search

ΑΡΘΡΑ

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν ένας υποτίθεται έγκριτος αρθρογράφος και ένας φέρελπις πολιτικός επενδύουν στην αποδόμηση ενός νεκρού ανθρώπου, μπας και «καθαρίσουν» για το ποιος ευθύνεται για τη δική τους πτώση και απαξίωση...

Να εξηγούμαι. Ούτε το Twitter αγαπώ, ούτε την ανωνυμία στο διαδίκτυο μπορώ να υπερασπιστώ. Έχω εντελώς διαφορετικές συντεταγμένες για τον δημόσιο βίο και λόγο, οπότε επιλέγω να χρησιμοποιώ το συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης ως εργαλείο δουλειάς, αλλά και για μερικά σχόλια περιορισμένα. Η χρήση του, άλλωστε, και η «ιδεολογικοποίηση» της ανωνυμίας σε αυτό –η οποία εδράζεται σε προσωπικά αξιώματα και όχι σε μια σαφώς διαμορφωμένη πραγματικότητα– επιβάλλουν να κρατώ αποστάσεις από την ενδεχόμενη φρίκη. Όποιος θέλει λοιπόν να αντιπαρατεθεί με τέτοιους όρους, ας το πράξει. Μακριά όμως από εμένα, διότι δεν διαθέτω το κατάλληλο ψυχικό απόθεμα να ασχολούμαι με τέτοιες αντιπαραθέσεις.

Δεν μπορώ όμως παράλληλα να μην αναγνωρίσω σε όσους πρωταγωνιστούν επί χρόνια στο συγκεκριμένο μέσο, ότι υπάρχουν διαφορετικής υφής ανώνυμοι χρήστες. Με άλλα λόγια, υπάρχουν εκείνοι που σέβονται στο «άβατάρ» τους και οι υπόλοιποι, όσοι λειτουργούν με όρους μάζας. Μπουλουκηδόν επιτίθενται, με τον ίδιο τρόπο αμύνονται, αηδιαστικά επενδύουν πάνω στη φρίκη και στη συκοφαντία. Το ζήτημα είναι εάν έχεις την όρεξη να εμπλακείς σε τέτοιου είδους «πολέμους», όταν μάλιστα γνωρίζεις ότι στο Twitter επικρατεί, δυστυχώς, ο νόμος του πιο φωνακλά.





Έχεις όρεξη να μπλέξεις εκεί μέσα; Αν ναι, τότε δεν έχεις αυτονόητα και το δικαίωμα να γκρινιάζεις για το πώς συμπεριφέρεται ένα ευάριθμο σύνολο, το οποίο μοιάζει με συρφετό. Διότι, αφού είσαι ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα που ευαγγελίζεται τη χρήση των νέων τεχνολογιών, σημαίνει ότι τους κανόνες τους γνώριζες εξ αρχής. Τους γνώριζες και επέλεξες να μπλέξεις με τα πίτουρα. Και επειδή οι κότες κυριαρχούν εκεί μέσα, στο τέλος θα σε φάνε.

Όλες αυτές οι αναφορές αφορούν τη θλιβερή επίθεση που εξαπέλυσε πρώτος ο Ανδρέας Πετρουλάκης και έπειτα ο Σταύρος Θεοδωράκης εναντίον του «Γαλαξιάρχη» ("Galaxyarchis" στους παρεπιδημούντες το Twitter). Ο πρώτος θέλησε να του φορτώσει έναν «ακραία διχαστικό με εξαιρετική ικανότητα στο μίσος λόγο». Ο δεύτερος τον κατέταξε στα «αποβράσματα» του διαδικτύου και του Τύπου.

Ποιοι είναι διχαστικοί και ποιοι αποβράσματα, ας μην το πιάσουμε εδώ. Ας μην εξετάσουμε επίσης τι μπορεί να επιφέρει μια ευγονικού τύπου αντίληψη για την πολιτική, που συλλήβδην μιλά για «ψεκασμένους ψηφοφόρους», για «ηλίθιους που ψήφισαν την κυβέρνηση» και άλλα τέτοια τινά. Και ας σταθούμε στη ρυπαρότητα που αποπνέουν οι μοσχοβολημένες «γνώμες» σε ιστοσελίδες με καθεστώς εργασίας τύπου γαλέρας.

103y-2.jpg

Εάν ο «Γαλαξιάρχης» και ο κάθε χρήστης του ίντερνετ έχει τη μία ή την άλλη τακτική, αυτό είναι δική του δουλειά –στον βαθμό βέβαια που σέβεται ή όχι τους νόμους του ίδιου του μέσου κοινωνικής δικτύωσης και τους νόμους των ανθρώπων. Το τι δουλειά θα κάνει εκτός του διαδικτύου, είναι επίσης δική του υπόθεση. Και είναι παραπάνω από σεβαστό να αποσύρεται όταν διαπιστώνει ότι η αγαπημένη του ενασχόληση συγκρούεται με το επαγγελματικό του συμφέρον.

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν ένας υποτίθεται έγκριτος αρθρογράφος και ένας φέρελπις πολιτικός επενδύουν στην αποδόμηση ενός νεκρού ανθρώπου, προκειμένου να ρίξουν το δηλητήριό τους στην πολιτική ζωή. Όταν δηλαδή πάνε να φτιάξουν θεωρίες συνωμοσίας μπας και «καθαρίσουν» για το ποιος ευθύνεται για τη δική τους πτώση, τη δική τους απαξίωση, τη δική τους προσωπική φρίκη.

Σε τελική ανάλυση, αυτό που μετρά είναι τι κάνεις και τι λες στην πραγματική ζωή. Εκεί να μετράμε τους ανθρώπους και όχι στα ιντερνετικά κατασκευάσματα. Όταν μεταφερθεί εκεί η συζήτηση, μακριά από την τοξικότητα του διαδικτύου, των ομάδων επικοινωνίας και των casual σακιδίων, τότε πολλά θα ξεκαθαρίσουν.