search

INDIESTOPIA

Συστηνόμαστε με τον ομιχλώδη και ονειρώδη κόσμο τεσσάρων θηλυκών πειραματιστριών, που μας προσκαλούν να αναζητήσουμε τη μελωδία στις ρωγμές, ανάμεσα στον θόρυβο και στη θολούρα...

Έχουμε φτάσει σε εκείνο το σημείο της μουσικής ιστορίας στο οποίο οι προσδιορισμοί που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της διαχρονικότητας ή της αναχρονιστικότητας ενός δίσκου, έχουν χάσει πλήρως την αξία τους. Διαβάζουμε δηλαδή για πρωτοποριακούς δίσκους, εκεί όπου ακούμε οπισθοδρομικότητα και στατικότητα. Βαφτίζουμε δίσκους σπουδαίους, ενώ ξέρουμε ότι σε 5, το πολύ 10 χρόνια, θα έχουν ξεχαστεί. Ευαγγελιζόμαστε νέα ρεύματα και επαναστάσεις, εκεί όπου τρίζουν τα κόκαλα πραγματικών οραματιστών.

Εμένα όμως με απασχολεί περισσότερο το concept του επίκαιρου. Στιχουργικά είναι εύκολα διακριτό το παροντικό στίγμα, αλλά μουσικά πώς μπορείς να (δι)αισθανθείς ότι κάτι είναι αδιαπραγμάτευτο προϊόν της εποχής του; Στον pop γαλαξία, το Lemonade της Queen Bey λειτουργεί ως ένας εννοιολογικός, τεχνολογικός και ηχητικός υπερσύνδεσμος, ο οποίος χωνεύει δεκαετίες μέσα του: σε στέλνει σε 1960s λόγους του Malcolm X, ενώ ουρλιάζει από μίλια 2016.

92_2.jpg


Στα πιο περιθωριακά στενά, όμως, ιδανική ακουστική απεικόνιση του σήμερα δείχνει εκείνη που μπορεί να καταγράψει την εμπειρία του να είσαι ανθρώπινο ον στις μέρες του ατελείωτου αντιπερισπασμού, της ψυχικής ανελευθερίας και των εσωτερικών συγκρούσεων. Μόνο δηλαδή κάπου ανάμεσα στα κενά που μας αφήνουν οι μέρες και οι νύχτες διεκδικούμε το αληθινό μας εγώ, μακριά από ανούσιες πληροφορίες και ανάλωση στο ψηφιακό σύμπαν.

Τα ηχοτοπία λοιπόν τα οποία πλάθουν οι πρωταγωνίστριες του παρόντος άρθρου, στέκονται ως συμβολικές αναπαραστάσεις αυτής της χειροπιαστής πραγματικότητας. Ανάμεσα στη φαινομενικά ανιαρή τους επαναληπτικότητα και στην αφηρημένη τους υπόσταση, οι στιγμές μελωδίας που ξεπροβάλλουν φαντάζουν σαν εκείνες τις σπάνιες στιγμές νοητικής και συναισθηματικής διαύγειας που πιάνουμε τον εαυτό μας να έχει, ένα τυχαίο μεσημέρι Τρίτης ή ένα υπολογισμένο σούρουπο Κυριακής. Οι ιστορίες που ακολουθούν, συγκεντρώνουν όλες τους ξεχωριστό ενδιαφέρον.



Πρωτοστάτης αυτής της ιδιαίτερης κοσμοθεωρίας απέναντι στη μουσική, είναι η απρόσιτη και σκοτεινή Liz Harris, πιο γνωστή ως Grouper. Γεννήθηκε το 1980 στην ευρύτερη περιοχή της βόρειας Καλιφόρνια και μεγάλωσε μέσα στους κόλπους μιας κοινότητας/αίρεσης που ήταν γνωστή ως «The Group» (εξ ου και το Grouper). Όλα τα νεαρά μέλη της ομάδας προσπαθούσαν να βρουν την ταυτότητα και τη θέση τους στο σύμπαν μακριά από τις συμβατικές μεθόδους εκπαίδευσης και μόρφωσης. Η Harris μιλάει για τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια με θαυμασμό, όπως και με μία μίνι δόση νοσταλγίας, αφού εκεί ανέπτυξε τις τεχνικές χαλάρωσης που την έχουν βοηθήσει να μείνει μακριά από τα ψυχοφάρμακα τόσα χρόνια τώρα.

Όταν ολοκλήρωσε τις πανεπιστημιακές της σπουδές στο L.A., βρήκε κατευθείαν δουλειά σε μία γκαλερί· και ήταν εκείνη την περίοδο, στις αρχές του 2005, που προσπάθησε να προωθήσει το μυστικιστικό της ντεμπούτο Grouper (ανεξάρτητη έκδοση σε CD-R). Τα επόμενα 3 χρόνια ακολούθησαν 3 ακόμη δίσκοι παρόμοιας αισθητικής, βουτηγμένοι στον χειροποίητο θόρυβο και στα μουχλιασμένα reverbs, όπως και μία συνεργασία με τους Xiu Xiu. Το breakthrough σημειώθηκε τελικά το 2008 με το Draggin A Dead Deer Up A Hill, άλμπουμ ξεκάθαρα πιο συμβατικό, με ευδιάκριτες ποπ μελωδίες, οι οποίες βέβαια απαιτούν εκπαιδευμένα και επίμονα αυτιά για να αναδυθούν ανάμεσα στην ηχητική υγρασία.

92_3.jpg

Ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα πέτυχε όμως με τον διπλό της concept δίσκο Α Ι Α. Σύμφωνα με την ίδια, τα Alien Observer και Dream Loss τμήματά του έχουν τόσο συμπληρωματική, όσο και αλληλοεξουδερωτική σχέση μεταξύ τους. Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη και ταυτόχρονα πειραματική της δουλειά μέχρι και σήμερα, καθώς αποκρυσταλλώνει τη μουσική της κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ακατέργαστος μελωδικός πυρήνας κρύβεται από ένα θορυβώδες, σκοτεινό πέπλο. Καθοριστική στάθηκε επίσης η συμμετοχή της σε ένα project του drone πειραματιστή Jefre Cantu-Ledesma, για το οποίο έγραψε 7 ώρες αφηρημένης, ατμοσφαιρικής μουσικής, που λογιζόταν ως το ισοδύναμο ενός ολοκληρωμένου κύκλου ύπνου.

Οι επόμενες δύο καταθέσεις της είναι ουσιαστικά επανεξετάσεις παλαιότερων ηχογραφήσεων. Στο The Man Who Died On His Boat επανεπισκέπτεται την περίοδο 2007/2008 και ξεθάβει ορισμένα «b-sides» εκείνων των ημερών, ενώ στο προπέρσινο Ruins τη βρίσκουμε απογυμνωμένη οργανικά και συναισθηματικά, μόνη της με το πιάνο, τη θλίψη και τις σκέψεις που την οδήγησαν να γράψει τα συγκεκριμένα κομμάτια, πίσω στο 2011. Το πιο ενδιαφέρον παράλληλο εγχείρημά της ήταν οι Mirrorring, τους οποίους σχημάτισε το 2012 με την Jesy Fortino των Tiny Vipers: απέφεραν ένα θεσπέσιο σπλάχνο ψυχεδελικής, απόκοσμης folk (Foreign Body). Το περσινό της όμως άλμπουμ με τη νέα της shoegaze μπάντα Helen, ακούστηκε στα δικά μου αυτιά κάπως χιλιοειπωμένο· ήταν πάντως πολύ πιο αέρινο απ’ οτιδήποτε άλλο έχει ασχοληθεί η κυρία Liz Harris μέχρι και την ημέρα αυτή.



Η Julianna Barwick έχει να προσφέρει ένα διαφορετικό brand πνευματικής κάθαρσης, μέσα από αιθέριες λούπες, μαγεμένα φωνητικά και φυσιολατρική κατάνυξη. Πέρασε τα πρώιμα παιδικά της χρόνια σε μία αγροτική περιοχή της Λουζιάνα, ενώ όταν μπήκε στην εφηβεία η οικογένειά της αγόρασε μία φάρμα στο Μιζούρι, όπου και μετακόμισαν. Με τον πατέρα της να επαγγέλλεται ιερέας, συμμετείχε στη χορωδία της τοπικής εκκλησίας, μέσα από την οποία άρχισε να ανακαλύπτει τη μαγεία της ανθρώπινης φωνής, της ρυθμολογίας και της μουσικότητας. Όταν ξεκίνησε τις σπουδές της εγκαταστάθηκε στο Μπρούκλιν, λίγο δε μετά το τέλος αυτών κυκλοφόρησε το αυτοχρηματοδοτούμενο ντεμπούτο της Sanguine (2006), οι αυτοσχεδιαστικές λούπες του οποίου μάλλον πέρασαν απαρατήρητες.

92_4.jpg

Με την έλευση της νέας δεκαετίας και αφού είχε παρατήσει τη μουσική για κάποια χρόνια, συμμετείχε σε διάφορες συνεργατικές δουλειές. Αλλά πραγματική αίσθηση δημιούργησε με το 2ο της άλμπουμ The Magic Place (2011), το οποίο αναφερόταν σε ένα δέντρο στον κήπο της παιδικής της κατοικίας, που είχε μυθοποιήσει στο μυαλό της. Το ίδιο μαγικό μοιάζει και το μουσικό περιεχόμενο, όπου δυσδιάκριτες πιανιστικές και φωνητικές λούπες δημιουργούν παραισθησιογόνα μοτίβα, ωθώντας τον ακροατή σε νιρβάνα. Κατόπιν, με το ηχογραφημένο στην Ισλανδία Nepenthe –τίτλος που προέρχεται από το αναλγητικό Νεπενθή– πραγματοποίησε ένα σταθερό βήμα προς μία πιο συγκροτημένη συνθετικά κατεύθυνση, με πιο ξεκάθαρη μελωδική σκαλέτα. Στο Will, πάλι, που κυκλοφόρησε μόλις χθες, φαίνεται να έχει εγκαταλείψει σχεδόν ολοκληρωτικά την κυκλικότητα του ήχου της, αγκαλιάζοντας πιο «συμβατικές» (ίσως τελικά και πιο ανταποδοτικές;) φόρμες γραφής, βασισμένες στα synths και στο πιάνο.



Ενδιαφέρουσα είναι όμως και η ιστορία της Γαλλίδας συνθέτριας Cecile Schott, η οποία έχει διακριθεί στη μπασταρδεμένη electro και ατμοσφαιρική μουσική. Η Colleen, όπως είναι γνωστή, μεγάλωσε σε ένα τυπικό παριζιάνικο προάστιο και ο πρώτος της έρωτας ήταν η λογοτεχνία και η ποίηση. Έπρεπε να αγοράσει την πρώτη της ακουστική κιθάρα στην εφηβεία για να συνειδητοποιήσει πόσο την ενθουσίαζε η ιδέα να γράφει τις δικές της συνθέσεις. Έχοντας από νεαρή ηλικία ισχυρή την αίσθηση της αυτονομίας, ολοκλήρωσε εντελώς μόνη τον πρώτο της δίσκο Everyone Alive Wants Answersένα ψηφιακό νεκροταφείο γεμάτο samples και λούπες. Η ζωντανή του, οργανική παρουσίαση την ενέπνευσε για την υιοθέτηση ενός πιο φυσικού ήχου στην επόμενή της προσπάθεια, ενώ αγκάλιασε πλήρως αυτή την πλεύση με το 3ο της άλμπουμ Les Ondes Silencieuses: μια δουλειά με μουσική δωματίου βασισμένη στο ιδιαίτερο αναγεννησιακό όργανο viola da gamba, το οποίο, με τη σωστή ρύθμιση και τεχνική παιξίματος, μπορεί να βγάλει μεγάλη γκάμα ήχων, μοιάζοντας από άρπα μέχρι τζαμαϊκανό κρουστό.

92_5.jpg

Ακολούθησε μία αναπάντεχη περίοδο λειψυδρίας, μέσα στην οποία η αγάπη της για τη μουσική μετατράπηκε σε προσωπική φυλακή, όπως έχει παραδεχθεί με θάρρος. Για να ξαναγευτεί λοιπόν την ελευθερία που της πρόσφερε η δημιουργική ενασχόληση μαζί της, μετακόμισε στην κωμόπολη San Sebastián στη Χώρα των Βάσκων (Ισπανία), ξεκίνησε μαθήματα γλυπτικής και κεραμεικής, άρχισε να περπατάει δίπλα στη θάλασσα, άκουγε κάθε μέρα νέους δίσκους, ενώ σταδιακά ξεκίνησε να γράφει, κυκλοφορώντας τελικά ένα άλμπουμ μετά από 6 χρόνια (The Weighing Of The Heart, 2013), το οποίο εμπεριείχε και φωνητικά για πρώτη φορά, μοιάζοντας έτσι ως ολοκαίνουρια αρχή. Κορυφαία της κατάθεση, όμως, είναι το περσινό Captain Of None, βασισμένο και πάλι στη viola da gamba, αλλά με πολλά dub στοιχεία την ίδια στιγμή. Αποτελεί την πιο ποπ και πειραματική της κυκλοφορία, με τις μελωδικές, καλά κρυμμένες εξάρσεις να είναι σκέτη απόλαυση για το αυτί.



Τελευταία ιστορία, αυτή της μουσικού, κινηματογραφίστριας και εικαστικού Sarah Lipstate, η οποία μεγάλωσε στην επαρχιακή Λουιζιάνα και μετά πήγε για σπουδές στο Austin του Τέξας, ως το 2007. Έχοντας ήδη διαλύσει τους πειραματικούς shoegazers One Umbrella που είχε με το τότε αγόρι της, έφυγε κατόπιν για Νέα Υόρκη, όπου δημιούργησε μερικά κομμάτια για τη φεμινιστική συλλογή Noveller (νουβέλα στα σουηδικά), όνομα που υιοθέτησε και διατηρεί μέχρι και σήμερα. Έχει επίσης υπάρξει μέλος των Parts Αnd Labor, έχει δουλέψει με την Carla Bozulich, έχει περιοδεύσει με τη St. Vincent, έχει συμμετάσχει σε πολλά πειραματικά projects και εκθέσεις, ενώ έχει κυκλοφορήσει και τουλάχιστον 6 σόλο δουλειές, με τους αέρινους, παγωμένους κρότους των δύο τελευταίων να τις ξεχωρίζουν ανάμεσα στις υπόλοιπες.

92_6.jpg

Τα έργα των παραπάνω ηρωίδων του σημερινού Indiestopia ψυχολογούν την εποχή μας όσο ελάχιστα. Κόντρα σε όλη την παράνοια που παραμονεύει τριγύρω και μέσα μας, προσφέρουν φωλιές τάξης και συνοχής, για συλλογισμό και προσωπική ανασυγκρότηση. Βάζουν το «οργανωμένο» δίπλα από τη λέξη «χάος» και δεν αφήνουν τους καιρούς να μας καταπιούν, παρά μόνο να μας παιδέψουν, ώστε να γευτούμε έπειτα πιο απολαυστικά τις λαμπρές τους στιγμές. Έτσι μοιάζει το επίκαιρο, στο δικό μου μυαλό τουλάχιστον: είναι εκείνο το κλισέ περί του να αδράττεις την ημέρα, όπως και η μελωδία ανάμεσα στον θόρυβο. Έτσι κι αυτές οι στιγμές απόλυτης ελευθερίας ανάμεσα στον άλλο θόρυβο, αυτόν της ίδιας της ζωής.

Προτεινόμενη Δισκογραφία:

Julianna Barwick – The Magic Place (2011)
Grouper – Ruins (2014)
Noveller – Fantastic Planet (2015)
Colleen – Captain Of None (2015)