search

INDIESTOPIA

Τα τελευταία 10 χρόνια, μπάντες-γέννημα θρέμμα της πόλης και καλλιτέχνες που εγκαταστάθηκαν εκεί σε αναζήτηση καλλιτεχνικής φωλιάς, έχουν μετατραπεί από τοπικούς ήρωες σε μεγαθήρια του indie γαλαξία. Όμως η αίσθηση της συντροφιάς και της ανεμελιάς ανάμεσα σε φτασμένους και ανερχόμενους πρωταγωνιστές, παραμένει ανέπαφη...

Ικανή, αλλά όχι αναγκαία συνθήκη για να δημιουργηθεί και να συσπειρωθεί ένας καλλιτεχνικός πυρήνας σε μία πόλη, είναι αυτή να διαθέτει το δικό της δημιουργικό εργαστήριο, μέσα στο οποίο θα ζυμώνονται και θα χύνουν τους χυμούς των ιδεών τους τα ανήσυχα πνεύματά της.


Η κολεκτίβα/κωμικός θίασος Wham City, την οποία ίδρυσε στη Βαλτιμόρη ο (ποπίζον) ηλεκτρονικός πειραματιστής Dan Deacon στα μέσα της προηγουμένης δεκαετίας, αποτέλεσε τόπο συνάντησης μερικών από τους πιο περιθωριακούς και ανεξάρτητους καλλιτέχνες της πόλης –αλλά και την πρώτη στέγη για πολλές από τις σημαντικότερες μπάντες που «εξήγαγε» το εμπορικό αυτό λιμάνι των Η.Π.Α. Κυρίως όμως χάρισε στη Βαλτιμόρη μια διακριτή θέση στον αμερικάνικο μουσικό χάρτη, φέρνοντας κοντά ταλαντούχους ανθρώπους, οι οποίοι ήθελαν να απολαμβάνουν τη ζωή ανάμεσα σε φίλους και σεβάσμιους συναδέλφους.



Βέβαια ο Dan Deacon δεν κατάγεται στην πραγματικότητα από τη Βαλτιμόρη: μετακόμισε εκεί το 2004 από το Long Island της Νέας Υόρκης. Η μουσική του σταδιοδρομία είχε μάλιστα ήδη ξεκινήσει εκεί, με τη ska μπάντα Channel 59, ενώ έπαιζε και σε άλλα σχήματα (Langhore Slim, Rated R). Λίγο αργότερα ξεκίνησε τη φοίτησή του στο δημόσιο κολέγιο σύγχρονων τεχνών και δημιουργικότητας SUNY Purchase –όπου και γνώρισε πολλά από τα μελλοντικά μέλη της Wham City– ενώ την ίδια περίοδο κυκλοφόρησε και τους δύο πρώτους του δίσκους, με computer music και live ηχογραφήσεις. Αυτό που τον ώθησε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Βαλτιμόρη, ήταν τα ενοίκια, τα οποία είχαν πια φτάσει στα ύψη στη μεγαλούπολη της Νέας Υόρκης· όπως και η κοινωνική αποξένωση, που τον έφθειρε.

Μαζί λοιπόν με όσους φίλους τον ακολούθησαν νότια, έφτιαξε τη Wham City στο υπόγειο του Copycat Building, μίας παλιάς αποθήκη, η οποία μετατράπηκε σε πολιτισμική κυψέλη. Ανάμεσα στα πρώτα μέλη συναντάμε περιθωριακές φιγούρες της Βαλτιμόρης σαν τον lo-fi γκαραζά Ed Schrader, τους alt-rockers Ponytail ή τους θορυβώδεις Double Daggers, όπως και visual artists, μα και ανεξάρτητους κινηματογραφιστές. Γρήγορα δημιουργήθηκε ένας κωμικός, περιοδεύοντας θίασος, ενώ στήθηκε και το Whartscape Festival, το οποίο τιμάνε σχεδόν κάθε χρόνο οι Beach House. Ο ομότιτλος, άτυπος ύμνος της περιπετειώδους ομάδας γράφτηκε φυσικά από τον Deacon και μπορείτε να τον βρείτε στο Spiderman Of The Rings του 2007 –δίσκος που αποτέλεσε και το πραγματικό του breakthough.

Valtm_2.jpg

Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, ο κοκκινογένης party-boomer επικεντρώθηκε περισσότερο στους δίσκους και στα εκρηκτικά του lives, αν και δεν έλειψαν και οι συνεργασίες με φίλους από τη Wham City: ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ με τον Jimmy Joe Roche, λ.χ., ή κάποια κοινά projects με μπάντες σαν τους Matmos και τους Future Islands. Όσον αφορά τις προσωπικές του δουλειές, σπουδαιότερες μοιάζουν οι δύο τελευταίες του στη Domino. Στο America (2012), αφήνει στην άκρη τα ηλεκτρονικά κυκλώματα και υιοθετεί έναν πιο οργανικό, επικό ήχο για να αποδώσει τα συναισθήματα θλίψης και αγάπης που παλεύουν μέσα του για την πατρίδα του, ενώ στο περσινό Gliss Riffer γίνεται πιο διασκεδαστικός από ποτέ, για να καταπολεμήσει τα διαχρονικά προβλήματα άγχους που αντιμετωπίζει.



Κανείς βέβαια από τη Wham City συνομοταξία δεν κατάφερε να κάνει εκείνο το έξτρα βήμα που πέτυχαν οι Future Islands. Όπως και ο Dan Deacon, τα μέλη τους δεν μεγάλωσαν στη Βαλτιμόρη, αλλά στη Βόρεια Καρολίνα. Η τριάδα που έμελλε ν' αποτελέσει το σχήμα γνωρίστηκε στο πανεπιστήμιο, όπου (μαζί με δύο ακόμα φίλους) σχημάτισαν τους art poppers Art Lord & The Self-Portraits. Στα τέλη του 2005 αποφάσισαν να εγκατασταθούν στη Βαλτιμόρη, όπου το σατιρικό τους concept –ο χαρισματικός frontman Samuel T. Herring παρίστανε τότε έναν αλαζόνα, εκκεντρικό Γερμανό με έντονη προφορά– αγκαλιάστηκε αμέσως από την κοινότητα της Wham City. Γρήγορα όμως εγκατέλειψαν αυτή την ιδέα και αποφάσισαν να ασχοληθούν πιο σοβαρά με το μουσικό σκέλος. Έτσι παρέμειναν μόνο 3 μέλη και το γκρουπ μετονομάστηκε σε Future Islands.

Τα πρώτα τους 3 άλμπουμ είναι ενδιαφέροντες συλλογές ελαφρώς πειραματικών ποπ τραγουδιών, τα οποία εστιάζουν στο θεματικό τρίπτυχο αγάπη/χωρισμός/θνησιμότητα. Αλλά το 2014, το viral video της εμφάνισής τους στο περίφημο σόου του David Letterman, όπου ο Herring γρύλιζε και χτυπιόταν σαν πληγωμένο ζώο μέσα σε κλουβί τραγουδώντας το "Seasons (Waiting For You)", τους χάρισε μία αναπάντεχη αναγνώριση από το ευρύτερο κοινό. Και δικαιολογημένα, καθώς όλος ο δίσκος που το περιείχε (Singles) είναι ένας μελωδικός θησαυρός, γεμάτος ποπ διαμαντάκια τα οποία αναδύουν φρεσκάδα και μεταδίδουν αχόρταγη όρεξη για ζωή.

Valtm_3.jpg

Πέρα όμως από τους Future Islands, ο Herring συντηρεί και άλλα ενδιαφέροντα projects. Στο ένα εκτονώνει την οργή του για τον κόσμο, ριμάροντας με το ψευδώνυμο Hemlock Ernst –μέσω του οποίου έχει ραπάρει στο πλευρό του Earl Sweatshirt και του Milo– με την τελευταία του εμφάνιση να καταγράφεται στον φετινό δίσκο των Open Mike Eagle & Paul White. Σε μία ακόμη ραπ συνεργασία, ένωσε δυνάμεις με τον Madlib για το project Trouble Knows Μe, με το οποίο κυκλοφόρησαν πέρυσι κι ένα ομότιτλο EP, πλήρως εθιστικό μέσα στον ερασιτεχνισμό του. Χαρίζει επίσης τα φωνητικά του στους Snails, μία μπάντα όπου συμμετέχουν μουσικοί από διάφορα indie σχήματα της Βαλτιμόρης, που φέτος κυκλοφόρησε μάλιστα κι ένα χιουμουριστικό ντεμπούτο με καλοκαιρινή διάθεση (Songs From The Shoebox). Πέρα από τον Herring, που έχει το ψευδώνυμο «Sammy Snail», στους Snails συμμετέχει και ο μπασίστας/κιθαρίστας των Future Islands William Cashion, ενώ παλιότερα από τις τάξεις τους είχε περάσει και η Jane Hunter, μία από τις σημαντικότερες μουσικές φιγούρες της Βαλτιμόρης.



Η Hunter μεγάλωσε με τα 7 αδέλφια της στo επαρχιακό Τέξας και από μικρή ηλικία ανακάλυψε τη διμερή σεξουαλικότητά της, η οποία συγκρούστηκε με τα συντηρητικά ιδεώδη των Καθολικών γονιών της. Γρήγορα κατάφερε να ξεφύγει από τον περιοριστικό οικογενειακό κλοιό και γαλουχήθηκε μουσικά στη new weird America σκηνή, στο πλευρό του μέντορά της Devendra Banhart –μέσω μάλιστα του Gnomonsong label εκείνου, κυκλοφόρησε το 2005 και το ντεμπούτο της, Blank Unstaring Heirs Of Doom. Συνέχισε κατόπν να γράφει μουσική και να περιοδεύει, έφτασε όμως σε ένα σημείο όπου κουράστηκε και συνειδητοποίησε πως χρειαζόταν γύρω της άτομα που εμπιστευόταν, ώστε να εξελίξει τις συνθετικές της ιδέες. Έτσι γνωρίστηκε με διάφορους μουσικούς από τη Βαλτιμόρη (στην οποία είχε εγκατασταθεί για οικονομικούς λόγους ήδη από το 2008) και γεννήθηκαν οι Lower Dens.

Valtm_4.jpg

Οι 3 μέχρις στιγμής δίσκοι τους, έχουν ως επίκεντρο την εύρεση της χρυσής κιθαριστικής μελωδίας –έστω κι αν πολλές φορές τη μασκαρεύουν με ηλεκτρονικό πειραματισμό και motorik ρυθμούς, προκειμένου να απογειώσουν τον ήχο τους. Κορυφαία τους δουλειά είναι το Nootropics του 2012, στο οποίο η Jane Hunter προσπαθεί να κατανοήσει τη λειτουργία του ανθρώπινου είδους σε ένα περιβάλλον που συνεχώς αλλοιώνεται από την τεχνολογία, δια μέσου krautrock περασμάτων και dream pop αγγιγμάτων. Εξίσου σημαντική με τη μουσική της, είναι και η κοινωνική της συνεισφορά: με άρθρα στο Cosmopolitan, στο Pitchfork και στο προσωπικό της tumblr, έχει θίξει ανοιχτά ζητήματα που άλλοι συνάδελφοί της δεν έχουν το θάρρος να ακουμπήσουν, όπως τον σεξισμό στη μουσική, τον φυλετικό και ταξικό ρατσισμό και κυρίως την ομοφοβία, συχνά μοιραζόμενη δικές της εμπειρίες.



Υπάρχουν όμως κι άλλες μπάντες από τη Βαλτιμόρη που μας έχουν απασχολήσει τα τελευταία χρόνια. Το ζευγάρι (στη ζωή και στην τέχνη) των Matmos αποτελείται από τους M.C Schmidt & Drew Daniel, και από το 1997 ως τώρα έχει κυκλοφορήσει 10 δίσκους γεμάτους samples βγαλμένα από καθημερινούς, οικείους ήχους, τους οποίους συνήθως προσπερνάμε –όπως το κούρεμα των μαλλιών ή τη λειτουργία του πλυντηρίου. Περισσότερο γνωστοί είναι πάντως για τη συνεργασία τους με τη Björk, έχοντας αναλάβει την παραγωγή των δίσκων της Vespertine και Medullla. Ο Drew Daniel έχει επίσης και το δικό του σχήμα πειραματικής techno, τους Soft Pink Truth.

Το boy/girl δίδυμο Jenn Wasner & Andy Stack (κάποτε και ζεύγος) των Wye Oak κατάφερε να διεισδύσει βαθιά στη mainstream indie σφαίρα το 2011 με το single "Civilian", το οποίο έχει ακουστεί στη σειρά Walking Dead και στην ανεξάρτητη παραγωγή επιστημονικής φαντασίας Safety Not Guranteed. H Wasner έχει ακόμη ένα σχήμα αιθέριας ποπ παρέα με τον Jon Ehrens (τους Dungeonesse), ενώ ο Stack παίζει ντραμς στην περιοδεία του indie supergroup των EL VY. Τέλος, το χειροποίητο garage στα δίλεπτα κομμάτια των Ed Schrader’s Music Beat μπορεί εύκολα να σώσει ένα αποτυχημένο πάρτι, ενώ η ψυχεδελίζουσα, ηλεκτρονική soul των χίπηδων Celebration έφτασε στο ζενίθ της στον προπέρσινο δίσκο τους Albumin.

Valtm_5.jpg

Όλες οι παραπάνω μπάντες έχουν διεκδικήσει με τους δικούς τους όρους το κοινό που τους αναλογεί, φτάνοντας να θεωρούνται επιτυχημένες στο πεδίο τους. Αλλά το φοβερό είναι πως αυτός είναι μόνο ο αφρός του κύματος: αν ψάξει κανείς διεξοδικότερα τη σκηνή της Βαλτιμόρης, θα ανακαλύψει μία πληθώρα από μικρά γκρουπ με δουλειές στο Bancamp και electro παραγωγούς έτοιμους να κάνουν το μεγάλο βήμα. Και η αλήθεια είναι πως τα παραδείγματα προς μίμηση αφθονούν, αφού η πόλη έχει πια αναδειχθεί σε ένα από τα πιο δραστήρια κέντρα indie αστέρων, θεωρούμενη φυτώριο νέων, φιλόδοξων καλλιτεχνών.

Προτεινόμενη δισκογραφία:

Wye Oak - Civilian (2011)
Dan Deacon - America (2012)
Lower Dens - Nootropics (2012)
Future Islands - Singles (2014)