Ριζίτικα

  • Δημοσίευση
    05.03.10
  • Συντάκτης
    Στυλιανός Τζιρίτας

 
Η συζήτηση και η επανεξέταση του φαινομένου Ξυλούρης έρχεται συνεχώς μπροστά μας στη στράτα, είτε από συναισθηματικά φορτισμένους ακροατές (μα και μουσικούς) είτε από τους συνήθεις Σκύθες σκυλεύοντες πτώματα και περιστάσεις του παρελθόντος, προς όφελος της άδειας φαρέτρας δημιουργίας τους.
 
Το σίγουρο είναι ότι ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί κομβικό σημείο της πορείας όχι μόνο του συνθέτη Μαρκόπουλου και του ερμηνευτή Ξυλούρη, αλλά και της ελληνικής δισκογραφίας. Γιατί, πέρα από τον συμβολισμό που έλαβαν τα ριζίτικα της Κρήτης (και ειδικότερα το "Πότε Θα Κάνει Ξαστεριά"), μέσα στα επόμενα 3-4 χρόνια που ακολούθησαν το δικτατορικό 1971 όταν και εκδόθηκαν (για προφανείς λόγους), αποτέλεσαν μία από τις πρώτες προσπάθειες γεφύρωσης του παραδοσιακού με την πραγματικότητα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, προτού καν εφευρεθούν ή ακουστούν (στην Ελλάδα) όροι όπως ethnic ή fusion. Μπορεί ο Γιάννης Μαρκόπουλος να έπρεπε (μάλλον) να περιοριστεί στις ενορχηστρώσεις και όχι να περάσει και πίσω από την κονσόλα, αλλά κάτι τέτοιο δεν αφαιρεί πολλά από αυτόν τον θαυμάσιο δίσκο. Η στεντόρεια φωνή του Νίκου Ξυλούρη κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια, όχι μόνο διότι πρόκειται για μοναδικό ερμηνευτή, αλλά εξαιτίας του καθαρά βιωματικού τρόπου με τον οποίον μετουσιώνει τους στίχους, χωρίς την ίδια στιγμή να φείδεται είτε συναισθήματος είτε τεχνικής. Μπορούμε χωρίς φόβο να πούμε ότι τα Ριζίτικα έχτισαν τον μύθο Ξυλούρη πάνω σε αδιασάλευτα θεμέλια, μιας και η επαναδιαπραγμάτευση σε αυτά της κρητικής παράδοσης, αλλά και της βυζαντινής ψαλτικής και της χριστιανικής γενικότερα παράδοσης της λύτρωσης, υπήρξε καθοριστική. Είναι με τον δίσκο ακριβώς αυτό που ο Ξυλούρης πέρασε κυριολεκτικά στην καλλιτεχνική αθανασία, μιας και οι ερμηνείες του δεν επισκιάζονται από τίποτα άλλο μέσα σε αυτό τον δίσκο. Η χειρότερη δηλαδή μίξη της υφηλίου να είχε γίνει, η χειρότερη ηχοληψία, δεν θα μπορούσε να ρίξει πέπλο λήθης σε μια τόσο στεντόρεια φωνή, που άντλησε από το βιωματικό της τοπίο το συναισθηματικό βάρος ώστε να ερμηνεύσει μία παράδοση χρόνων, καθιστώντας την απόλυτα σημερινή. Όχι μόνο για το 1971, αλλά ακόμα και για τη μπασταρδεμένη συνειδητότητα ετούτης της χώρας εν έτη 2010.
 
Από το υπέροχο εξώφυλλο (που θυμίζει καρέ από την Αλληγορία, το υπέροχο αυτό πειραματικό δημιούργημα του Κώστα Σφήκα), στο εισαγωγικό και αρκετά ηρωικό σημείωμα του Γιάννη Μαρκόπουλου, κι από εκεί στο θιαμπόλι και στην ασκομαντούρα που διανθίζουν ετερόκοσμα τις παραδοσιακές και λαϊκές συνθέσεις υπάρχει μία διαρκής πάλη ώστε να καταδειχθεί το απαραίτητο της διάσωσης αυτής της ελληνικής παρακαταθήκης. Πέρα από τον όποιο τοπικισμό που χαρακτηρίζει τον Μαρκόπουλο (ίσως και εμένα), θα ήταν εγκληματικό να χαθεί μια τέτοια ηχητική ρίμα πέτρας και νότας, ελαιόριζας και λόγου. Θα είχε ανάλογη βαρύτητα με την εξαφάνιση π.χ. από τη συνείδησή μας της διονυσιακής μάντρας της Θράκης ή του λυσσασμένου θρήνου του Πόντου. Για να κατανοήσει βέβαια κανείς τον δίσκο σε όλη του αυτή τη διάσταση, θα πρέπει να πάει πέρα από την ηχητική του ταυτότητα και να αφουγκραστεί τη στιχοπλοκία των παραδοσιακών αυτών σεντουκιών, που στέκουν ως άλλοι θάλαμοι και οντάδες (σοφίτες) της καθαρά φιλοσοφικής διάστασης της Κρήτης, όπως αυτή διαμορφώθηκε από ψύχραιμους σκεπτικιστές μα και νευρώνες σκέψης πάνω σε θέματα όπως η γη, η πατρίδα, η φιλία, ο θάνατος, η πατρότητα/μητρότητα, ο Θεός, το παρόν και το παρελθόν. Ο ακροατής πρέπει λοιπόν να ακούσει πέρα από τους πρώτους συμβολισμούς των λέξεων για να αντιληφθεί το νόημα που υπάρχει, πρέπει να πάει πέρα τη φολκλορική εικόνα που έχει για την Κρήτη (ειδικά οι νεότεροι, όσοι την κατανάλωσαν σε τσιπουράδικα και ρακομελάδικα αμφιβόλου γνησιότητας) ώστε να διαβάσει τους αέναους θιαρμούς (εξοβελισμούς) εναντίον αυτού που απειλεί την κοινωνική ειρήνη. Διότι αυτό διατυμπάνιζαν και υπερασπίζονταν τα ριζίτικα: την κοινωνική ειρήνη η οποία πρέπει να κατακτηθεί με σεβασμό στον συνάνθρωπο, ψυχραιμία αλλά και αυστηρότητα μόνο απέναντι σε όποιον επιβουλεύεται αυτή την ισορροπία.
 
Δίσκος που δεν μπορεί να κατανοηθεί με στεγανά απέναντι σε κοινωνικά σύμβολα (π.χ. οικογένεια), σε θρησκευτικά αρχέτυπα (η αθεΐα και ο μηδενισμός πρέπει να έχουν στην Κρήτη τους λιγότερους θιασώτες) ή στην πατρίδα ως βιωμένο τόπο – όχι ως σύμβολο επικράτησης εναντίον ιδεών, ψυχών και σωμάτων. Για αυτό και τα Ριζίτικα στάθηκαν ο Ρουβίκωνας τόσο για τον Ξυλούρη, όσο και για τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Τον διάβηκαν και ο καθένας από εκεί και πέρα ανέλαβε τις ευθύνες του απέναντι στη σοβαρότητα και στις τομές που επέφερε αυτό το έργο. Δίσκος απαραίτητος για όποιον φιλοδοξεί να έχει μια στοιχειώδη ελληνική δισκοθήκη.  

 

ΣΧΟΛΙΑ

Share on Myspace
 

Inbox :: Ελληνικά > Χρονομηχανή

Mech▲nimal και The Rattler Proxy Live στο six dogs
Δύο μπάντες με παρυφές στον σκληρό ηλεκτρονικό ήχο... >>
Στυλιανός Τζιρίτας
Τα Τραγούδια Μου
Γιώργος Νταλάρας
Αν, υποθετικά, κάποιος εντελώς άσχετος με το ελληνικό... >>
Αλέξης Βούκαλης
Ζεστά Ποτά
 Το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 υπήρξε η πιο... >>
Βύρων Κριτζάς
Jasmine
Keith Jarrett & Charlie Haden
Ο Keith Jarrett δεν χρειάζεται συστάσεις. Εντάξει, όχι ότι... >>
Χάρης Συμβουλίδης
Ηλίας Ανδριόπουλος, Σωτηρία Μπέλλου, Μιχάλης Μπουρμπούλης
Στην εποχή που διανύουμε δείχνει να γίνεται ολοένα και... >>
Γιάννης -Πίκπας- Ιωάννου
Ριζίτικα
 Η συζήτηση και η επανεξέταση του φαινομένου Ξυλούρης... >>
Στυλιανός Τζιρίτας

FACEBOOK