search

MONDAY BLUES

Η κιθαριστική ιδιοσυγκρασία συναντά την pop αμεσότητα στον 5ο δίσκο της χαρισματικής τραγουδοποιού –και το αποτέλεσμα ακτινοβολεί ατόφια ευφυΐα, για μία ακόμα φορά...

Ο δίσκος της εβδομάδας

St. Vincent – MASSEDUCTION

Ποιος θα το φανταζόταν το 2007, όταν η St. Vincent μάς πρωτοσυστήθηκε σόλο με εκείνο το «ταπεινό» Marry Me, ότι 10 χρόνια αργότερα θα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του indie (όσο περιοριστικός κι αν φαντάζει για την περίπτωσή της ο όρος); Aκόμα και με το εξαιρετικό Actor (2009), το οποίο ούρλιαζε για τις προοπτικές της δημιουργού του, θα χρειαζόταν ζωηρή φαντασία για να προβλέψει κανείς το τι θα επακολουθούσε. Να προβλέψει δηλαδή ότι η Annie Clark θα έπαιζε πλέον μπάλα μόνο στην «premier league» της indie δισκογραφίας, παραδίδοντας –αρχής γενομένης με το Strange Mercy (2011)– δουλειές επιπέδου «υποψήφιο άλμπουμ χρονιάς» και μόνο. Τέτοιος δίσκος ήταν και ο ομώνυμος του 2014, τέτοιος είναι και ο νέος της.


Το MASSEDUCTION βρίσκει τη St. Vincent να πατάει γερά στις βασικές αναφορές της (Brian Eno, David Byrne, David Bowie, Fiona Apple, TV On The Radio κοκ.), χωρίς να χάνει την ιδιοσυγκρασία της –κάτι που εξάλλου δεν συνέβη ποτέ μέχρι σήμερα. Πλην, όμως, με πιο στρωτή γραφή, λιγότερες «αρμονικές δυσαρμονίες» και, κυρίως, με ενισχυμένη αυτή τη φορά την (φαινομενικά έστω) εύθυμη/παιχνιδιάρικη διάθεση· τάση η οποία κυοφορούνταν ήδη σε singles όπως το “Cruel” (από το Strange Mercy) και έγινε ο κανόνας μετέπειτα, στον προηγούμενο δίσκο. Μοιάζει έτσι να βρίσκεται όσο πιο κοντά στην pop έχει βρεθεί ποτέ, με τη συμβολή της κιθάρας να είναι επίσης μικρότερη σε σύγκριση με κάθε προηγούμενη δουλειά της, αν και ακόμα αισθητή· ευτυχώς δηλαδή. Γιατί οτιδήποτε διαφορετικό θα ήταν σκανδαλώδες για την πιο cool γυναίκα που έχει πιάσει ηλεκτρική κιθάρα στα χέρια της από την εποχή …δεν ξέρω και εγώ ποιανής.

Με ή χωρίς κιθάρα, πάντως, η σαγήνη της εκκεντρικής τραγουδοποιίας της St. Vincent καλά κρατεί, με τις εκπληκτικές ιδέες να ξεχειλίζουν στα περισσότερα από τα κομμάτια της tracklist –κι ας λείπει λιγάκι η αβανγκαρντίλα που κάποτε έδινε κι έπαιρνε. Η δημιουργικότητα πιάνει ταβάνι στο "Pills", αποκορύφωμα του οποίου το λαμπρό κιθαριστικό σόλο λίγο πριν τη μέση, που παρά την απλότητά του είναι ικανό να στείλει αδιάβαστους μυριάδες μακρυμάλληδες που ιδρώνουν πάνω από τις πεντατονικές πασχίζοντας να ακουστούν αιχμηροί (απολογίες για το stereotyping).

Το κομμάτι αυτό, μαζί με τα εκπληκτικά “Hang On Me” και “Masseduction” σχηματίζουν μια τριπλέτα-δυναμίτη για την εκκίνηση του δίσκου. Τα singles “Los Ageless” και “New York” κρατούν  κατόπιν ψηλά τη δυναμική του στα μισά της tracklist, ενώ προς το τελείωμα ξεχωρίζει το μπριζωμένο (σαν νεαρό εραστή) “Young Lover” και βέβαια το “Smoking Section”, το οποίο δίνει μια φουτουριστική διάσταση σε παλιές, γνώριμες φόρμες. Κάπου στο ενδιάμεσο παρεμβάλλονται και 2-3 πιο αδύναμες στιγμές, αλλά ευτυχώς δεν είναι ικανές να νοθεύσουν ιδιαίτερα το αποτέλεσμα, ούτε αφαιρούν πολλά από την απόλαυση της ακρόασης.

Παράλληλα, σε επίπεδο στίχων το MASSEDUCTION αποτελεί ίσως ό,τι πιο προσωπικό και αποκρυσταλλωμένο έχουμε συναντήσει στη δισκογραφία της χαρισματικής Αμερικανής. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι αποτελεί τον πρώτο δίσκο της στον οποίο τα κομμάτια που στιχουργικά …βγάζουν νόημα είναι περισσότερα από εκείνα που δεν βγάζουν. Αν και, ας είμαστε ειλικρινείς, με τόσα ενδιαφέροντα που συμβαίνουν στη μουσική, στην τεχνική και στο performing της, οι στίχοι μάλλον είναι το τελευταίο θέλγητρο για τον ακροατή.

Για την πληρότητα του πράγματος θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμη ότι έχει γίνει καταπληκτική δουλειά στην παραγωγή (αισθητή η βελτίωση σε σχέση με το St. Vincent), όπως και στην όλη αισθητική συνοχή του δίσκου, παρά την πολυαναφορικότητα του songwriting και την ποικιλομορφία της υφολογίας των κομματιών –ο εγγενής χαμαιλεοντισμός της Clark δεν θα μπορούσε να οδηγήσει πουθενά αλλού, παρεμπιπτόντως.

Η σύγκριση του MASSEDUCTION με το Strange Mercy και με το ομώνυμο άλμπουμ είναι δύσκολη –και οι τρεις δίσκοι βρίσκονται περίπου στο ίδιο επίπεδο– και μάλλον δεν έχει και μεγάλο νόημα για την ώρα. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι, όπως και οι δύο προηγούμενοι, έτσι και ο νέος αυτός δίσκος όχι μόνο θα αναδειχθεί ως ένας από τους καλύτερους της χρονιάς του, αλλά θα καταχωρηθεί και στη συλλογική μνήμη των μουσικόφιλων ως μία από τις λαμπρότερες στιγμές του indie των 2010s.



Ακούστε επίσης

King Krule – The Ooz

Δέκα λεπτά να μιλήσεις με τον Archy Marshall, τον 23χρονο ginger Βρετανό που βρίσκεται πίσω από το όνομα King Krule, αρκούν για να πάρεις χαμπάρι τον δημιουργικό ζωμό που κοχλάζει μέσα του –μου συνέβη πριν μερικά καλοκαίρια, στη μοναδική του επίσκεψη στην Ελλάδα. Αυτό γίνεται εμφανές και μέσα από τον δεύτερο δίσκο του υπό το παρόν project, ο οποίος κινείται κάπου ανάμεσα στον ήχο που καθιέρωσε ο James Blake και στον trip hop ήχο της δεκαετίας του 1990. Αν και ο ίδιος είναι δεινός κιθαρίστας, η κιθάρα (η οποία κυριαρχούσε σε κάποιες από τις πρώιμες ηχογραφήσεις του) ακούγεται να παίζει σιγανά κάπου στο βάθος.

Ο Marshall παίζει στα δάχτυλα διαθέσεις και ατμόσφαιρες, αλλά έχει ακόμη δρόμο μπροστά του στο κομμάτι της σύνθεσης. Όταν βελτιώσει τις μελωδίες του, ενδεχομένως να μας χαρίσει κάτι το αριστουργηματικό. Μέχρι τότε, αυτός ο δεύτερος δίσκος δίνει αρκετούς λόγους για να κρατήσουμε το όνομά του καταχωρημένο στη λίστα των καλλιτεχνών που θα παρακολουθούμε στενά.



Courtney Barnett & Kurt Vile  – Lotta Sea Lice

Υπάρχει ένα καλό κι ένα κακό στη συνεργασία αυτή ανάμεσα σε δύο από τους καλύτερους singers/songwriters του σημερινού μουσικού τοπίου. Το καλό είναι ότι έχουν ταιριάξει άψογα, έχοντας συναντηθεί κάπου στη μέση του δρόμου που χωρίζει τους (όχι ιδιαίτερα μακρινούς, έτσι κι αλλιώς) επιμέρους ήχους τους. Το κακό είναι ότι το υλικό τους δεν συγκρίνεται ούτε κατά διάνοια με ό,τι έχουν κάνει σόλο τα τελευταία χρόνια –εξαιρούνται καναδυό κομμάτια. Αν είστε από εκείνους που βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο, σπεύσατε. Αν είστε από τους άλλους, ακούστε κρατώντας μικρό καλάθι.



Wolf Alice – Visions Of A Life

To «σπρώξιμο» που τρώνε οι Wolf Alice στη Βρετανία, δεν λέγεται˙ συντάκτης του NME, μάλιστα, τους χαρακτήρισε στην κριτική για τον τελευταίο αυτόν δίσκο ως την «καλύτερη μπάντα στη Βρετανία», δίνοντας πέντε στα πέντε αστέρια. Και παρότι πρόκειται για κραυγαλέα υπερβολή, υπάρχουν στοιχεία αλήθειας στη δήλωσή του: στις καλές τους στιγμές, οι Wolf Alice αιφνιδιάζουν τον ακροατή με τις ιδέες που σπανίζουν στο κορεσμένο (αλλά και κουρασμένο) indie rock του Νησιού –αν και δεν διεκδικούν την αυθεντικότητα για το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής τους. Ο νέος τους δίσκος είναι εξίσου καλός με τον προηγούμενο.