search

INDIESTOPIA

Ξεφυλλίζοντας το ανανεωμένο γλωσσικό της αμερικάνικης τραγουδοποιίας των καιρών μας, ανατρέχουμε στο πώς οι σημαντικότεροι εκφραστές της έχουν καταφέρει να διατηρήσουν διαχρονική την τέχνη που υπηρετούν, ενώ παράλληλα την ανανεώνουν...

Στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο μερών αυτού του αφιερώματος κυκλοφόρησε το Day Of The Dead, μία επική συλλογή τριών CD με διασκευές σε προσεχτικά επιλεγμένα κομμάτια από την πλούσια (και σπουδαία) δισκογραφία των Grateful Dead. Πίσω της βρίσκονται οι δίδυμοι αδερφοί Dessner, κινητήριοι μοχλοί της ανθεμικής alternative μπάντας The National, οι οποίοι –έχοντας ως απώτερο σκοπό να μυήσουν ανήσυχους ακροατές στο μαγικό σύμπαν του εμβληματικού ροκ σχήματος, δημιουργώντας μία νοητή γέφυρα μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος της αμερικάνικης ροκ σύνθεσης– κάλεσαν την αφρόκρεμα των ανεξάρτητων μουσικών την πατρίδας τους ώστε να συμβάλλουν στην πραγμάτωση του κολοσσιαίου project.

Στο Day Of The Dead συμμετέχουν λοιπόν όλοι σχεδόν οι καλλιτέχνες που φιλοξενεί η στήλη στο συγκεκριμένο αφιέρωμα και (πέρα από μία καλή ευκαιρία για πρώτη αναγνωριστική επαφή με την προσέγγιση του καθενός), αποτελεί και μία ιδιαίτερα περιεκτική σύνοψη του ποιοτικού τοπίου αυτής της αχανής έκτασης. Συνεχίζουμε έτσι με αλφαβητική σειρά τις ιστορίες μας, από εκεί όπου είχαμε μείνει στο προηγούμενο Indiestopia...



Ο Josh Martin, γνωστός με το ψευδώνυμο Daughn Gibson (προέρχεται από τον country τροβαδούρο Don Gibson και τον blues σπεσιαλίστα Steve Ray Vaughan), γεννήθηκε το 1981 στην επαρχιακή Pennsylvania και από μικρός θυμάται να έχει μανία με τους Led Zeppelin, το metal και τον Freddie Krueger. Δεν άργησε έτσι να αγοράσει τα πρώτα του ντραμς και να τζαμάρει με τους δύο φίλους του, δημιουργώντας λίγα χρόνια αργότερα τη stoner metal μπάντα Pearls And Brass, οι οποίοι διαλύθηκαν γρήγορα –έχουν να επιδείξουν μία μόνο αξιόλογη κυκλοφορία, στη Drag City. Εντωμεταξύ, για να βγάλει τα προς το ζην, δούλευε αρχικά στο ταμείο ενός sex shop, ενώ στη συνέχεια πήρε δίπλωμα οδήγησης φορτηγού.

72_2.jpg

Ήταν σε αυτές τις δεκάωρες διαδρομές εν ώρα εργασίας που συντονιζόταν σε country σταθμούς, ανακαλύπτοντας τον συγκινητικό κόσμο του είδους. Μερικά χρόνια αργότερα, ενώ είχε πλέον εκτεθεί και σε πειραματικά, ηλεκτρονικά ακούσματα (Demdike Stare, για παράδειγμα), συνέθεσε το προσωπικό του ντεμπούτο ως Daughn Gibson, το Αll Hell: ένα μακάβριο southern gothic αφήγημα. Μέχρι σήμερα έχουν ακολουθήσει άλλοι δύο δίσκοι, ελαφρώς κατώτεροι, οι οποίοι προάγουν περισσότερο το ηλεκτρονικό στοιχείο. Αλλά είναι αυτή η φρέσκια και τόσο επίκαιρη ματιά του Gibson που τον αναδεικνύει σε έναν από τους πιο ανανεωτές του μοντέρνου αμερικάνικου πενταγράμμου.

Για να αφηγηθεί κανείς την ιστορία αναγέννησης του Justin Vernon χρειάζεται πολύ παραπάνω από δύο παραγράφους, αλλά εδώ θα αναφέρουμε τους σημαντικότερους σταθμούς προς τη μαζική αποδοχή που απόλαυσε ως Bon Iver. Ο Vernon γεννήθηκε και μεγάλωσε στην κωμόπολη Eau Claire της μεσοδυτικής πολιτείας Wisconsin. Σπούδασε στο τοπικό πανεπιστήμιο μουσική θεωρία μαζί με θεολογικά, ενώ παράλληλα έπαιζε σε πολλές μικρές μπάντες, σχηματίζοντας τελικά τους DeYarmond Edison με τους καλύτερούς του φίλους, με τους οποίους κι έφυγε για τη Βόρεια Καρολίνα, σε αναζήτηση μίας πιο δραστήριας σκηνής. Εκεί, όμως, τα πράγματα κλιμακώθηκαν απότομα προς το χειρότερο: πρώτα τσακώθηκε με τους φίλους του αποχωρώντας από τη μπάντα, έπειτα χώρισε με την κοπέλα του και έχασε πολλά χρήματα σε παρτίδες διαδικτυακού πόκερ, ενώ (σαν να μην έφθαναν αυτά) διαγνώσθηκε και με πνευμονία, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε μόλυνση του συκωτιού.

72_3.jpg

Αποφάσισε λοιπόν να εγκαταλείψει την εγκόσμια ζωή και να απομονωθεί εντελώς, ζώντας στην κυνηγετική καλύβα του πατέρα του στο χειμερινό, ορεινό Wisconsin. Εκεί εμπνεύστηκε το όνομα Bon Iver από την τηλεοπτική σειρά Northern Exposure και άρχισε να συνθέτει νέα τραγούδια με μία διαφορετική προσέγγιση, η οποία βασιζόταν στο φαλτσέτο και στη μουσική κληρονομιά των Απαλαχίων. Έτσι προέκυψε το αριστουργηματικό For Emma Forever Ago, δίσκος που συλλαμβάνει το αίσθημα της ψυχικής ερημιάς του χειμώνα όσο ελάχιστοι. Αρχικά κυκλοφόρησαν μόνο 500 αντίτυπα, απόκτησε ωστόσο μυθικές διαστάσεις στο indie κοινό όταν εξυμνήθηκε από το Pitchfork, φτάνοντας σήμερα να είναι ένα από τα πιο ευπώλητα βινύλια της πρόσφατης μουσικής ιστορίας.

Η συναισθηματική αμεσότητα του ντεμπούτο θυσιάστηκε στη συνέχεια για τις πιο πλούσιες και πολύπλοκες ενορχηστρώσεις του Bon Iver Bon Iver, για το οποίο ο Vernon κέρδισε πάντως Grammy για καλύτερο νέο καλλιτέχνη και καλύτερο εναλλακτικό άλμπουμ. Έκτοτε έχει συμμετάσχει και σε άλλα projects, όπως λ.χ. σε δίσκους του Kanye West και του James Blake, ενώ έχει δραστηριοποιηθεί και με νέα δικά του σχήματα σαν τους Volcano Choir. Η τρίτη, πολυαναμενόμενη προσπάθειά του ως Bon Iver αγνοείται ακόμη.



O Kevin Morby, τώρα, μπορεί να μην έχει καταθέσει ακόμη το απόλυτο breakhrough του, αλλά με κάθε νέα δουλειά αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες και αξιόπιστους τεχνίτες της αμερικάνικης σύνθεσης. Μεγάλωσε στο Kansas των 1990s παίζοντας κιθάρα από τα 10, όπου έφτιαξε και τη noise punk μπάντα Creeping Aliens στα εφηβικά του χρόνια. Έπειτα, αφού ολοκλήρωσε τις πανεπιστημιακές του σπουδές, μετακόμισε στο Brooklyn της Νέας Υόρκης, το οποίο είχε αγαπήσει μέσα από τις ταινίες. Εκεί ξεκίνησε να πιάνει πρόχειρες δουλειές (σερβιτόρος σε καφέ, οδηγός ποδηλάτου για delivery), ενώ αργότερα άρχισε να παίζει στην indie folk μπάντα Woods καθώς και στους noise pop Babies, τους οποίους σχημάτισε με την Cassie Ramone των Vivian Girls.

72_4.jpg

Κάποια στιγμή κουράστηκε όμως από αυτήν τη ζωή και αποφάσισε να τα παρατήσει όλα, μετακομίζοντας στο L.A. Με βάση την ηλιόλουστη δυτική ακτή έχει έκτοτε συνθέσει τρεις εξαίσιους δίσκους στον αστερισμό των αγαπημένων του καλλιτεχνών, μα με διακριτό το δικό του στίγμα. Κορυφαία του κατάθεση το φετινό Singing Saw: ένα φυσιολατρικό διαμάντι υπαρξιακού στοχασμού.

Το βιογραφικό του Mark Kozelek θα μπορούσε επίσης να γεμίσει τόμους, αλλά εδώ θα σταθούμε στις πιο ξεχωριστές στιγμές αυτής της ιδιόρρυθμης προσωπικότητας. Γεννήθηκε το 1967 στο Massilon του Ohio και ήδη από την εφηβεία ήταν μπροστάρης των God Forbid. Στη συνέχεια μετακόμισε στην Ατλάντα και τελικά στο Σαν Φρανσίσκο, όπου σχημάτισε τους slowcore Red House Painters, με τους οποίους και κυκλοφόρησε 6 δίσκους. Με τη διάλυση της μπάντας ακολούθησε σόλο καριέρα: αρχικά με το όνομά του –κυκλοφορώντας τo 2001 έναν δίσκο αποκλειστικά με διασκευές σε κομμάτια των ...AC/DC!– και στη συνέχεια υιοθετώντας το όνομα Sun Kil Moon· παράλληλα, δημιούργησε και τη δικιά του δισκογραφική, Caldo Verde.

72_5.jpg

Στους δίσκους που ακολούθησαν, ο Kozelek συνεργάστηκε με πολλά γνωστά ονόματα της indie συνομοταξίας (Will Oldham, Ben Gibbard κ.ά.), αλλά η μουσική του άρχισε να απασχολεί πραγματικά όταν απόκτησε τη ζεστασιά και την ειλικρίνεια που της έλειπε. Έτσι από το 2012 και το βασισμένο σε προσωπικές του εμπειρίες Among The Leaves άρχισε να αναδύεται ένα πιο αυτοβιογραφικό στυλ γραφής, το οποίο κορυφώθηκε στο συγκινητικό Benji, το άλμπουμ εκείνο που του έδωσε το δικαίωμα να γίνεται πρώτο θέμα και για μη μουσικούς λόγους: είτε για τη λογομαχία του με τον Adam Granduciel (με τα αντίστοιχα σατιρικά κομμάτια), είτε για το μισογυνιστικό του παραλήρημα. Το 2016 τον βρήκε να εξερευνά πιο μεταλλικά μονοπάτια στη συνεργασία του με τον Justin Broadrick των Jesu και τώρα πια όλοι αναμένουν την επόμενή του κίνηση με τόση ανυπομονησία, όση δεν είχε γνωρίσει ποτέ στην 25χρονη καριέρα του.



Ακόμη ένας ευφυέστατος μουσικός της γενιάς του είναι ο πολυοργανίστας M.Ward, ο οποίος μέσα από τους 8 προσωπικούς του δίσκους και τις υπόλοιπες δουλειές του –με τη Zoey Deachanel δηλαδή στους She And Him και στο σούπερ γκρουπ Monsters Of Folk– καταπιάνεται με τις πιο παραδοσιακές φόρμες του αμερικάνικου αγρού (blues, country, gospel), περνώντας τις από ένα indie άλεσμα, ώστε να αποτυπώσει σε αυτές την αισθητική της εποχής.

72_6.JPG

Ο βιρτουόζος κιθαρίστας μεγάλωσε στην κοινότητα Ventura της Καλιφόρνια και από μικρός μάθαινε κομμάτια των Beatles στην κιθάρα του μεγάλου του αδερφού. Μετά το κολέγιο μετακόμισε στo Portland και κυκλοφόρησε την πρώτη του lo-fi δουλειά Duets For Guitars #2 (1999). Οι κριτικοί θεωρούν το αντιπολεμικό μανιφέστο Post-War (2006) ως την πιο δυνατή του συλλογή τραγουδιών, αλλά προσωπικά πιστεύω πως είναι το τόσο όμορφα άγουρο Transfiguration Of Vincent (το οποίο βασίζεται σε προπολεμική folk) που αποκρυσταλλώνει το όραμά του. Φέτος κυκλοφόρησε έναν ακόμη αξιόλογο δίσκο (με τίτλο More Rain και με doo-wop σκελετό), ενώ δούλεψε και στην παραγωγή του δίσκου της Mavis Staples, αποδεικνύοντας πως το καλλιτεχνικό του άγγιγμα διαθέτει διαχρονικότητα και όχι ρετρολαγνεία.

Η ιστορία του Matthew Houck από την Αlabama –ή Phosphorescent, όπως είναι το όνομα με το οποίο ηχογραφεί– είναι εξίσου συναρπαστική. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, άρχισε να ταξιδεύει σε ολόκληρη την υφήλιο και να παίζει στον δρόμο και σε καφέ. Η αναγνώριση ήρθε το 2005 με το δεύτερο άλμπουμ του Aw Come Aw Wry, στο οποίο μπλέκει γηγενή τραγουδοποιία με αναγεννησιακές τεχνικές παιξίματος για να αποδώσει ένα εξαιρετικά εύθραυστο δημιούργημα, που του έδωσε μεταγραφή στη Dead Oceans.

72_7.jpg

Ακολούθησαν 3 καθαρόαιμοι americana δίσκοι (μέσα σε αυτούς και μία συλλογή με διασκευές σε κομμάτια του Willie Nelson), μέχρι που φτάσαμε στο 2013 και στο τελευταίο του άλμπουμ Muchacho, με το οποίο κι έκανε γερό μπάσιμο στο ευρύτερο κοινό, κυρίως μέσω του υπέροχου “Zula”, που έκτοτε ακούστηκε σε αμέτρητες σειρές και ταινίες. Τα διαχρονικά προβλήματα αλκοολισμού και κατάχρησης ουσιών δεν τον έχουν εγκαταλείψει, αλλά μέσα από τη συνειδητοποιημένη αισιοδοξία του Muchacho φαίνεται να περπατάει πια στο σωστό μονοπάτι.



Τελευταίο αφήγημα αυτό του κλειστού και μυστήριου τύπου με την σπαραχτική, ανατριχιαστική φωνή που ακούει στο όνομα Ray LaMontagne. O μελαγχολικός crooner μεγάλωσε στο New Hampshire μαζί με τη μητέρα και τα 6 αδέλφια του: όπως μάλιστα ο ίδιος έχει πει, στην εφηβεία του προτιμούσε να ζωγραφίζει Dungeons & Dragons χαρακτήρες, παρά να προσέχει στην τάξη. Όταν τελείωσε με το σχολείο άρχισε να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο παπουτσιών στο Maine, αποφάσισε όμως να παρατήσει την ανιαρή αυτή δουλειά και να κυνηγήσει την τύχη του ως μουσικός όταν μία μέρα ξύπνησε από το ραδιόφωνο, το οποίο έπαιζε το "Treetop Flyer" του Stephen Stills.

Το παρθενικό του άλμπουμ Trouble κυκλοφόρησε το 2004, αποκτώντας cult διαστάσεις –πολλά κομμάτια του θα χρησιμοποιούνταν σε αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές. Οι επόμενοι δίσκοι γνώρισαν ανέλπιστη εμπορική επιτυχία, με το Gossip Grain του 2008 να φτάνει μάλιστα μέχρι και το νούμερο 3 του Billboard και με το αγαπημένο μου God Willin’ And The Creek Don’t Rise να κερδίζει Grammy καλύτερου σύγχρονου folk δίσκου (2010). Στις δύο τελευταίες του δουλειές έχει υιοθετήσει πιο ηλεκτρικό ήχο, αφήνοντας στην άκρη τις ακουστικές περιπέτειες.

72_8.jpg

Μέσα από αυτά τα δύο τελευταία Indiestopia ευελπιστώ να κατάφερα να αποτυπώσω όσο πιο περιεκτικά γίνεται τις ιστορίες των αξιότερων συνεχιστών της σπουδαίας αμερικάνικης μουσικής κληρονομιάς. Το μόνο βέβαιο είναι πως δεν υπάρχει ούτε έλλειψη ταλέντου, ούτε διάθεσης για ανανεωτική ματιά, αλλά περισσότερο μία άρνηση του κόσμου να εστιάσει ξανά στα ουσιώδη και να αφήσει στην άκρη τις εύκολες συνταγές για φθηνή ψυχαγωγία.

Με αυτήν τη σκέψη σας αφήνω για έναν μήνα, αφού η στήλη θα απουσιάσει ολόκληρο τον Ιούνιο λόγω ανωτέρας βίας –εξεταστικής, δηλαδή. Μέχρι τότε, εύχομαι καλή συναυλιακή σαιζόν και πολλή όρεξη για την άφθονη και ενδιαφέρουσα μουσική που βγαίνει εκεί έξω!

Προτεινόμενη Δισκογραφία:

Bon Iver – For Emma, Forever Ago (2007)
Daughn Gibson – All Hell (2012)
Sun Kil Moon – Benji (2014)
Kevin Morby – Singing Saw (2016)