search

ΑΡΘΡΑ

Τα τελευταία 10 χρόνια, μπάντες-γέννημα θρέμμα της πόλης και καλλιτέχνες που εγκαταστάθηκαν εκεί σε αναζήτηση καλλιτεχνικής φωλιάς, έχουν μετατραπεί από τοπικούς ήρωες σε μεγαθήρια του indie γαλαξία. Όμως η αίσθηση της συντροφιάς και της ανεμελιάς ανάμεσα σε φτασμένους και ανερχόμενους πρωταγωνιστές, παραμένει ανέπαφη...

Οι συσχετίσεις που λαμβάνουν χώρα στο μυαλό του «μέσου ανθρώπου» αναφορικά με τη Βαλτιμόρη, δεν μοιάζουν και τόσο ξεκάθαρες σε σύγκριση με άλλες μεγαλουπόλεις των Η.Π.Α. Είναι μάλλον περισσότερο γνωστή ως η πόλη με τα περισσότερα δημόσια μνημεία σε ολόκληρη τη χώρα, ως ένα από τα κύρια λιμάνια της ανατολικής ακτής που δεχόταν τεράστιους αριθμούς μεταναστών και (πιθανώς) ως κοιτίδα παραγωγής των σπουδαιότερων σύγχρονων μηχανικών, μαθηματικών και επιστημόνων των Η.Π.Α. Αλλά τα μουσικά trivia που έχει να προσφέρει η πρωτεύουσα του Maryland, είναι συναρπαστικά και σχετικά άγνωστα.

Το πρώτο επεισόδιο σημειώνεται τον Σεπτέμβριο του 1814, όταν εκεί γράφονται οι στίχοι του αμερικάνικου εθνικού ύμνου από τον Francis Scott Key. Αργότερα αποτέλεσε έναν από τους ισχυρότερους πυρήνες γέννησης και διάδοσης της μαύρης κληρονομιάς, ενώ σήμερα έχει πια τη δικιά της συμφωνική ορχήστρα και όπερα, αναδεικνυόμενη σε μία από τις σημαντικότερες πρέσβειρες της κλασικής παιδείας στη χώρα. Εδώ γεννήθηκε επίσης η Billie Holiday, ο Philip Glass και ο Frank Zappa, παρακολούθησε λύκειο ο David Byrne και έφτιαξαν το όνομά τους οι Good Charlotte.



Όμως τον τελευταίο χρόνο η Βαλτιμόρη έχει έρθει στην επικαιρότητα για τους πιο «λάθους» λόγους. Τον Απρίλιο του 2015, ο 25χρονος Freddie Gray έπεσε θύμα αστυνομικής βίας, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στο τοπικό νοσοκομείο, μία εβδομάδα μετά τον τραυματισμό του: τα επεισόδια διαμαρτυρίας που ακολούθησαν, παραλίγο να έχουν ανάλογα θανάσιμη κατάληξη. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ο συγγραφέας Tim Kreider, σκιαγράφησε –με ένα άρθρο στους ηλεκτρονικούς New York Times, το οποίο έγινε viral– το πορτραίτο μίας δυσλειτουργικής πόλης. Ενός κέντρου αλκοολισμού και περίεργων ανθρώπων που θέλουν να γίνουν φυσιολογικοί, φέρνοντάς τη ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της παρακμής των μικρότερων αστικών κέντρων της Αμερικής.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση μοιάζει πολύ διαφορετική: το βιοτικό επίπεδο της Βαλτιμόρης είναι πολύ υψηλό, τα ενοίκια και το κόστος διαβίωσης συνεχώς μειώνονται, ενώ υπάρχει διάχυτη η αίσθηση πως ζεις σε ένα μεγάλο χωριό, αφού το στοιχείο της γειτονιάς διατηρείται ακόμη και οι ρυθμοί ζωής μοιάζουν πολύ πιο χαλαροί σε σύγκριση με άλλες, το ίδιο μεγάλες, πόλεις των Η.Π.Α. Ανεκτίμητα χαρακτηριστικά, τα οποία δεν ξεχνούν να αναφέρουν συχνά-πυκνά οι μουσικοί της σκηνής της, ως λόγους παραμονής τους εκεί. Ως αποτέλεσμα, η Βαλτιμόρη έχει αναδειχθεί σε εργαστήρι παραγωγής ταπεινών μα εργατικών indie stars, οι οποίοι γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους με κάποιον τρόπο κι έχουν πολλές φορές συνεργαστεί, ακολουθώντας το πνεύμα αλληλεγγύης που εμπνέει ο τόπος. Αναδεικνύεται έτσι η εικόνα μίας δραστήριας καλλιτεχνικής κοινότητας, με άφθονες μικροσκηνές και στέκια.



Η μπάντα η οποία έκανε πρώτη το μεγάλο βήμα προς τη μαζική αναγνώριση, έπλασε το δικό της τρυφερό βασίλειο και έστεψε πιστούς κοινωνούς του ρομαντικού της ευαγγελίου, είναι το boy/girl δίδυμο των Beach House. Η Victoria Legrand και ο Alex Scully συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 2004 μπροστά από τoν φράχτη της αυλής του τελευταίου (λέει η ιστορία), ενώ άρχισαν να κολλάνε μετά από μία τυχαία τους διασταύρωση σε κάποιο live της τοπικής σκηνής. Αμέσως ένιωσαν μία αμοιβαία καλλιτεχνική έλξη, η δε μεταξύ τους χημεία δούλευε συμπληρωματικά και ενισχυτικά –σε τέτοιον βαθμό, ώστε, όπως έχουν πει αρκετές φορές, «αισθανθήκαμε και οι δύο πως βρήκαμε τη μουσική μας αδελφή ψυχή».

Το κοινό τους ταξίδι ξεκίνησε το ίδιο έτος, όταν αποφάσισαν να γεννήσουν τους Beach House, όνομα στο οποίο κατέληξαν μετά από αποτυχημένες, «ψευτοδιανοουμενίστικες» επιλογές, όπως το Wisteria. Πριν όμως ξετυλίξουμε το πώς έφτασαν να θεωρούνται ένα από τα πιο ξεχωριστά σχήματα των ημερών μας, ας ρίξουμε μία γρήγορη ματιά στα νεανικά βιώματα που σχημάτισαν τις νευρώσεις και τον εσωτερικό κόσμο των δύο πρωταγωνιστών μας.

Baltimore1_2.jpg

Η Victoria Legrand γεννήθηκε στο Παρίσι το 1981, κόρη ενός ζωγράφου και μίας γιατρού, με τις καλλιτεχνικές της ρίζες να εντοπίζονται στον συνθέτη θείο της Michel Legrand του "The Windmills Of Your Mind" και στην τραγουδίστρια θεία της Christian Legrand (των πολυμελών Swingle Singers). Όταν οι γονείς της χώρισαν, ακολούθησε τη μητέρα της στη Βαλτιμόρη όπου είχαν συγγενείς, πριν εγκατασταθούν τελικά σε μία άλλη πόλη του Maryland, το Rising Sun. Τελικά η Victoria πέρασε την εφηβεία της στη Φιλαδέλφεια, όπου μυήθηκε στην punk κουλτούρα και διασκεύαζε κομμάτια των Led Zeppelin στην τοπική καφετέρια, με μια μπάντα που είχε σχηματίσει με φίλους από το λύκειο. Επόμενος σταθμός, οι δραματικές σπουδές στο κολέγιο Vassar της Νέας Υόρκης και έπειτα το Παρίσι –για μαθήματα ηθοποιίας. Τίποτα από αυτά, όμως, δεν τη συγκινούσε ουσιαστικά. Και η νοσταλγία της για τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, την οδήγησε πίσω στη Φιλαδέλφεια (2004). Σύντομα γνωρίστηκε με τον Scally, όταν έστειλε mail σε έναν κοινό τους φίλο, ρωτώντας αν θα μπορούσε να μείνει σπίτι του για κάποιες μέρες. Η συνέχεια του σεναρίου, γνωστή.

Baltimore1_3.jpg

Ο Alex Scully γεννήθηκε και μεγάλωσε στη γειτονιά Mt. Washington της Βαλτιμόρης, σε ένα περιβάλλον γεμάτο πολυποίκιλα ερεθίσματα. Ήδη από το λύκειο είχε βουτήξει σε βάθος στη δισκογραφία του Bob Dylan και του Stevie Wonder, ενώ είχε συμμετάσχει και σε διάφορες μπάντες (μεταξύ άλλων και σε μία reggae). Σπούδασε γεωλογία στο κολέγιο Oberlin του Οχάιο και όταν τελείωσε με αυτή τη φάση, επέστρεψε πίσω για να βρει τα πάντα όπως τα άφησε. Κι ενώ η ζωή φαινόταν να είχε πάρει μία ανιαρή τροπή, καθώς το πρωί δούλευε ως επιπλοποιός δίπλα στον πατέρα του, το απόγευμα δοκίμαζε νέες συνθέσεις στο αρμόνιό του και το βράδυ έπινε τις μπύρες του στο τοπικό μπαρ Curb Shoppe, γνωρίστηκε με την Victoria. Η συνέχεια του σεναρίου, γνωστή.

Όταν πια πήραν την απόφαση να αφήσουν το πάθος τους για τη μουσική να ορίσει την ζωή τους, η Victoria μετακόμισε στη Βαλτιμόρη και άρχισε να δουλεύει σε ένα μικρό, μεξικάνικο εστιατόριο (fun fact: την ίδια περίοδο δούλευε εκεί και ο William Cashion, μπασίστας των Future Islands, πρωταγωνιστών του επόμενου Indiestopia). O Alex συνέχισε να εργάζεται με το πατέρα του τα πρωινά και, όποτε έβρισκαν το παραμικρό κενό, πειραματίζονταν πάνω στα πρώτα τους κομμάτια με τα τρία όργανα, την κιθάρα και το drum machine που μόλις είχαν αγοράσει.

Κάπως έτσι έγραψαν το πρώτο τους κομμάτι "Saltwater" και όρισαν τον ήχο τους, ο οποίος τρυπάει αμέσως το δέρμα του ακροατή, σκάβοντας λαγούμια στο υποσυνείδητό του. Το "Saltwater" είναι και το κομμάτι που ανοίγει το ντεμπούτο τους Beach House, το οποίο κυκλοφόρησε το 2006 μέσω της Carpark: ένα άλμπουμ γεμάτο παρηγορητικά νανουρίσματα και αγνές ψαλμωδίες. Μία από αυτές, μάλιστα (“Master Of None”) επέλεξε να χρησιμοποιήσει ως sample και ο Weekend στην cult κασέτα του House Οf Balloons, και συγκεκριμένα στο “The Party And The After Party”.



Με τη δεύτερη προσπάθειά τους, η δυάδα μεγάλωσε τον ήχο της αλλά δεν εγκατέλειψε τον συναισθηματικά λιωμένο του πυρήνα. Το Devotion (2008) επευφημήθηκε από τα ανεξάρτητα μέσα, κερδίζοντας θέση ανάμεσα στους καλύτερους δίσκους της χρονιάς για το Pitchfork, ενώ τα “Gila” και “Heart Of Chambers” αναδείχθηκαν σε must indie χιτάκια και πρέπει να στιγμάτισαν πολλές ερωτικές στιγμές νέων, αζύμωτων συντρόφων. Το επόμενο έτος η Victoria συμμετείχε σε μία ακόμα τεράστια indie επιτυχία, το “Two Weeks” των Grizzly Bear. Τη δημιουργική τους κορύφωση, όμως, οι Beach House την αγκάλισαν σφιχτά το 2010, με το μελαγχολικό, ονειρικό μανιφέστο του Teen Dream.

Η παραγωγή του συγκεκριμένου άλμπουμ ανήκει στον Chris Coady, ο οποίος έχει δουλέψει με αρκετές ακόμα μπάντες της σκηνής, και πρόσδωσε στην κρούστα του ήχου των Beach House ένα παγωμένο feeling, αφήνοντας στην «ψυχή» του να παραμονεύουν οι πιο τρυφερές τους πλευρές. Με το Bloom του 2012, συνέχισαν από εκεί όπου σταμάτησε το Teen Dream, αφήνοντας την ομιχλώδη ατμόσφαιρα στην άκρη, ώστε να αναδειχθούν κρυστάλλινες μελωδίες, σκορπίζοντας τάσεις ονειροπόλησης. Εμπορικά μιλώντας, επίσης, είναι η πιο επιτυχημένη τους δουλειά, καθώς έφτασε μέχρι το νούμερο 7 του Billboard. Την ίδια χρονιά μπλέχτηκαν όμως και σε ένα νομικό ζήτημα: η VW χρησιμοποίησε το κομμάτι τους “Take Care” για μία διαφήμιση χωρίς την άδειά τους, με τη μπάντα να βγάζει έτσι στη φόρα όλο το αντικαπιταλιστικό της μένος.



Tους μήνες που ακολούθησαν, η Victoria μπήκε σε μία έντονη περίοδο δημιουργικής λειψυδρίας, φτάνοντας σε βαθμό να αμφισβητεί αν θα μπορεί να ξαναγράψει ποτέ κάποιο κομμάτι. Τελικά η έμπνευση βρέθηκε όταν η μπάντα αποφάσισε να επιστρέψει στην απλότητα των πρώτων της βημάτων. Καρπός αυτής της εσωτερικής αναζήτησης, ήταν οι δύο περσινοί δίσκοι, οι οποίοι ηχούν ως δύο εντελώς εναλλακτικές απόπειρες αποτύπωσης της μουσικής τους ραχοκοκαλιάς.

Το Depression Cherrry εξερευνά τη θνησιμότητα και την ερμηνεία της ύπαρξής μας σε σχέση με τον χρόνο. Στο τελευταίο μάλιστα κομμάτι του δίσκου “Days Of Candy” χρησιμοποιείται μία χορωδία αποτελούμενη από 8 άτομα, πυροδοτώντας μία μελαγχολικά φορτισμένη ευφορία –σαν να συνειδητοποιείς το πόσο λίγο θα κρατήσει μία στιγμή ευτυχίας την ώρα που τη ζεις. Αντίθετα το απρόσμενο Thank Your Lucky Stars, που όπως τόνισε και η μπάντα «δεν αποτελεί συντροφιά στο Depression Cherry ή έκπληξη, ούτε περιέχει b-sides», ήταν ένας δίσκος που άξιζε τη δικιά του φροντίδα και αγάπη. Σηματοδοτεί δε μία συνειδητοποιημένη προσπάθεια των Beach House να εκτεθούν ψυχικά με τον τρόπο που το έπραξαν στους δύο πρώτους τους δίσκους. Ίσως γι' αυτό, ηχεί ως ισοδύναμο του να χώνεσαι κάτω από τα παπλώματα αναζητώντας ζεστασιά και προστασία από τον έξω κόσμο ή ως μία παρηγορητική γουλιά ζεστού τσαγιού, ικανού να μαλακώσει κάθε εσωτερική γωνία.

Baltimore1_4.jpg

Ο χώρος όπου η μπάντα δοκιμάζει στην πράξη νέες συνθετικές ιδέες βρίσκεται σε μία παλιά βιομηχανική γειτονιά της Βαλτιμόρης που ονομάζεται Fell’s Point, κοντά στην τοποθεσία όπου έλαβαν χώρα οι βίαιες αντιδράσεις για τον θάνατο του Freddie Gray –συγκεκριμένα μέσα σε μία αποθήκη, δίπλα από ένα μικρό εργοστάσιο γραβατοποιίας. Σήμερα τα δύο μέλη του σχήματος βρίσκουν παρηγοριά στο γεγονός ότι μπορούν να βρίσκονται συνεχώς σε περιοδεία και, όταν επιστρέφουν στη Βαλτιμόρη, να βρίσκουν ένα αληθινό, προσωπικό καταφύγιο: ένα πνευματικό ησυχαστήριο, ένα σπίτι με την πραγματική έννοια της λέξης. Η συμβολή τους στο καλλιτεχνικό υπόβαθρο της πόλης αναγνωρίζεται άλλωστε από κάθε μέλος της σκηνής, αφού είναι εκείνοι που τους έδειξαν πως η επιτυχία μπορεί να έρθει χωρίς να χάσεις την ταυτότητά σου.

Περισσότερο, όμως, οι Beach House έχουν μάθει σε μία ολόκληρη γενιά ακροατών να καθαρίζει τα συναισθηματικά της φίλτρα εκεί που νομίζει ότι της τα έχουν απωλέσει οι χαοτικοί καιροί. Εκεί δηλαδή που όλα μοιάζουν θολά, έρχεται ένας δίσκος τους και σου υπενθυμίζει πως το να συνδέεσαι με άτομα και με γεγονότα, με τις πιο κρυφές σου σκέψεις και απλώς με ένα κομμάτι, είναι το να νιώθεις και το να ζεις μαζί, το ίδιο.

Ναι, αυτή ήταν μια στήλη-φόρος τιμής σε μία από τις μπάντες που έχει καθορίσει τον τρόπο με τον οποίον αντικρίζω τη θέση μου στον κόσμο, μα και τον κόσμο τον ίδιο. Στο επόμενο Indiestopia, οι νεότεροι πρωταγωνιστές της Βαλτιμόρης...

Προτεινόμενη δισκογραφία:

Beach House – Devotion (2008)
Beach House – Teen Dream (2010)
Beach House – Bloom (2012)
Beach House – Thank Your Lucky Stars (2015)