Άγγελος Κλειτσίκας

 

«Το progressive ροκ δεν είναι απλώς ένας ήχος, αλλά μία ολόκληρη νοοτροπία, αντίληψη για τον κόσμο». 

Τάδε έφη πριν κάποια χρόνια ο Jerry Ewing, εκδότης του Prog magazine, συμπυκνώνοντας άψογα τη βασική αιτία για την οποία το είδος γίνεται αντιληπτό με τόσο διαφορετικό τρόπο στο μυαλό κάθε μεμονωμένου μουσικόφιλου. Ελάχιστες έννοιες έχουν άλλωστε αναγκάσει κριτικούς και ακροατές να λογομαχήσουν με τόσο πάθος, να διαξιφιστούν γνωσιακά, να διαφωνήσουν και στο τέλος να αποκυρήξουν ονόματα και καλλιτέχνες με τόσο μένος. 

Πράγματι, ενώ οι ρίζες του ευρύτατου αυτού είδους είναι εύκολα και ακίνδυνα εντοπίσιμες στο Ηνωμένο Βασίλειο των τελευταίων χρόνων των 1960s, η εξέλιξή του αποδείχθηκε εντροπική, αφού διακλαδώθηκε και επιμερίστηκε σε αμέτρητες υπο-κατηγορίες, πραγματοποιώντας crossovers που προκαλούσαν σύγχυση με την ονομασία και κατηγοριοποίησή τους. Η γενική πάντως αντίληψη περί «progressive rock» αναφέρεται στην αισθητικά και καλλιτεχνικά πιο εμπλουτισμένη παράδοση του κλασικού ροκ ήχου, στον οποίον προσθέτονται στοιχεία από τη λόγια (συμφωνική ή μη) μουσική, την ψυχεδέλεια, τις folk παραδόσεις, αλλά και την τζαζ, προσδίδοντας έναν πιο σοφιστικέ χαρακτήρα. Οι αντιπροσωπευτικές δε μπάντες του είδους είναι δημοφιλείς και καθολικά αγαπημένες: οι Jethro Tull, oι Rush, οι Genesis, οι Yes, οι King Crimson, ο Frank Zappa, μα και μία ατελείωτη ακόμη σειρά ονομάτων που, άμεσα ή έμμεσα, εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία.

Indprogg_2.jpg

Το όλο χειμαρρώδες σκηνικό το αφουγκράστηκαν και οικειοποιήθηκαν οι πάντα συνεπείς με τα ραντεβού της μουσικής ιστορίας Σουηδοί –και μάλιστα μόλις στα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1970. Και όχι μόνο αγκάλιασαν τον νέο (τότε) τρόπο σερβιρίσματος του ροκ, αλλά πέτυχαν και να ποτίσουν τον ήχο με τη δική τους ιδιαιτερότητα, έχοντας ως κύριες δομικές αρετές αφενός τα στοιχεία της σουηδικής folk (η οποία χάνεται στα βάθη της μοντέρνας ιστορίας), αφετέρου μια ψυχεδελίχουσα, απόκοσμη αύρα. Το δημιουργικό αυτό «μικρόβιο» εισχώρησε τόσο βαθιά, ώστε τώρα πια, πέρα από τις γνωστές post-punk, pop και κυρίως metal σκηνές, η χώρα διαθέτει και διατηρεί ακόμη μία: εκείνη του progg rock, παρουσία εντελώς διακριτή από οποιαδήποτε αντίστοιχη στον μουσικό χάρτη. Μπάντες άρχισαν λοιπόν να ξεφυτρώνουν αιφνίδια, σαν μανιτάρια μετά από φθινοπωρινή βροχή σε ηπειρωτικά δάση του Βορρά, χτίζοντας όνομα και προσθέτοντας συνεχώς νέους φίλους μέσω των συναυλιών τους.

{youtube}U7pqeVQys8s{/youtube}

Η πλέον αναγνωρίσιμη ανάμεσά τους –για την ιδιαίτερη ιδεολογική τους ταυτότητα– ήταν οι, εκ Frank Zappa σχολής προερχόμενοι, Samlas Mammas Mana· χιουμορίστες, με σλόγκαν τους το αντικαπιταλιστικό «krossa kapitalitet» (διαλύστε τον καπιταλισμό). Με καταγωγή από τη συνειρμικά μυθολογική Ουψάλα, έδωσαν στίγμα με το ντεμπούτο τους (1971), κυρίως όμως με το Maltid του 1973. Βαθιά πολιτικοποιημένη μπάντα με κομμουνιστικές αντιλήψεις ήταν και οι November, οι οποίοι σέρβιραν ένα βιαιότερο μουσικό μείγμα, εμπλέκοντας στις επιρροές τους και τους Uriah Heep με τους Cream. Ενδιαφέροντες πρωταγωνιστές που συνέβαλλαν τότε στη δημιουργία του πρωτόλειου progg ήχου ήταν επίσης οι LIFE (το ντεμπούτο των οποίων θεωρήθηκε cult στον σουηδικό τύπο), οι βαθιά επιδραστικοί για μελλοντικές μπάντες Trettioariga Krigget (το όνομά τους σημαίνει Τριακονταετής Πόλεμος), οι εμφανώς βρετανόπληκτοι Resan με το ομότιτλο παρθενικό τους άλμπουμ του 1973, οι καινοτόμοι πλουραλιστές Autumn Breeze, οι ψυχεδελικοί/space βιρτουόζοι Algarnas Tradgard, αλλά και οι ρομαντικοί νατουραλιστές Kebnekajse.

Στα μέσα των 1970s κυκλοφόρησε επίσης το πρώτο εγχείρημα της μπάντας ενός χαρισματικού μουσικού, που στη συνέχεια, με διάφορα συγκροτήματα ανά τα χρόνια, συνδύασε όσο ελάχιστοι το όνομά του με τη σκηνή. Πρόκειται για τους Kaipa του Roine Stolt (βλ. φωτό πιο πάνω), ο οποίος για μία επταετία (1975-1982) κυκλοφόρησε δουλειές με πολύ υψηλά επίπεδα έμπνευσης. Με την έλευση της νέας δεκαετίας, η τοπική σκηνή αλλά και το ευρύτερο progressive rock φάσμα διήνυσαν μία περίοδο παράλυσης, στην οποία το είδος αφομοιώθηκε από άλλα κυρίαρχα, λ.χ. το post-punk, περιοριζόμενο σε ρόλο κομπάρσου στις εξελίξεις.

{youtube}ngLxOB-ZNuw{/youtube}

Ακριβώς όμως με τις πρώτες μέρες των 1990s, μία σειρά από συνδυασμένα γεγονότα παρείχαν την ιδανική αφορμή για να ξαναβρεί η σκηνή όσα χρειαζόταν προκειμένου να επιστρέψει σε δημιουργική έκσταση. Η ταυτόχρονη π.χ. ίδρυση ανεξάρτητων δισκογραφικών με ειδικότητα στον καθαρόαιμα progg rock ήχο, δημιούργησε την αίσθηση μιας προστατευμένης κοινότητας. Η Mellotronen (από το θρυλικό μουσικό όργανο mellotron, άμεσα συσχετισμένο με το είδος), η Subliminal Sounds, η Record Heaven, αλλά και η πιο παραγωγική θυγατρική της Transubtans –όλες από τη Στοκχόλμη– όρισαν ολόκληρο τον ήχο για τα επόμενα χρόνια, μαζί με τη λιγότερο γνωστή Kommun 2 από το Μάλμε. Η τρίτη μάλιστα κυκλοφορία της Mellotronen είναι κι εκείνη που χάρισε μία ολόφρεσκια αύρα στο progg rock, εναρμονίζοντάς το με τις τραχιές ηχητικές τάσεις της εποχής. Αναφέρομαι βέβαια στους Anglagard και το θρησκολογικά δυσοίωνο ντεμπούτο τους, το επικό και «δηλητηριασμένο» με σκοτεινούς σκανδιναβικούς μύθους Hybris (1992).

Indprogg_3.jpg

Πίσω σχεδόν από κάθε κυκλοφορία της νεο-διαμορφωμένης σκηνής θα βρείτε τον Nils Reine Fiske, τον ευφυή και πολυμήχανο αυτό μουσικό από μία μικρή κωμόπολη της σουηδικής επαρχίας, που αρχικά δούλευε ως ηχολήπτης στη Subliminal και τώρα θεωρείται το ισοδύναμο του Thom Yorke –όσο χοντροκομμένη κι αν μοιάζει η αναλογία– για την ανεξάρτητη σκηνή της χώρας. Με τους Landberk, για παράδειγμα (τη μπάντα με την οποία μας πρωτοσυστήθηκε), κατάφερε να εντάξει στο progg rock σύμπαν εκτυφλωτικούς grunge αστερισμούς, μελαγχολικούς emo κομμήτες και αισθαντικούς indie rock δορυφόρους. Ενδιαφέροντα επίσης συγκροτήματα της τότε σκηνής ήταν οι πιο σκληροί Qoph, η νέα μπάντα του Roine Stolt, The Flower Kings –με το εξαίσιο δείγμα συμφωνικού progg rock Back In The World Of Adventrues (1994)– οι Anekdoten με τις έντονες King Crimson επιρροές, που είχαν όμως παράλληλα αφομοιώσει και τις post-rock νόρμες, αλλά και η δεύτερη μπάντα του Fiske, οι νοσηρά ονοματιζόμενοι Morte Macabre, που άφησαν ένα και μοναδικό άλμπουμ στη Mellotronen (Symphonic Holocaust, 1998).

{youtube}dRej0F3UWS4{/youtube}

Νέα δεκαετία, στη συνέχεια, νέο project και για τον Fiske –και τι project! Ένα από τα σημαντικότερα και πιο ταλαντούχα σουηδικά σχήματα των τελευταίων 15 χρόνων, μία αειθαλής μηχανή που υφαίνει με τον αργαλειό της και ντύνεται σε όλες τις αποχρώσεις που επιτάσσει η μουσική μόδα, χωρίς να αποκλίνει ζημιογόνα από το προσωπικό της στυλ. Για τους Dungen ο λόγος, οι οποίοι έβγαλαν 6 δίσκους την προηγούμενη δεκαετία, με κορυφαίους αυτούς που ηχογράφησαν για τη Subliminal Sounds, δηλαδή το Tio Bitar (2007) και τα Satt At See, 4 (2008). Ο Fiske συμμετείχε και στο ντεμπούτο των Paatos (βλ. φωτό παρακάτω) οι οποίοι κυκλοφόρησαν όμως τον ποιοτικότερό τους δίσκο χωρίς τη συμβολή του (Kallocain, 2004), σκορπίζοντας την αστική μελαγχολία της Στοκχόλμης μέσα στα trip hop μοτίβα του Μπρίστολ. Άλλα δύο συγκροτήματα στα οποία αξίζει να σταθεί κανείς, ελαφρώς διαφορετικών καταβολών, είναι οι ρετροδιαστημικοί Drahk Von Trip με τα «στοιχειωμένα» γυναικεία φωνητικά που έκαναν αίσθηση στο ντεμπούτο τους στην Transubtans (Heart & Consequence, 2005), αλλά και οι Bland Bladen από το Μάλμε, κάτω από το ψυχεδελικό περιτύλιγμα των οποίων αναπνέει ένα krautrock σύμπαν, σημειολογικώς κοινό με αυτό των βετεράνων Βρετανών Ozric Tentacles.

Όσο για τη δεκαετία που διανύουμε, δεν της λείπει τίποτα: φρέσκα ονόματα που ανανεώνουν τη σκηνή, συνεπείς παρουσίες από ήδη φτασμένους καλλιτέχνες, καινούριες κυκλοφορίες από διαχρονικούς θρύλους, αλλά και πλούσιες επανεκδόσεις δίσκων –για να θυμούνται/νοσταλγούν οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Ένα από τα καινούρια ονόματα που ξεχωρίζουν είναι το «supergroup» The Amazing: ο Fiske δηλαδή (τι έκπληξη, ε;), ο οποίος συμμετείχε στις τρεις πρώτες δουλειές τους, μαζί με τον Christopher Gunrup των Granada και την εναλλακτική σταρ Anna Jarvinen. Μαζί κατάφεραν να βρουν ένα ακριβές σημείο τομής μεταξύ ψυχεδελικής ποπ και progressive πειραματισμών. Διακριτό είναι όμως και το αλήτικο, ατίθασο progg rock δρόμου που παίζουν οι Τhree Seasons, το οποίο πείθει τους Σουηδούς κριτικούς και σκλαβώνει παράλληλα κάμποσες νεανικές ψυχές, ενώ άξια λόγου είναι και η AnnaMy με τις πιο folk ανησυχίες: στο ντεμπούτο της Woodpecker (2013), σέβεται όσο εκσυγχρονισμένα απαιτείται τη μουσική παράδοση της χώρας της. 

{youtube}0jWvIE3UFMg{/youtube}

Από την άλλη μεριά, οι Dungen συνεχίζουν ακάθεκτοι την αποστολή τους και φέτος κυκλοφόρησαν τον 8ο τους δίσκο με τίτλο Allas Sak: από τους πιο αξιοπρόσεχτους της καριέρας τους, ένα μικρό διαμάντι, στην κάθε έδρα του οποίου λάμπει και μία διαφορετική αρετή και επιρροή. Οι Anekdoten κυκλοφόρησαν κι αυτοί το 6ο τους άλμπουμ, μετά από 8 χρόνια σιγής, φαίνεται δε ότι βρίσκονται σε εξαιρετική φόρμα. Αξιοπρόσεχτη είναι και η 4η κυκλοφορία των Amazing, οι οποίοι κινούνται τώρα σε πιο συμβατικά κιθαριστικά μονοπάτια. Πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, εντελώς αντιπροσωπευτική του παλαιότερου, χωρίς αιμομιξίες progg rock ήχου της Σουηδίας, κατέθεσαν και οι Agusa: φέτος έβγαλαν τη 2η δουλειά τους, ένα καλά κρυμμένο μυστικό βουτηγμένο σε mellotrons και κλαρινέτα, που βρίσκεται πλέον στα πρόθυρα να μαθευτεί και να απασχολήσει.

Indprogg_4.jpg

Δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι υπάρχουν άλλες τόσες μπάντες εκεί έξω που περιμένουν να τις ανακαλύψετε και να προσθέσουν κάτι στον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνεστε την τέχνη και, κατ' επέκταση, τη ζωή σας. Στο κείμενο αυτό έγινε αναφορά στα πιο σπουδαία –εντάξει, και κάτι ακόμη...– ονόματα, όσων καθόρισαν τη σκηνή. Μία σκηνή που σου δίνει την εντύπωση πως οι ρίζες της είναι τόσο βαθιά σφηνωμένες στα γονίδια του σουηδικού λαού, ώστε, ό,τι μορφή κι αν πάρει η σύγχρονη μουσική πραγματικότητα, οι περικοκλάδες της θα βρίσκουν πάντα χώρο να χώσουν ευγενικά ένα cult melotron ή έστω έναν σκανδιναβικό μύθο στην τελική εξίσωση.

Προτεινόμενη δισκογραφία:

Samlas Mammas Mana - Maltid (1973)

Anglagard - Hybris (1992)

Paatos - Kalocain (1994)

Dungen - Allas Sak (2015)

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured