search

ΑΡΘΡΑ

Τι μπορεί να συμβεί άραγε όταν η χορευτική κουλτούρα των ύστερων 1980s φτάνει αργοπορημένα στην παγωμένη πατρίδα σου και αναμειγνύεται με ετερόκλητα ερεθίσματα από το παρελθόν; Στη Νορβηγία, η απάντηση βρίσκεται στην εξάπλωση της Cosmic Disco ως παραισθησιογόνας ουσίας για τη θρέψη των τάσεων φυγής από τη μελαγχολία του ευρωπαϊκού Βορρά...

Είναι τουλάχιστον συναρπαστικός ο τρόπος με τον οποίον έχει ταρακουνήσει τον μοντέρνο χάρτη γέννησης ρευμάτων η αναλογική διάθεση της μουσικής και ακόμη περισσότερο η ψηφιακή της διάδοση και απελευθέρωση. Η ολοένα και πιο ανεμπόδιστη έκθεση σε πάσης φύσεως ερεθίσματα, σε συνδυασμό με τις ειδικές συνθήκες και τις συναισθηματικές ανάγκες κάθε κοινωνίας, έχουν διαμορφώσει «εργαστήρια» τάσεων και κινημάτων φαινομενικά αταίριαστων με το είδος που πρεσβεύουν. Ως αποτέλεσμα, έχουμε κάποιους σουρεαλιστικούς συνδυασμούς οι οποίοι βγάζουν όμως απόλυτο νόημα στη βαθύτερη κοινωνιολογική, πολιτική και πολιτισμική τους ανάλυση: νεοζηλανδική νεοψυχεδέλεια, ρώσικο post-punk, αυστριακή electro-pop κ.ο.κ.

Ένα από τα πιο μεταμοντέρνα χωνευτήρια, είναι κι αυτό που έγινε γνωστό ως Cosmic Disco: δημιουργήθηκε στα μέσα των naughties στο Όσλο της Νορβηγίας, εξελισσόμενο έκτοτε διαρκώς –με την αναγνώριση να έχει έρθει με την έλευση της νέας δεκαετίας του 21ου αιώνα. Μπορεί να το συναντήσετε και ως «Space Disco» ή «Cosmic House», αλλά τέτοιοι όροι αναφέρονται στην ουσία στο ίδιο ψυχεδελίζον χορευτικό ιδίωμα, το οποίο σμιλεύτηκε και διαδόθηκε κυρίως από Νορβηγούς DJs και μουσικούς, ως αποτέλεσμα τόσο της ετεροχρονισμένης υιοθέτησης της rave και acid house κουλτούρας, όσο και από το διαχρονικό φλερτ με πιο «διαστημικά» ροκ ακούσματα (prog, krautrock, ψυχεδέλεια). Έτσι γεννήθηκε ένα ρεύμα που συνδυάζει italo disco, french house, techno, πειραματισμό περιθωριακών ροκ παρακλαδιών και new age κοσμοθεωρία, λειτουργώντας ως υποκατάστατο της ευφορίας την οποία προκαλεί η λιακάδα που σπανίζει ή είναι χλωμή στις σκανδιναβικές χώρες.



Για να φτάσουμε όμως μέχρι εδώ, έπρεπε να διασταυρωθούν οι μοίρες τριών μουσικών με ετερόκλητα ερεθίσματα, αναταράσσοντας τη στεγανή και προβλέψιμη χορευτική σκηνή της  νορβηγικής πρωτεύουσας. Οι Thomas Moen Hermansen (Prins Thomas), Hans-Peter Lindstrøm (Lindstrøm) και Terje Olsen (Todd Terje) –ή, αλλιώς, η «Αγία Τριάδα» της nu disco– γνωρίστηκαν στις αρχές της περασμένης δεκαετίας και τα ανήσυχα μουσικά τους πνεύματα αντιλήφθηκαν γρήγορα πως υπήρχε μία αναδυόμενη σκηνή στην αφάνεια. Αποφασίζοντας λοιπόν να της δώσουν πυγμή, τα έβαλαν με κάθε ιδιορρυθμία της τοπικής κοινωνίας. Πριν όμως καταπιαστούμε με τη σκηνή, έχει σημασία να ρίξουμε φως στην πορεία των πρωταγωνιστών μας και στο ιδιαίτερα περιοριστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο προσπάθησαν να δημιουργήσουν.

Cosmic_2.jpg

Ο Prins Thomas γεννήθηκε το 1976 στη μικρή επαρχιακή πόλη Hamar. O φίλος του Pål Nyhus –αργότερα θα γινόταν ο επιδραστικός DJ Strangefruit– τον θυμάται μόλις 8 χρονών, να τον καλεί σπίτι του για να δοκιμάσουν το πρώτο του πικαπ. Ο Thomas μεγάλωσε σε ευκατάστατη οικογένεια και ήδη από τα 10 του ξεκίνησε να αγοράζει δίσκους και να παίζει ερασιτεχνικά DJ sets σε πάρτι. Αλλά μέχρι το 1989 το είχε αφήσει στην άκρη, γιατί όλοι του οι φίλοι του έλεγαν ότι δεν είναι cool πια. Μέχρι λοιπόν το 1993 συμμετείχε σε διάφορες punk μπάντες του σχολείου του, ώσπου ο κολλητός του άνοιξε το πρώτο club στην πόλη και του ζήτησε να δουλέψει εκεί ως DJ, αλλά και σερβιτόρος. Με αυτή την αφορμή, άρχισε να ακονίζει το μουσικό του αισθητήριο, ψάχνοντας συνεχώς σε δισκοπωλεία για φθηνά βινύλια. Όταν πια έφυγε για το Όσλο στα τέλη των 1990s, τα clubs δεν ήταν πια παράνομα στη Νορβηγία (από το 1995 και μετά), είχαν μάλιστα ανοίξει και πολλά στην πρωτεύουσα, η οποία γνώριζε μία καθυστερημένη σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο deep house έκρηξη.

Cosmic_3.jpg

Στο σκανδιναβικό λιμάνι κατέφθασε το 1999 και ο 18χρονος Todd Terje, για να συνειδητοποιήσει προς μεγάλη του απογοήτευση πως το αληθινό club πνεύμα της πόλης ήταν νεκρό και στη θέση του υπήρχαν αδιάφοροι DJs, οι οποίοι έπαιζαν ανακατεμένα και άγαρμπα ό,τι μπορούσε να χορευτεί, εκβιάζοντας έναν προσποιητό ηδονισμό –πριν σταματήσουν στις 3 τα ξημερώματα, την ώρα δηλαδή που κλείνουν υποχρεωτικά τα νορβηγικά clubs μέχρι και σήμερα. Ο Terje είχε μεγαλώσει στη μικρή κωμόπολη Mjøndalen, γόνος μίας τυπικά πλούσιας οικογένειας, παίρνοντας μαθήματα πιάνου τα οποία όμως σταμάτησε γρήγορα. Θυμάται επίσης να πωρώνεται με το αγαπημένο του χριστουγεννιάτικο δώρο, το Off The Wall του Michael Jackson. Αλλά καθοριστική για τη μουσική του ενηλικίωση, ήταν η ραδιοφωνική εκπομπή του Strangefruit και του Abstract: δύο επιδραστικών DJ, οι οποίοι κάθε Σάββατο βράδυ (από το 1997 και για κάποιο διάστημα) παρείχαν μία φανταστική πίστα σε μία ολόκληρη γενιά Νορβηγών, που δεν είχαν πού αλλού να εκτονωθούν ακούγοντας καλή house και techno. Αναλόγως σημαντική για τον Terje υπήρξε βέβαια και η ρετροφουτουριστική disco του μέντορα της σκηνής, Bjørn Torske.



Παρόμοιο είναι και το αφήγημα του Lindstrøm, o οποίος επίσης μεγάλωσε στην τραχιά νορβηγική επαρχία, στα προάστια του Stavanger, συμμετέχοντας τόσο στη σχολική χορωδία, όσο και σε πολλές μαθητικές μπάντες. Οι dance ευαισθησίες του ήρθαν στο προσκήνιο μόλις το 2000 –αρκετά χρόνια μετά την εγκατάστασή του στο Όσλο– όταν κέρδισε έναν διαγωνισμό ηχογραφήσεων δωματίου σε ένα δισκάδικο της πόλης. Λίγο αργότερα γνωρίστηκε με τον Thomas, τον οποίο σύστησε στον Terje, αλλά και στον Blackbelt Andersen, τον Magnus International και τον Diskjokke, λιγότερο γνωστούς χαρακτήρες μα με επίσης σημαντική συνεισφορά στη σκηνή. Το άγονο club τοπίο και η απουσία κάποιας συγκεκριμένης τάσης, έδωσε τη δυνατότητα στη μαγική μας τριάδα να «μαγειρέψει» και να επιβάλλει τη δικιά της ταυτότητα στα χορευτικά πράγματα της Νορβηγίας: καθένας τους συναρμολόγησε με διαφορετικό τρόπο το παζλ των επιρροών του, όλοι όμως βρήκαν τελικά τον δικό τους ήχο, που αποδείχθηκε συγγενής με εκείνον των υπολοίπων.

Cosmic_4.jpg

Την αρχή έκανε ο πιο τολμηρός Thomas, ο οποίος, αν και δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς να τρέξει μία δισκογραφική, ίδρυσε την Tambourine, μέσω της οποίας κυκλοφόρησε κάποια singles. Γρήγορα όμως την έκλεισε: «τα έκανα όλα λάθος», θα δήλωνε αργότερα. Ο Terje έφαγε κι αυτός χαστούκι όταν υπέγραψε μεν με τη Soul Jazz για τον πρώτο του δίσκο Eurodans, αλλά τα έσπασαν στο συμβόλαιο με αποτέλεσμα να μην κυκλοφορήσει ποτέ. Ο πιο ψύχραιμος και μεθοδικός Lindstrøm, πάλι, ίδρυσε το 2003 το label Feedelity γιατί «κανείς δεν ενδιαφερόταν να κυκλοφορήσει τα κομμάτια μου» όπως έχει πει. Το οποίο υφίσταται ακόμα, μετράει όμως μόνο δουλειές που φέρουν την υπογραφή του ιδιοκτήτη του.

Κομβικό έτος για την ανάδυση της Cosmic Disco σκηνής, ήταν το 2005. Αρχικά ο Thomas αποφάσισε να ξεκινήσει ένα νέο label, με το όνομα Full Pupp. Ο Terje κυκλοφόρησε εκεί δύο EP, τα οποία έδωσαν μία πρώτη γεύση για τη σουρεαλιστική, πολύχρωμη οπτική του πάνω στη χορευτική μουσική. Σημαντικότερες όμως ήταν δύο άλλες κυκλοφορίες. Το ομώνυμο ντεμπούτο των Thomas & Lindstrøm στη βελγική Eksimo Recordings ακούγεται σαν διάλογος μεταξύ των μουσικών τους επιρροών, με τα κρυμμένα διαμαντάκια που είχαν κατά καιρούς ανακαλύψει για τα DJ sets τους να γίνονται πυρήνας, πάνω από τον οποίον έριξαν έναν σεμνό, χορευτικό μανδύα. Κερασάκι στην τούρτα ήταν το ΕΡ I Feel Space του Lindstrøm, με το ομότιτλο κομμάτι να ακούγεται σαν το απόλυτο χιτάκι μιας μελλοντικής ντισκοτέκ, σε κάποιον διαστημικό ναύσταθμο: ένα αστρικό dancefloor killer, που αποκρυστάλλωσε τις παραισθησιογόνες αρετές της σκηνής και της χάρισε το όνομά της.



Με τις βάσεις να έχουν μπει γερά, ο Thomas άρχισε να ασχολείται με τη δισκογραφική του διαθέτοντας μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Υπέγραφε λοιπόν συνεχώς καινούρια ονόματα (Magnus International, Mental Overdrive, Randaberg Ego Ensemble), καλλιτέχνες που αντιλαμβάνονταν και σέρβιραν τη χορευτική μουσική με τον ίδιο ανοιχτόμυαλο και πλουραλιστικό τρόπο όπως κι εκείνος. Παράλληλα, συνέχισε να βάζει σε τροχιά νέους, δουλεμένους στην εντέλεια sci-fi disco κομήτες, να φτιάχνει συλλογές με αγαπημένα κομμάτια μπασταρδεύοντάς τα με cosmic disco φινέτσα, αλλά και να συνεργάζεται με τον κολλητό του Lindstrøm σε δύο νέους δίσκους –λιγότερο μεν εντυπωσιακούς από το ντεμπούτο τους, μα κινούμενους παρ' όλα αυτά σε υψηλότατα επίπεδα απόλαυσης.

Cosmic_5.jpg

Ο Lindstrøm, εντωμεταξύ, συνέχισε να κυκλοφορεί αμέτρητα 12ιντσα μέσω του δικού του label, μέχρι που αποφάσισε να δουλέψει πάνω σε ένα ολοκληρωμένο ντεμπούτο μεγάλης διάρκειας. Το κυκλοφόρησε τελικά το 2008, μετά από πολύ κόπο και ατελείωτες ώρες δουλειάς και ήταν το Where You Go I Go Too. Που, μέχρι και σήμερα, αποτελεί το πιο σπουδαίο δείγμα γραφής όλης της cosmic disco σκηνής, μα κι έναν από τους πιο ολοκληρωμένους χορευτικούς δίσκους της ευρύτερης μουσικής ιστορίας. Η γλιστερή, πολυστρώματη παραγωγή του χαρίζει διαστημική, ψυχεδελική ευρυχωρία, καθώς και μία αίσθηση συνεχούς, ανεξέλεγκτα ελλειπτικής κίνησης. Έφτασε μάλιστα σε σημείο να κερδίσει και το Spellemanprisen –το νορβηγικό Grammy– για τον καλύτερο ηλεκτρονικό δίσκο εκείνης της χρονιάς.

Με την έλευση πάντως της νέας δεκαετίας, η σκηνή άρχισε να χάνει την ορμή της. Ο Thomas κυκλοφόρησε κι αυτός το μεγάλης διάρκειας ντεμπούτο του, χωρίς όμως το αποτέλεσμα να είναι το ίδιο καλό με τα σκόρπια singles του, ενώ μέχρι σήμερα έχει βγάλει 3 ακόμη δίσκους, με τον φετινό του (Principe Del Norte) να μοιάζει ως η πιο συμπαγής και ανταποδοτική δουλειά του. Ο Lindstrøm συνέχισε να εξερευνά διάφορες γωνιές του πειραματικού disco πλανήτη με μεθοδικότητα και ενθουσιασμό, αλλά οι δουλειές του είναι πια αρκετά αδύναμες. Αυτός που ξανάδωσε ζωντάνια και επανασύστησε στον κόσμο τη cosmic disco με ένα νέο και πιο μεσογειακό περιτύλιγμα, ήταν ο άφαντος όλα τούτα τα χρόνια Todd Terje.

Cosmic_6.jpg

O Terje είχε αφοσιωθεί σε πιο χαλαρές περιπέτειες, μετατρέποντας κλασικά, χορευτικά ποπ κομμάτια σε ακόμη πιο φιλικά για τις club πίστες χιτάκια. Ένιωσε άνετα να επιστέψει με δικιά του δουλειά το 2011 (το Ragysh EP), ενώ το επόμενο έτος έβγαλε αρκετά χρήματα όταν ο Robbie Williams ζήτησε τα δικαιώματα από ένα μέρος του παλιού του κομματιού “Eurodans”, για να το χρησιμοποιήσει στο δικό του “Candy”. Τελικά η σπουδαία δουλειά που όλοι περίμεναν να δημιουργήσει το κάποτε μεγάλο ταλέντο, ήρθε το 2014 και ήταν το It’s Album Time. Ένας ορισμός του crossover, γεμάτος ευφάνταστες ποπ ιδέες και lounge τσαχπινιές, που θα μπορούσε να τραντάζει τα ηχεία κάποιου γαλαξιακού beach bar σε ένα μακρινό ηλιακό σύστημα. Διόλου τυχαία, κατάφερε να σκαρφαλώσει τόσο στο #23 των βρετανικών charts, όσο και στη λίστα του Pitchfork με τους 100 καλύτερους δίσκους της δεκαετίας που διανύουμε –ενώ έκανε αισθητή την παρουσία του ακόμα και στις Η.Π.Α., φτάνοντας στο #120 του Billboard.



Τα τελευταία 2 χρόνια έχει φουσκώσει ένα νέο κύμα από φιλόδοξους DJs και μουσικούς, που αναδιατάσσουν τις cosmic disco αρετές με φρέσκια, απενεχοποιημένη ματιά, κινούμενοι στον αστερισμό των βασιλιάδων της σκηνής –με τους οποίους συναντιούνται άλλωστε κάθε χρόνο, στο φεστιβάλ Øya– μαζί με άλλους techno και house DJs που πρωταγωνιστούν στο διεθνές στερέωμα. Μερικά από αυτά τα ανερχόμενα ονόματα, στα οποία πραγματικά αξίζει να δώσετε προσοχή, έχουν κυκλοφορήσει τις πρώτες τους δουλειές στη Full Pupp: Øyvind Morken, Chmmr και κυρίως ο Andre Bratten, το επόμενο next big thing. Το crossover του θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο αν συνεχίσει να επιλέγει τόσο έξυπνα τις συνεργασίες του, όσο ας πούμε στο περσινό του άλμπουμ Gode. Ένα μεταμεσονύχτιο, χορευτικό μελόδραμα με λαογραφικό ενδιαφέρον, όπου συμμετέχει και η αναδυόμενη Νορβηγίδα πριγκίπισσα της ποπ, Sussane Sundfør.

Cosmic_7.jpg

Σήμερα οι τρεις πρωταγωνιστές της σκηνής, με την προσθήκη του Bratten, μοιράζονται το ίδιο στούντιο, σε μία από τις πιο πολυσύχναστες γειτονιές του Όσλο. Τα 4 δωμάτια είναι γεμάτα από ψηφιακό και αναλογικό εξοπλισμό που μόνο nerds μπορούν να εκτιμήσουν, χιλιάδες δίσκους από την προσωπική συλλογή του καθενός, αλλά και ψίθυρους, γέλια και θραύσματα από ιδέες που αιωρούνται στον αέρα, έτοιμες να μετατραπούν στο επόμενο cosmic disco διαμάντι. Τελικά συνειδητοποιεί κανείς πως τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένα τα κομμάτια τους δεν κρύβουν στην ουσία τίποτα το διαστημικό και ανοικείο, παρά μόνο την ανάγκη αποφυγής της παγωμένης, στείρας νορβηγικής πραγματικότητας. Οι επιδιώξεις τους, οι συναισθηματικές τους ανάγκες και οι εκφραστικές τους ανησυχίες πατάνε στη γη και με τα δύο πόδια, αναζητώντας την ευτυχία και την ισορροπία, λύνοντας την εξίσωση της κοινής ζωής, μέσα από την εξιδανίκευσή της.

Γι' αυτό κλείστε τα φώτα, προστατευθείτε από το κρύο κάτω από τα παπλώματα, βάλτε το "I Feel Space" στα ακουστικά και κοιτάξτε τα αστέρια και το φεγγάρι στο ταβάνι του δωματίου σας, όπως κάναμε κάποτε. Θα βιώσετε την απόλυτη εγκεφαλική απόδραση που μπορεί να προσφέρει η μουσική.

Προτεινόμενη δισκογραφία:

Lindstrøm & Prins Thomas - Lindstrøm Αnd Prins Thomas (2005)
Lindstrøm - Where You Go I Go Too (2008)
Todd Terje – It's Album Time (2014)
Andre Bratten – Gode (2015)