search

INDIESTOPIA

Ξεφυλλίζοντας το ανανεωμένο γλωσσικό της αμερικάνικης τραγουδοποιίας των καιρών μας, ανατρέχουμε στο πώς οι σημαντικότεροι εκφραστές της έχουν καταφέρει να διατηρήσουν διαχρονική την τέχνη που υπηρετούν, ενώ παράλληλα την ανανεώνουν...

Η ιδέα προέκυψε πριν έναν (περίπου) μήνα, κατά τη συγγραφή της κριτικής για τον τελευταίο δίσκο του Kevin Morby. Μετά την ακρόασή του, προβληματίστηκα για την άκοπη χρήση της έκφρασης «singer/songwriter», η οποία μπαίνει πλέον δίπλα από το όνομα κάθε τυχάρπαστου τροβαδούρου που γνωρίζει δύο μινόρε ακόρντα και αναμασάει εμπορικά οδηγούμενες μελωδίες. Όπως είχα αναφέρει σε πολύ λίγες γραμμές σε εκείνη τη δισκοκριτική, για να αποκαλείσαι έτσι πρέπει να κουβαλάς ταυτότητα και να μπορείς ν' αφήνεις το στίγμα σου στον ακροατή: να έχεις ιστορίες να αφηγηθείς για τη ζωή, που να αιχμαλωτίζουν και να διεγείρουν συναισθήματα και ψυχή. Να διαθέτεις χαρακτήρα και διακριτούς τρόπους να τον αποτυπώσεις.

Έτσι λοιπόν, στο πνεύμα της επιλογής της σειράς των κομματιών του τελευταίου (θεσπέσιου) άλμπουμ των Radiohead, θα ακολουθήσουν σε αλφαβητική σειρά –όπως και σε λακωνικό συγγραφικό στυλ, λόγω του μεγάλου αριθμού τους– οι ενδιαφέρουσες ιστορίες όλων αυτών των Αμερικανών δημιουργών που δικαιούνται να αποκαλούνται singers/songwriters. Να σημειωθεί όμως πως πολλοί που θα έπρεπε να βρίσκονται εδώ (όπως ο Jonathan Wilson και ο Kurt Vile) έχουν ήδη αναφερθεί σε παλαιότερα άρθρα της στήλης.



Ο Andrew Bird γεννήθηκε το 1973 στο Lake Forest του Illinois και από πολύ μικρός, με προτροπή της ζωγράφου μητέρας του, ξεκίνησε μαθήματα βιολιού, εκπαιδευόμενος στην μέθοδο Suzuki, σύμφωνα με την οποία η εκμάθηση ενός οργάνου αποκτά βιωματικές προεκτάσεις –σαν να μαθαίνεις μία γλώσσα ή να κλείνεις τα μάτια και να αφουγκράζεσαι το περιβάλλον σου.

Το 1996 ήταν η χρονιά που ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές πάνω στο βιολί αλλά και αυτή που κυκλοφόρησε το ερασιτεχνικό του ντεμπούτο Music Of Hair, μέσα στο οποίο γίνονται ιδιαίτερα έντονες οι νεανικές του επιρροές από την ιρλανδική παράδοση, τη βρετανική folk, την κλασική μουσική μέχρι και την jazz· όλες τους εμφανείς σε όλες τις δουλειές του οξυδερκή δημιουργού. Τα επόμενα χρόνια άρχισε να μαζεύει εμπειρίες μέσα από τη συμμετοχή του στο swing σχήμα Squirell Nut Zippers, αλλά και τη δημιουργία της δικιάς του μπάντας Bowl Of Fire, με την οποία κυκλοφόρησε 3 δίσκους πειραματικής folk με jazz πινελιές. Αποφάσισε να ακολουθήσει σόλο καριέρα όταν σε ένα live αναγκάστηκε να παίξει μόνος του, κερδίζοντας τους παρευρισκόμενους όπως ποτέ δεν είχε καταφέρει στο παρελθόν.

79_2.jpg

Το 2003 παρέδωσε τον πρώτο του κανονικό δίσκο ως Andrew Bird, το Weather Systems. Σε αυτόν είναι μάλιστα που άρχισε να καθιερώνει το χαρακτηριστικό του σφύριγμα, όπως και την εκτεταμένη χρήση κιθαριστικών μοτίβων και glockenspiel. Μέχρι και σήμερα έχουν ακολουθήσει άλλοι 8 δίσκοι, οι οποίοι εξερευνούν παρόμοια ηχητικά χωράφια, με οδηγό και συναισθηματικό συντονιστή το μελαγχολικό σφύριγμα του Bird. Eμπορικότερο όλων το Armchair Apocrypha του 2007, πιο προσιτό το Break It Yourself του 2012, πιο πειραματικό το ορχηστρικό Echolocations: Canyon (2015), πιο ποπ αλλά και πιο προσωπικό το φετινό του Are You Serious –το οποίο εμπεριέχει και συνεργασία με τη Fionna Apple. Αλλά απολαυστικότερο όλων είναι το μελωδικό, φυσιολατρικό κομψοτέχνημα Noble Beast του 2012. Να σημειωθεί πως έχει γυριστεί και βιογραφία για τον Andrew Bird (με τίτλο Fever Year), κομμάτια του έχουν παιχθεί σε γνωστές τηλεοπτικές σειρές (όπως το Orange Is The New Black), ενώ έχει συνθέσει και score για την ταινία Norman, όπως και για τη φετινή σειρά του HBO Baskets.



Τι να πρωτοπείς αλήθεια για τον πιθανώς σπουδαιότερο Αμερικάνο τραγουδοποιό της εποχής μας; O Bill Callahan γεννήθηκε το 1966 και πέρασε τα πρώτα του παιδικά χρόνια στο Silver Spring του Maryland· γρήγορα όμως μετακόμισε με τους γονείς του στην Αγγλία, λόγω των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων. Δεν άργησαν πάντως να επιστρέψουν και ο 49χρονος τραγουδοποιός θυμάται ότι, επειδή δεν έπαιζε καθόλου μουσική στο σπίτι, κάθε βράδυ, όταν έκλειναν όλα τα φώτα, άνοιγε τη μικρή λάμπα του δωματίου του και συντονιζόταν με το τρανζιστοράκι του στον WHFS –έναν τοπικό σταθμό, ο οποίος έπαιζε από dub μέχρι hardcore punk. Από εκεί άρχισε να αγαπάει μπάντες της SST όπως τους Black Flag, τους Minutemen και τους Dinosaur Jr., αποφασίζοντας να διοχετεύσει τα ερεθίσματα σε ένα zine που έφτιαχνε και μοίραζε μόνος του, ονόματι Disaster. Εκεί μπορούσε να βρει κανείς τις πρώτες, άγουρες ηχογραφήσεις του.

79_3.jpg

Οι πρώτοι του 5 δίσκοι βγήκαν με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Smog και ουσιαστικά αποτελούν συλλογές πειραματικών κομματιών με lo-fi αισθητική και ελάχιστες μελωδικές στιγμές. Η στροφή του σε πιο διακριτά συνθετικά μονοπάτια ήρθε όταν υπέγραψε στη Drag City και άρχισε να δουλεύει με τον Jim O' Rourke στην παραγωγή, με σημαντικότερο δίσκο αυτής της περιόδου το A River Ain’t Too Much To Love (2005). Εντωμεταξύ είχε γίνει δημοφιλής στον indie κόσμο μέσα από τις σχέσεις του με γνωστές εναλλακτικές περσόνες όπως την αποθανούσα Cynthia Dall, την Cat Power και την Joanna Newsom.

Λίγο μετά τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, συνειδητοποίησε πως το Smog δεν είχε πια κάποια αξία και αποφάσισε να ηχογραφεί με το πραγματικό του όνομα. Μέσα από τους 4 δίσκους ως Bill Callahan έχει αυξήσει την αναγνωρισιμότητά του, δημιουργώντας ίσως τις πιο ολοκληρωμένες του δουλειές, μέσα από τις οποίες εξερευνεί οικουμενικές θεματικές όπως την αγάπη, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη μοναχικότητα, τη θρησκευτικότητα και την ψυχική ελευθερία που δωρίζει η επαφή με τη φύση. Κορυφαία όλων –και ένας από τους δίσκους που έχουν ορίσει και εμένα τον ίδιο ως άνθρωπο– το Sometimes I Wish We Were An Eagle: ένας ύμνος/υπενθύμιση για το τι σημαίνει αληθινή, απόλυτη ελευθερία.



Ο Blake Mills, τώρα, είναι ο νεότερος ανάμεσα στους υπόλοιπους, ένα όνομα που πρόκειται να πρωταγωνιστήσει μέσα στα επόμενα χρόνια, τόσο με τις προσωπικές του δουλειές, όσο και με τις παραγωγές του. Γεννήθηκε το 1986 στη Santa Monica της California και μεγάλωσε στο Malibu. Από μικρός άρχισε να μαθαίνει τα μυστικά της ηλεκτρικής κιθάρας και δημιούργησε με τον αδερφό του τους Simon Dawes, οι οποίοι στη συνέχεια θα γίνονταν οι (σχετικά γνωστοί) Dawes. Ο ίδιος, πριν αλλάξουν όνομα το 2007, τους εγκατέλειψε για να περιοδεύσει ως κιθαρίστας της Jenny Lewis.

79_4.jpg

Έκτοτε έχει περιοδεύσει και έχει δουλέψει πλάι σε εξαιρετικά ονόματα σαν τη Lucinda Williams, τους Weezer, τον Julian Casablancas –μέχρι και τη Lana Del Rey. Έχει δε κυκλοφορήσει δύο πραγματικά ευφυέστατους και θαυμαστούς δίσκους, που βασίζονται στα blues αλλά τελικά υιοθετούν έναν πολυσχιδή ήχο, με καλύτερο το Heigh Ho του 2014. Η λαμπρότερή του όμως στιγμή πρέπει να θεωρείται η Grammy υποψηφιότητά του ως παραγωγού της χρονιάς για τη δουλειά του στο 2ο άλμπουμ των Alabama Shakes. Φέτος περιοδεύει με τους Mumfrod And Sons και ποντάρω πως με το επόμενό του άλμπουμ πολλά μάτια θα στραφούν προς την κατεύθυνσή του.

Η δεύτερη σημαντικότερη φιγούρα του παρόντος άρθρου είναι ο δύστροπος μα ευφυέστατος Cass McCombs. Γεννημένος το 1977 στη βόρεια Καλιφόρνια, πέρασε τα εφηβικά του χρόνια εκτεθειμένος σε ερεθίσματα μυστήριων, ανατολίτικων θρησκειών, αλλά και στο μικρόβιο του rock 'n' roll. Όπως έχει πει, πάντα υπήρχε μία κιθάρα στο σπίτι, κι έτσι άρχισε να παίζει σε καφέ και τοπικές σκηνές, πότε με τις διάφορες μπάντες του, πότε μόνος του. Μόλις τελείωσε κατόπιν το λύκειο έφυγε κατευθείαν για τη Νέα Υόρκη, όπου άρχισε να παίζει δίπλα σε μέλη των Gang Gang Dance, των White Magic και των Animal Collective, σε έναν χώρο που λεγόταν Tonic. Όπως έχει παραδεχτεί, όταν πρωτοπήγε στην αμερικάνικη μητρόπολη ζούσε στους δρόμους και προσπαθούσε να βγάλει μερικά δολάρια ως πλανόδιος μουσικός.

79_5.jpg

Το 2003 αποφάσισε να εγκατασταθεί στη φθηνότερη Βαλτιμόρη, όπου ζούσε και έπαιζε μουσική σε ένα εγκαταλελειμμένο σούπερ μάρκετ για 200 δολάρια τον μήνα –το μοιραζόταν μάλιστα με punk μπάντες της πόλης όπως τους OXES και τους Lungfish. Εκείνη τη χρονιά κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του A μέσω της τοπικής δισκογραφικής Monitor, δίσκο που με τα χρόνια απέκτησε cult διαστάσεις. Κάνοντας έπειτα μία σύντομη στάση στη 4AD με το πιθανώς χειρότερό του άλμπουμ PREfection (2005), υπέγραψε στη Domino όπου μέχρι και σήμερα έχει κυκλοφορήσει 6 δίσκους, με τον καθένα να μοιάζει πιο ολοκληρωμένος από τον προηγούμενο. Μάλλον όμως η πιο δυνατή συλλογή κομματιών είναι το Big Wheel And Others του 2013, δουλειά που κουβαλάει τη στόφα του κλασικού όσο καμία άλλη δικιά του. Το καλύτερο απ’ όλα, μάλιστα, είναι πως απομένουν μόνο 10 ημέρες για να τον απολαύσουμε επιτέλους και στη χώρα μας, στην 1η μέρα του φεστιβάλ Release Athens.



Τελευταία ιστορία, αυτή του παραγωγικότατου Damien Jurado, ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του στη γενέτειρά του Seattle στα μέσα των 1990s, λίγο μετά την παρακμή της θρυλικής σκηνής της πόλης. Εκεί, μέσω των lo-fi συνθέσεών του και των παθιασμένων του ζωντανών εμφανίσεων, κέρδισε γρήγορα φανατικούς ακολούθους και ανακαλύφθηκε από τον Jeremy Enigk, τραγουδιστή των Sunny Day Real Estate, ο οποίος τον πρότεινε στα αφεντικά του Sub Pop. Σε αυτήν κυκλοφόρησε τους 4 πρώτους και πιο πειραματικούς του δίσκους, ενώ στη συνέχεια υπέγραψε στη Secretly Canadian, υιοθετώντας πιο μινιμαλιστικό ήχο και γράφοντας μπαλάντες, που τον έκαναν πιο δημοφιλή στους ανεξάρτητους, μουσικούς κύκλους.

79_6.jpg

Σημαντικό βήμα στην καριέρα του ήταν η έναρξη της συνεργασίας του με τον τραγουδοποιό και παραγωγό Richard Swift, με τον οποίον έχει δουλέψει για τη δημιουργία μιας τριλογίας, η οποία ξεκίνησε το 2012 με τον πιο εμπνευσμένο του μέχρι σήμερα δίσκο Maraqopa, συνεχίστηκε το 2014 με το ελαφρώς κατώτερο Brother And Sisters Of The Eternal Son, και ολοκληρώθηκε φέτος με το αρκετά πιο ψυχεδελικό Vision Of Us On The Land. Σύμφωνα με το concept, ένας ανώνυμος άνδρας (alter ego του Jurado) βρίσκεται χαμένος σε έναν φανταστικό τόπο, το Maraqopa, όπου γίνεται μέλος της τοπικής, μυστικιστικής κοινότητας και επαναπροσδιορίζει τον εαυτό του και τις επιθυμίες του. Σίγουρα μία αλληγορία με επίκαιρο χαρακτήρα στις μέρες της απώλειας προσωπικής ταυτότητας και νομίζω αρκετά βαρυσήμαντη για να κλείσω με αυτήν σαν προβληματισμό μέχρι το επόμενο μέρος της στήλης.

Προτεινόμενη Δισκογραφία:

Andrew Bird – Noble Beast (2009)
Bill Callahan – Sometimes I Wish We Were An Eagle (2009)
Damien Jurado – Maraqopa (2012)
Cass McCombs – Big Wheel And Others (2013)