδό Δημοκρίτου. «Το Λύκειο στεγάζεται εδώ από το 1935» μας λέει, «αντιμετωπίζουμε όμως πλέον την έλλειψη χώρου, καθώς οι δραστηριότητες έχουν αυξηθεί πάρα πολύ και η περαιτέρω επέκταση γίνεται όλο και δυσκολότερη». Ο Λευτέρης Δρανδάκις είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του τμήματος Ελληνικών Χορών από το 1966. Πρόκειται μάλλον για την πιο δραστήρια ομάδα του Λυκείου, με μεγάλες και σημαντικές παραστάσεις στο ενεργητικό της, σε απαιτητικούς χώρους της Ελλάδας (Ηρώδειο, Μέγαρο Μουσικής κλπ.) και του εξωτερικού (αντιπροσωπείες Ολυμπιακών Αγώνων, Royal Albert Hall, όπερα Βουκουρεστίου, όπερα Καΐρου κ.α.) και με πολλές εξαιρετικές κριτικές. Κι όμως, η πάροδος του χρόνου απεκάλυψε σταδιακά και άλλες ανάγκες, πέρα από τις επιτυχημένες παραστάσεις. «Οι μουσικοί που συνεργάζονταν με το Λύκειο γερνούσαν και η καταγραφή της δεξιοτεχνίας και της γνώσης τους γινόταν επιτακτική ανάγκη. Πρότεινα λοιπόν την παράλληλη ανάπτυξη δισκογραφικής δραστηριότητας». Ήδη από τη δεκαετία του 1960.
Το Λύκειο των Ελληνίδων κοντεύει να συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής. Δημιουργήθηκε το 1911 από την Καλλιρρόη Σιγανού-Παρρέν [ξεχωριστό βιογραφικό στο τέλος]. Οι στόχοι του επικεντρώνονταν στην «εξυπηρέτησιν της προόδου του γυναικείου φύλου» και την «αναγέννησιν και διατήρησιν των ελληνικών εθίμων και παραδόσεων», στόχοι εν πολλοίς εμπνευσμένοι από τα ευρωπαϊκά δεδομένα της εποχής? τόσο η χειραφέτηση της γυναίκας όσο και η επαναξιολόγηση των λαϊκών πολιτισμών απασχολούσαν έντονα τη δυτικοευρωπαϊκή σκέψη στις αρχές του 20ου αιώνα.
Με την πάροδο του χρόνου, το Λύκειο επικεντρώθηκε στον πολιτιστικό του ρόλο, χωρίς όμως να απεμπολήσει το ενδιαφέρον του για τα γυναικεία θέματα. Σχεδόν αμέσως μετά την ίδρυσή του, σε πολλές ελληνικές πόλεις δημιουργήθηκαν παραρτήματα. Σήμερα αυτά τα περιφερειακά Λύκεια έφτασαν τα 51, με 16 επιπλέον σε πόλεις του εξωτερικού, όπου υπάρχει Ελληνισμός. «Πρόκειται για Λύκεια με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, που συνδέονται με το κεντρικό Λύκειο της Αθήνας με πνευματική σχέση». Παράλληλα λειτουργούν 8 Περιφερειακά Τμήματα για την εκμάθηση ελληνικών παραδοσιακών χορών σε ισάριθμους Δήμους της πρωτεύουσας.
Ανάμεσα στο πολιτιστικό έργο του Λυκείου, το λαογραφικό κομμάτι απέκτησε κεφαλαιώδη σημασία. Σήμερα περιλαμβάνει τη λειτουργία χορευτικών ομάδων (2.600 μέλη σε όλη την Ελλάδα), τη διδασκαλία παραδοσιακών χορών (περίπου 15.000 μαθητές πανελληνίως), ενώ στο κεντρικό Λύκειο των Αθηνών λειτουργούν τμήματα παραδοσιακού τραγουδιού και κρουστών. Η ενδυματολογική συλλογή του Λυκείου περιλαμβάνει πάνω από 25.000 μουσειακά αντικείμενα (φορεσιές, μεμονωμένα τεμάχια και κοσμήματα), ενώ πλούσια είναι και η Ιματιοθήκη, η οποία χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της χορευτικής ομάδας. Τμήματα της μουσειακής συλλογή εκτίθενται στο Μουσείο Ιστορίας της Ελληνικής Ενδυμασίας (Δημοκρίτου 7, Κολωνάκι), ενώ ένα μέρος της παρουσιάζεται και στο διαδίκτυο (www.lykeionellinidon.gr).

Πίνουμε καφέ και ο Λευτέρης Δρανδάκις ξεδιπλώνει σελίδες της ιστορίας του. «Έγινα διευθυντής λόγω συγκυριών. Το 1965, η ομάδα του Λυκείου πέρασε μια μεγάλη κρίση? βασικά καλλιτεχνικά στελέχη έφυγαν για διάφορους λόγους, σπουδές, οικογενειακές υποχρεώσεις, ασθένειες. Τότε ο Φοίβος Ανωγειανάκης, μουσικός σύμβουλος του Λυκείου, με τον οποίον είχαμε ήδη άριστη συνεργασία, πρότεινε να αναλάβω την ευθύνη εγώ. "Με τι εφόδια;" τον ρώτησα. "Με διάβασμα και επιτόπια έρευνα" μου απάντησε». Έτσι ο Λευτέρης Δρανδάκις ανέλαβε «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης» την καλλιτεχνική διεύθυνση του τμήματος Εθνικών Χορών. Γεννημένος στο Ρέθυμνο το 1932, είχε έρθει στην Αθήνα σαν φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής, την οποία όμως σύντομα εγκατέλειψε. «Είμαι δηλαδή εντελώς αυτοδίδακτος στα θέματα του χορού, "πρακτικός" όπως έλεγαν παλιά. Δεν σπούδασα, δεν ειδικεύτηκα και πολλά πράγματα τα ανακάλυψα από μόνος μου. Την εποχή που έπρεπε να σπουδάσω, στη δεκαετία του 1950, τα πράγματα ήταν τελείως πρωτόγονα. Ήταν η εποχή του απόλυτου εθελοντισμού». Και μια δύσκολη εποχή για την ελληνική κοινωνία γενικότερα. «Δούλευα ως υπάλληλος στο Ταμείο Ασφαλίσεως του ΟΤΕ, γιατί τον πρώτο καιρό στο Λύκειο ήμουν εθελοντής. Έκανα 20 ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα και για ένα διάστημα δεν έπαιρνα δραχμή. Αυτό που δεν έκανα, και έπρεπε, ήταν να ασχοληθώ και με τη μουσική».

Η προτροπή του Ανωγειανάκη έκανε τον νεαρό τότε Λευτέρη να επιδοθεί στη λαογραφική έρευνα των χορευτικών δρώμενων που ακόμη παρέμεναν ζωντανά στην Ελληνική ύπαιθρο. «Ήμουν λοιπόν από τους πρώτους που βγήκαν για λαογραφική έρευνα στην επαρχία στη μεταπολεμική περίοδο. Από το 1958. Τέτοια πράγματα, όπως η έρευνα, η καταγραφή, η ερμηνεία κλπ. ήταν πρωτόγνωρα για την εποχή εκείνη. Βέβαια, η δουλειά αυτή βοήθησε πολύ στη διεύρυνση του ρεπερτορίου του Λυκείου». Στην επιμονή του Ανωγειανάκη οφείλεται και η συστηματική χρήση ζωντανών μουσικών ακόμη και για τα μαθήματα των ελληνικών χορών. Έτσι, ο Αριστείδης Μόσχος (σαντούρι), ο Βασίλης Σκαλιώτης (κλαρίνο), ο Ιάκωβος Ηλίας (βιολί) και ο Σταύρος Ανδριανός (λαούτο) έγιναν αναπόσπαστο τμήμα της ομάδας του Λυκείου. Η σύμπραξη με αυτούς τους γνήσιους λαϊκούς μουσικούς ανέδειξε τη σπουδαιότητα της μουσικής, ως αναπόσπαστο κομμάτι του χορού. «Στη δισκογραφία της εποχής εκείνης δεν βρίσκονταν σχεδόν τίποτα από τη δημοτική μας μουσική? μόνο λίγα τσάμικα, μερικά συρτά, καλαματιανά κ.λπ. Έτσι σκέφτηκα να εισάγουμε πράγματα πιο άγνωστα και πιο δύσκολα, που η δισκογραφία τα αρνιόταν ως αντιεμπορικά. Η σκέψη μου ήταν να αποφύγουμε τις γενικότητες και να κάνουμε μια σειρά από δίσκους, που θα επικεντρώνονταν σε μικρές κοινότητες, συγκεκριμένα χωριά ή συγκεκριμένα έθιμα». Έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Λευτέρης Δρανδάκις άρχισε να οργανώνει ηχογραφήσεις μουσικών της παλαιάς παράδοσης. «Ήταν η εποχή που ο μακράς διαρκείας δίσκος, το LP, βρισκόταν στην άνθισή του. Την ίδια εποχή άρχιζε τις εκδόσεις του και ο Σίμων Καράς».

Το 1975 ο πρώτος δίσκος της σειράς είδε το φως της δημοσιότητας. Περιελάμβανε χορούς από τις Μπούλες της Νάουσας και τραγούδια από την Λεμεσσό της Κύπρου. Ο δρόμος άνοιξε έτσι, δεν ήταν όμως εύκολος, παρά τις διθυραμβικές κριτικές που ακολούθησαν. «Οι ποσότητες ήταν περιορισμένες, πουλούσαν ελάχιστα και μπαίναμε μέσα. Βγάζαμε ίσα-ίσα τα έξοδα του κάθε δίσκου για να πάμε στον επόμενο. Δεν είχαμε μηχανισμούς διαφήμισης. Δεν τα ’θελε καμιά εταιρεία, γιατί καλά-καλά δεν ήξεραν τα μέρη στα οποία αναφέρονταν αυτοί οι δίσκοι. Σε ποιον να τα πουλήσουν; Η πελατεία μας ήταν οι λίγοι άνθρωποι που ασχολούταν ειδικότερα με τον ελληνικό χορό, αυτοί οι πιο ψαγμένοι που ξέρανε τι θα πει Νιζάμικος Νάουσας ή Τράτα Μεγάρων. Επρόκειτο για εξειδικευμένη γνώση». Συνολικά εκδόθηκαν 13 άλμπουμ βινυλίου, όλα με εξαίρετους τοπικούς δεξιοτέχνες, με ηχογραφήσεις υψηλής πιστότητας και περιποιημένες συσκευασίες, με άφθονα μουσικά και λαογραφικά σχόλια και φωτογραφικό υλικό. Τα πρώτα βινύλια μάλιστα τα επιμελήθηκε μουσικά ο Φοίβος Ανωγειανάκης.

Η επέλαση της νέας τεχνολογίας ανέτρεψε τους σχεδιασμούς του Λυκείου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ο δίσκος βινυλίου άρχισε να εγκαταλείπεται. «Οι πωλήσεις μειώθηκαν δραματικά, κι έτσι οι Χοροί της Ηπείρου (1994) ήταν το τελευταίο άλμπουμ βινυλίου που εξεδόθη. Αρχίσαμε να βγάζουμε κι εμείς CD, και να επανεκδίδουμε και το παλαιότερο υλικό, επαυξημένο με ηχογραφήσεις οι οποίες είχαν μείνει στο αρχείο μας ή και με νέες. Μείναμε πιστοί στο ιδεώδες των περιποιημένων εκδόσεων, παρόλο το οικονομικό κόστος που σήμαινε αυτό». Πράγματι, οι δίσκοι ακτίνας που ακολούθησαν συνοδεύονταν με πλούσια, όμορφα πολυσέλιδα βιβλία, στο όριο της πολυτέλειας. Για να ακριβολογούμε, έδιναν στην σπουδαία αυτή μουσική το εκδοτικό βάρος που εδικαιούτο. Δεν την αντιμετώπιζαν σαν φτωχό συγγενή. Το μεγαλύτερο ως σήμερα εκδοτικό τόλμημα ήταν το Ρουμλούκι (2008), ένα ογκώδες βιβλίο-λεύκωμα με πέντε δίσκους ακτίνας, με μουσικές και τραγούδια από τα χωριά του κάμπου της Βέροιας. «Και ξέρεις κάτι; Ουδείς φορέας από την περιοχή δεν αγόρασε ούτε ένα άλμπουμ. Ούτε ένα, έτσι ως ενθύμιο της περιοχής. Έχω μείνει άναυδος! Όχι μόνο δεν κάνουν τίποτα οι ίδιοι, αλλά δεν βοηθούν και αυτούς που κάνουν κάτι». Πέρα όμως από αυτά τα ερωτήματα, τα οποία θέτουν ένα γενικότερο προβληματισμό για την θέση της παραδοσιακής μουσικής και της εθνογραφίας μέσα στην κοινωνία μας, ο Λευτέρης Δρανδάκις έχει κάθε δίκιο να αισθάνεται περήφανος για αυτές τις εκδόσεις. «Όλη αυτή η δράση του Τμήματος Ελληνικών Χορών είναι μια δική μου πρωτοβουλία, την οποία βέβαια υποστήριξε το Λύκειο σηκώνοντας το μεγάλο οικονομικό βάρος. Οι δισκογραφικές εκδόσεις είναι υπόθεση πολύ δαπανηρή? δημιουργεί όμως παρακαταθήκη».
Μια παρακαταθήκη τεράστιας σημασίας, θα σχολιάζαμε. Οι κυκλοφορίες του Λυκείου των Ελληνίδων αποτελούν τα πληρέστερα πονήματα για τις ιδιαίτερες τοπικές παραδόσεις στις οποίες αναφέρονται, εκδόσεις αναφοράς για όποια περαιτέρω μελέτη. Ποιο θα είναι λοιπόν το επόμενο βήμα ύστερα απ' αυτά; «Είμαι πολύ προβληματισμένος, ιδιαίτερα για το κόστος. Εντοπίζουμε ακόμη εξαιρετικά πράγματα, αλλά οι ηχογραφήσεις δεν είναι πάντα εύκολες». Πρέπει να σημειωθεί ότι όλες αυτές οι εκδόσεις έχουν πραγματικά θαυμάσιες ηχογραφήσεις, ακόμη και όταν πρόκειται για επιτόπιες σε μακρινά χωριά. «Οι ηλικιωμένοι θέλουν να εκφραστούν στο χώρο τους, στην εποχή τους. Δεν λένε, λ.χ., αποκριάτικα τραγούδια όταν δεν είναι απόκριες. Και ένα πένθος ή ακόμη και μια κακοκαιρία μπορούν να αναστείλουν επ’ αόριστο την πραγματοποίηση μιας ηχογράφησης».

Τα οικονομικά είναι για όλους ένας πονοκέφαλος. Παρά την αρωγή των μελών του και των υποστηρικτών του –στους μεγάλους ευεργέτες του περιλαμβάνονται οι τότε βασίλισσες Όλγα και Σοφία, ο Ηρακλής Βόλτος, το Ίδρυμα Νιάρχου, το Ίδρυμα Κωστοπούλου κ.ά.– το Λύκειο αντιμετωπίζει ένα σύνολο ανελαστικών εξόδων, τα οποία ξεκινούν από τη συντήρηση του πλούσιου αρχείου και του νεοκλασσικού κτηρίου και καταλήγει στα καθημερινά έξοδα, ως και την καθαριότητα. «Μπαινοβγαίνει νεολαία και πρέπει να είναι απ’ όλες τις πλευρές πολιτιστικός χώρος». Η άρνηση του οργανισμού να συμβιβαστεί με πρόχειρες λύσεις, λ.χ. στις χορευτικές ενδυμασίες, σημαίνει ένα τεράστιο κόστος. «Αντιμετωπίζουμε όμως έναν αθέμιτο ανταγωνισμό από φορείς που παρέχουν δωρεάν αντίστοιχες υπηρεσίες, χαμηλής όμως ποιότητας». Και το κράτος; «Το κράτος γενικά μας αγνοεί, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Μόνο όταν μας αναθέτει κάποιο έργο, κάποια παράσταση ας πούμε, καλύπτει τα έξοδα. Οι χορευτές είναι εθελοντές. Οι μουσικοί και οι άλλοι επαγγελματίες όμως που τους πλαισιώνουν, ζητούν φυσιολογικά να πληρώνονται».

Ο εθελοντισμός εξακολουθεί να είναι θεμελιώδους σημασίας για τη λειτουργία του Λυκείου. «Οι δάσκαλοι δίνουν όλη την ψυχή τους, όλα τα Σάββατα κάνουν μαθήματα. Το Λύκειο καταρχήν ζει από τα μαθήματα. Γενικά, αποτελεί έναν εκπαιδευτικό μοχλό για την ελληνική κοινωνία». Η εκπαίδευση και οι κρατικές πολιτικές έρχονται αναπόφευκτα στη συζήτηση. «Μόνο μετά τη μεταπολίτευση, ουσιαστικά μετά το 1980, συστηματοποιήθηκε η πανεπιστημιακή μελέτη του χορού, άρχισαν να εμφανίζονται μεταπτυχιακά, διδακτορικά κλπ. Δυστυχώς το θέμα του ελληνικού παραδοσιακού χορού παραμένει ακόμη μόνο στα ΤΕΦΑΑ και αυτό είναι μια λάθος άποψη». Η διδασκαλία χορού αποτελεί τον πυρήνα της δραστηριότητας του Λευτέρη Δρανδάκι. «Δίδαξα και στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης? με ανακάλυψε η Κούλα Πράτσικα, μετά από εισήγηση του Σίμωνα Καρά που ήταν στενός φίλος της». Οι λεπτομέρειες εκείνων των χρόνων έχουν ένα ενδιαφέρον που ξεφεύγει από τα όρια αυτού του άρθρου. «Η Πράτσικα ήθελε να μην είναι αποκομμένοι οι μαθητές της από την ελληνική παράδοση. Ο Καράς δίδασκε εκεί χορό, αλλά ουσιαστικά τους έκανε μουσική. Χορό τους έκανε η συνεργάτις του Μαρία Βούρα. Ο ίδιος παραιτήθηκε μετά από λίγα χρόνια και με πρότεινε ως συνεχιστή του, το 1975. Έμεινα εκεί 15 χρόνια και την αγαπώ ακόμη τη σχολή, όσο κι αν έχει αλλάξει δραματικά με την πάροδο του χρόνου. Μέσα από τη συνεργασία μου με την Κούλα Πράτσικα και την ΚΣΟΤ προέκυψε και το βιβλίο Ο Αυτοσχεδιασμός στον Ελληνικό Δημοτικό Χορό (1993), ένα προσωπικό μου πόνημα, και το μόνο που εκδόθηκε έξω από το κέλυφος του Λυκείου».

Με 100 χρόνια δράσης, το Λύκειο των Ελληνίδων αναπόφευκτα προκαλεί μια ιστορική αξιολόγηση της ίδιας της ερευνητικής και εκπαιδευτικής διαδικασίας. «Κι εμείς κάναμε λάθη. Μόνο όποιος απέχει από τη δράση δεν κάνει λάθη. Παλιά, από τον Μεσοπόλεμο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, τα μαθήματα παραδοσιακών χορών εδώ γίνονταν με τη συνοδεία πιάνου. Ο λαϊκός μουσικός δεν ήταν σε εκτίμηση, η είσοδος ανθρώπων που ήταν άπλυτοι και αξύριστοι ήταν αδύνατη σ' αυτό τον αστικό χώρο, άσχετα από τη δεξιοτεχνία και το ταλέντο τους. Ήταν αναμενόμενο να παίζεται ο καλαματιανός στο πιάνο. Ήταν η προσέγγιση της εποχής, η οποία σταδιακά άλλαξε». Στο φουαγιέ του Λυκείου οι αλλαγές που έχουν συμβεί με την πάροδο του χρόνου είναι έντονα αισθητές. Οι παλαιές ελαιογραφίες και οι προτομές συνυπάρχουν με τις σύγχρονες εκδόσεις και όλο αυτό συνδιαλέγεται με μια αιωνόβια λαϊκή παράδοση. «Δεν γίνεται να κρίνουμε τους παλαιούς με γνώμονα τις σημερινές αντιλήψεις. Κατηγορούν την αρχαιολατρεία της δεκαετίας του 1930. Μα οι άνθρωποι εκείνοι αναζητούσαν να ακουμπήσουν κάπου, να βρουν μια ταυτότητα. Μετά από μερικές δεκαετίες τα πράγματα θα έχουν βρει κάποιες άλλες κατευθύνσεις που ούτε μπορούμε να τις φανταστούμε σήμερα». Περισσότερο από πολλές άλλες επιστήμες, η λαογραφία θυμίζει έντονα τη φράση του Ηράκλειτου "τα πάντα ρει". Αντίστοιχα και το Λύκειο το οποίο, σαν αιωνόβιο πεύκο, είναι πολύ διαφορετικό πια από τον σπόρο που έσπειρε η Καλλιρρόη Παρρέν στους αλλοτινούς εκείνους καιρούς, αλλά εξακολουθεί να σφύζει από ζωή. Να ευχηθούμε, τόσο στο Λύκειο όσο και στον Λευτέρη Δρανδάκι, να συνεχίσουν την πορεία τους και στον αιώνα που ακολουθεί, αειθαλείς και ανθηροί, εκπλήσσοντάς μας με όλο και εντυπωσιακότερες δουλειές.

H Καλλιρρόη Σιγανού-Παρρέν γεννήθηκε το 1859 στα Πλατάνια Αμαρίου, στην Κρήτη, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα. Μορφώθηκε στην γαλλική Σχολή Καλογραιών και στο Αρσάκειο, και για μια διετία διετέλεσε διευθύντρια του ελληνικού Παρθεναγωγείου της Οδησσού. Επιστρέφοντας στην Αθήνα παντρεύτηκε τον αγγλογαλλικής καταγωγής δημοσιογράφο Ιωάννη Παρρέν από την Κωνσταντινούπολη και, επηρεασμένη από τον κύκλο του, ξεκίνησε την Εφημερίδα των Κυριών το 1887 –το πρώτο γυναικείο έντυπο στην ελληνική επικράτεια, το οποίο και συνέχισε να εκδίδει με μεγάλη επιτυχία ως το 1917, οπότε εκτοπίστηκε επί ενάμιση χρόνο στην Ύδρα «διά τας πολιτικάς πεποιθήσεις της». Από τη δεκαετία του 1880 πρωτοστάτησε στη δημιουργία πολλών κοινωφελών σωματείων, το σημαντικότερο από τα οποία υπήρξε το Λύκειο των Ελληνίδων, το 1911, ενώ αντιπροσώπευσε τις Ελληνίδες σε γυναικεία συνέδρια στην Ευρώπη και την Αμερική. Η δράση της καθορίστηκε από την πίστη της στην ανάγκη της εκπαίδευσης και της εργασίας για τις γυναίκες, ως βασικών προϋποθέσεων για την πνευματική και κοινωνική τους ανέλιξη. Μέχρι τον θάνατό της, στις αρχές του 1940, είχε τιμηθεί για το έργο της από την Ακαδημία Αθηνών και τον Δήμο Αθηναίων, και είδε «μίαν ανθηράν βλάστησιν της σποράς» που έσπειρε μαζί με τις συνεργάτριες της «εις την τότε άγονον και πετρώδην γην».
Οι εκδόσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από το Λύκειο των Ελληνίδων ως σήμερα είναι οι εξής:
1. Μπούλες Ναούσης Ημαθίας - Λεμεσσός Κύπρου, LCGW 101, LP 1975, εξαντλημένο. Έχει επανεκδοθεί σε δυο διαφορετικά CD.
2. Λεμεσσός Κύπρου, LCGW 101Β, CD 1997. Εμπλουτισμένη επανέκδοση τμήματος του LCGW 101. Με τους Κώστα Παπαχαραλάμπους και Σπύρο Φιλίππου. Ηχογράφηση 1969.
3. Μέγαρα Αττικής, LCGW 102, LP 1976, CD 1995 εμπλουτισμένο σε συνοδευτικό υλικό. Με τον Ιάκωβο Ηλία και άλλους μουσικούς των Μεγάρων. Επιτόπια ηχογράφηση 1975.
4. Επισκοπή Νάουσας - Βόλακας Δράμας, LCGW 103, LP, σήμερα εξαντλημένο.
5. Πετρούσα Δράμας - Άλωνα Φλώρινας, LCGW 104, LP, σήμερα εξαντλημένο.
6. Κάρπαθος - Κάσος - Κρήτη - Σέρρες - Ξάνθη, LCGW 105, LP, σήμερα εξαντλημένο.
7. Κάλυμνος, LCGW 106 - 107, LP 1982, CD 2001 εμπλουτισμένο. Τοπικοί μουσικοί και τραγουδιστές, επιτόπιες ως επί το πλείστον ηχογραφήσεις 1981-1997. Στα CD περιλαμβάνονται και δυο «τσιμαρίσματα» με τον Παντελή Γκίνη, ηχογραφημένα στην Αθήνα για την Polygram τη δεκαετία του 1960.
8. Τραγούδια και χοροί από τα Αλάτσατα και απ’ την Ερυθραία της Μ. Ασίας, LCGW 108, LP 1992, CD 1996. Με την Κλεονίκη Τζοανάκη και ομάδα τραγουδιστών και μουσικών, κυρίως απογόνων προσφύγων. Επιτόπια ηχογράφηση σε προάστια της Αθήνας, 1990.
9. Τραγούδια και χοροί της Σαλαμίνας, LCGW 109, LP 1991, CD 2002 εμπλουτισμένο. Με τραγουδίστριες από τη Σαλαμίνα και δεξιοτέχνες μουσικούς της ευρύτερης περιοχής. Ηχογραφήσεις 1990 – 1992, ορισμένες επιτόπιες.
10. 12 χοροί, LCGW 110, LP 1988, CD 1995. Ένα από τα λίγα πολυσυλλεκτικά άλμπουμ του Λυκείου με χορούς από τη Μακεδονία, την Κάρπαθο, την Ανατολική Ρωμυλία και την Ήπειρο. Ηχογραφήσεις 1967-1988.
11. Χοροί της Γουμένισσας και της Κεντρικής Μακεδονίας, LCGW 111 - 112, LP 1989, CD 2003 εμπλουτισμένο. Με την κομπανία του Θανάση Σέρκου. Ηχογραφήσεις 1989, 1990, 2001.
12. Τραγούδια και χοροί από τη Σμύρνη και απ΄ την Ερυθραία της Μ. Ασίας, LCGW 113 - 114, LP 1994, CD 1996. Συντελεστές όπως στο LCGW 108. Επιτόπιες ηχογραφήσεις σε προάστια της Αθήνας, 1992 -1993.
13. Χοροί της Ηπείρου, LCGW 115 - 116, LP 1994. Με τις κομπανίες του Γρηγόρη Καψάλη και του Ναπολέοντα Δάμου. Ηχογράφηση 1985.
14. Ανατολική Ρωμυλία: Χοροί από το Νέο Μοναστήρι Δομοκού, LCGW 117, CD 1995. Ομάδα μουσικών του Ν. Μοναστηρίου, απόγονοι προσφύγων από την Βόρεια Θράκη. Ηχογραφήσεις 1987 & 1989, ορισμένες επιτόπιες.
15. Μπούλες, Νάουσα Ημαθίας, LCGW 118 - 101Α, CD 1999, εμπλουτισμένη επανέκδοση τμήματος του LCGW 101. Ζουρνάδες και νταούλια με την οικογένεια του Βαγγέλη Ψαθά, ηχογραφήσεις 1969 και 1999.
16. Φωνές της Δυτικής Μακεδονίας, LCGW 119 - 120, CD 2005. Γυναικείες φωνές από την Αιανή και τη Λευκοπηγή Κοζάνης και τη Σαρακίνα Γρεβενών. Ηχογραφήσεις 1982, 1996, 1999.
17. Ρουμλούκι: Χοροί και τραγούδια από τον «Ρωμιότοπο». LCGW 121 - 125, CD 2008. Βιβλίο με 5 CD, με την κομπανία του Θωμά Πάτμου και άλλους τοπικούς μουσικούς και τραγουδιστές. Ηχογραφήσεις 1989-2005, πολλές από τις οποίες επιτόπιες.
Θα τις βρει κανείς σε ειδικευμένα κεντρικά δισκοπωλεία της Αθήνας και στο πωλητήριο του Λυκείου, Δημοκρίτου 7Α Κολωνάκι.
English summary
Lyceum Club of Greek Women or, in Greek, Lykeion Ellinidon, became widely known as an organization dealing with the research and teaching of traditional Greek dances. Lesser know is the fact that LCGW has produced also a series of high quality recordings of old Greek traditional musics.
LCGW was created in 1911 by Callirhoe Siganou – Parren (1861 – 1940), the first Greek woman journalist, who devoted herself to the struggle of Greek women for equality and to the promotion of the traditional Greek arts and lifestyle. After WWII, as many of the political issues regarding the equality of sexes were resolved, LCGW concentrated on its cultural and educational role. Lefteris Drandakis (b. 1932), the artistic director of the dance and music departments of LCGW since 1966, speaks about the difficulties of researching the traditional dances in the transforming Greek society of the postwar period, about the enormous deficiencies of the Greek dance educational system of that times (which, though improved, has not come to a satisfactory level yet), and about his personal struggle to produce non-compromising albums in spite of the minimal commercial interest for this kind of stuff.
Financed by a small number of devoted friends, though facing the general reluctance of the Greek state, LCGW has produced 17 albums (initially LP’s and now CD’s) since 1975. The first ones were annotated by the great musicologist Foivos Anogeianakis (1915 – 2003), who had also an important share in shaping the LCGW edition. All these albums are focusing on particular villages and customs, performed by the real local musicians and recorded and published with the outmost care. Most of them come in lavishly illustrated books, with lots of further information on the places, the musicians, the dances and the customs and all of them being bilingual.
A brief list of the audio publications is here
- Boules of Naoussa, Imathia – Limassol, Cyprus. LCGW 101, LP 1975, out-of-print. Republished as two individual CD’s.
- Limassol, Cyprus, LCGW 101Β, CD 1997. Enriched re-edition of a part of LCGW 101. Recording 1969.
- Megara of Attica, LCGW 102, LP 1976, CD 1995. Recorded in situ, 1975.
- Episkopi, Naoussa – Volakas, Drama, LCGW 103, LP, out-of-print.
- Petroussa, Drama – Alona, Florina, LCGW 104, LP, out-of-print.
- Karpathos – Kassos – Crete – Serres – Xanthi, LCGW 105, LP, out-of-print.
- Calymnos, LCGW 106 - 107, LP 1982, CD 2001 enriched.
- Songs and dances from Alatsata and Erythrea of Asia Minor, LCGW 108, LP 1992, CD 1996. Recorded in situ in Athens suburbs, 1990.
- Songs and dances of Salamis , LCGW 109, LP 1991, CD 2002 enriched. Recorded 1990 – 1992, partly in situ.
- 12 dances, LCGW 110, LP 1988, CD 1995. Recordings 1967 – 1988.
- Dances from Goumenissa and Central Greek Macedonia, LCGW 111 - 112, LP 1989, CD 2003 enriched. Recordings 1989, 1990, 2001.
- Songs and dances from Smyrni and Erythrea of Asia Minor, LCGW 113 - 114, LP 1994, CD 1996. Recorded in situ in Athens suburbs, 1992 – 1993.
- Dances of Epirus , LCGW 115 - 116, LP 1994. Recorded 1985.
- East Romylia, Dances from Neo Monastiri of Domokos, Lamia , LCGW 117, CD 1995. Recorded 1987 & 1989, partially in situ.
- Boules of Naoussa, Imathia, LCGW 118 - 101Α, CD 1999, enriched re-edition of a part of LCGW 101. Recorded 1969 & 1999.
- Voices of the Western Greek Macedonia , LCGW 119 - 120, CD 2005. Recordings 1982, 1996, 1999.
- Roumlouki. Dances and songs from the “ land of Greeks ” of Imathia. LCGW 121 - 125, CD 2008. Book with 5 discs, recorded 1989 – 2005, partially in situ.
They are available in specialized dealers or directly at the LCGW (www.lykeionellinidon.gr).
|