search

Dead as Dreams

Μετράμε αντίστροφα για τον ερχομό τους στην Αθήνα (Σάββατο 23 Φεβρουαρίου, στο Temple), κάτι που δίνει την ευκαιρία να αποτιμήσουμε μια σπουδαία μπάντα, η οποία πήρε τα αργόσυρτα riff των Black Sabbath και τα οδήγησε προς τη stoner βαβούρα και τη sludge βαρύτητα, δημιουργώντας πλήθος μιμητών...

Οι Electric Wizard είναι ομολογουμένως μία από τις πιο διαβόητες μπάντες που εμφανίστηκαν ποτέ στο ευρύτερο πεδίο του doom metal. Όντας ερευνητές της σκοτεινής τέχνης –λάτρεις τόσο της μαγείας, όσο και του παραφυσικού– αντλούν συχνά θεματολογίες που πραγματεύονται αντίστοιχα σκιερές εκφάνσεις. Ο σεβασμός τους στον H.P. Lovecraft είναι γνωστός, όπως είναι και η προσήλωση στο cult στοιχείο των ταινιών τρόμου. Έτσι, καταφέρνουν συχνά να παλατζάρουν το απόκοσμο συστατικό με την εξωτική γλαφυρότητα, συγκροτώντας μια πρόταση καθόλα εκλεπτυσμένη.

Η αλήθεια είναι πως δεν άργησαν ιδιαίτερα να φανερώσουν την αμετάκλητη ροπή τους στο ακραίο. Οι Lord Οf Putrefaction (ως πρώτη ενσάρκωσή τους πίσω στο 1988-1991) ανέσυραν λίαν πρωτόλειες doom/death αναθυμιάσεις, με τον ήχο να εντυπώνεται τραχύς, ακατέργαστος και αρκούντως απειλητικός για τις αισθήσεις του ανυποψίαστου ακροατή. Η συνέχεια επιφύλασσε μια σταδιακή μετάβαση σε πιο προσιτά doom στάνταρ, από το οικοδομημένο doom/death των Thy Grief Eternal (1991-1992), ως το πιο κλασικότροπο doom των Eternal (1992-1993). Αν μη τι άλλο, η εξέλιξή τους ήταν απολύτως φυσική, με τα ρητώς ομαλοποιημένα στάνταρ να καθορίζουν τη βαθμιαία αποδόμηση του death συστατικού, προς όφελος του αντίστοιχου «σαμπαθικού» στοιχείου.

57iiElWz_2.jpg

Παρόλα αυτά, οι Electric Wizard δεν έκρυψαν ποτέ την αγάπη τους για τις fuzzy αναδρομές και τις stoner περιπλανήσεις. Τα αργόσυρτα riffs των Black Sabbath έδειχναν άλλωστε αρκούντως δεκτικά σε προσμίξεις, εκείνου του τύπου που μπολιάζει το ίδιο το υπόβαθρο της μουσικής και των διαδραστικών δομών της. Τα riffs μετουσιώθηκαν έτσι σε ξενιστές, οι οποίοι κουβαλούσαν κάθε λογής συμβιωτικά, αντίστοιχα μιας παρασιτικής μορφής που ελάχιστα φάνταζε τότε γνωστή στον μεταλλικό κόσμο. Η stoner βαβούρα συνάντησε τη sludge βαρύτητα, με αποτέλεσμα οι κιθάρες τους να γίνουν ασήκωτα συμπαγείς, σαν τους τυραννικούς εφιάλτες που πολλαπλασιάζονται ασφυκτικά στην άγρυπνη ανθρώπινη σκέψη.


Από το Electric Wizard (1995) έως το Come My Fanatics... (1997) και τις κατακόμβες του Dopethrone (2000), οι Βρετανοί ακολούθησαν λοιπόν μια σαφή καθιζίσουσα στροφή προς την τοξικότητα. Χάριν της οποίας, επαναπροσδιόρισαν μάλιστα τη λατρεία προς την αυτοκαταστροφή και την αμφισβήτηση των προσωπικών τους ορίων. Ήταν η εποχή που ο Jus Oborn συνελήφθη για τον εμπρησμό ενός αυτοκινήτου, το οποίο βρισκόταν παρκαρισμένο έξω ακριβώς από ένα αστυνομικό τμήμα. Η αποφράδα στιγμή που ο Tim Bagshaw έπεσε από την οροφή μιας εκκλησίας και τραυματίστηκε, ενώ προσπαθούσε να κλέψει έναν σταυρό για σκηνική χρήση. Η περίσταση που ο Mark Greening έσπασε ένα παράθυρο, έκλεψε ένα μπουκάλι ουίσκι και μετά κάθισε ακριβώς από έξω για να το πιει. Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος ο Oborn, οι πράξεις αυτές δεν αποτελούσαν κάποιον τυχαίο αυτοσκοπό, αλλά τους έκαναν να νιώθουν βαθύτερα πως ανήκουν σε μια heavy metal μπάντα.

57iiElWz_3.jpg

Ενδεχομένως, τέτοιες αναλαμπές από το νοσηρό παρελθόν να φέρνουν στη μνήμη καταστάσεις με νορβηγική στόφα, σύμφυτες με το ξέσπασμα του δεύτερου black metal κύματος, στα πλαίσια του οποίου ακραίοι έφηβοι προέβαιναν σε ακραίες εκφάνσεις πρόκλησης. Η ειδοποιός διαφορά, όμως, είναι στο ότι η Νορβηγική λίγκα έτρεφε αντιδραστικά συναισθήματα προς το κοινωνικό σύνολο, όπως και απέναντι στους θρησκόληπτους κανόνες που τέθηκαν από τον συντηρητισμό. Δεν είχαν δηλαδή σχέση με πηγαία αυτοκαταστροφή, χρήση ναρκωτικών ουσιών και περιθωριοποίηση μιας ιδιάζουσας παραίσθησης, δίχως κοινωνικό στίγμα. Και οι δύο σέκτες μοιράζονται ωστόσο κάτι πολύ κοινό: τη δημιουργία ενός κλειστού κύκλου, μακριά από τα στεγανά ενός κονσερβοποιημένου συστήματος. Οι λόγοι μπορεί να φαντάζουν διαφορετικοί, αλλά οι ροπές του παραμορφωμένου doom δύνανται να συγγενέψουν περιστασιακά με την αποξένωση που προκαλεί η απόγνωση της black metal τέχνης.

Επομένως, δεν είναι και τόσο παράξενο που οι Electric Wizard καταμετρούν σημαντική αποδοχή από μερίδα του black metal φάσματος. Οι αρετές του σκότους που διακηρύττουν φαντάζουν το ίδιο ελκυστικές, αλλά και κάπως εξωτικές, δεδομένης της διαφορετικής υφής του υλικού που αντιπροτείνουν. Ο ορισμός «amplifier worship» έλαβε έτσι μια νέα ερμηνεία με σατανικό περιεχόμενο, βάσει του οποίου τα απύθμενα βάθη παρουσιάζουν μια βαλτώδη σηπτικότητα, ανόμοια της αντίληψης της κοινής λογικής. Και όπως συμβαίνει με όλες τις ασθένειες, η μεταδοτικότητα του ιού παρακίνησε πλήθη μουσικών να βουτήξουν τα χέρια τους στην πρασινωπή, βρυώδη λάσπη και να ανεβάσουν τα ντεσιμπέλ στα όρια αντοχής της ανθρώπινης ακοής. Μυριάδες ήσαν οι μπάντες που ακολούθησαν το παράδειγμά τους, προσπαθώντας να παίξουν όσο πιο βαριά και δυνατά τους επέτρεπαν οι φραγμοί του εξελισσόμενου εξοπλισμού τους.

57iiElWz_4.jpg

Αυτό βέβαια επέφερε και τα ανάλογα παρατράγουδα. Διότι οι περισσότεροι κλώνοι των Electric Wizard ελάχιστο ταλέντο έφεραν σε σχέση με το υπόβαθρο των σεβάσμιων μορφών τους. Αναφερόμαστε σε γκρουπ που είχαν έλλειψη σε φαεινή ευρηματικότητα, αλλά και την επιθυμητή ταυτότητα που οφείλει κανείς να φέρει, ώστε να σταθεί ως ανεξάρτητος στα διακριτά βάθρα μιας σκηνής. Ο λόγος εντοπίζεται στο ότι οι Electric Wizard πρώτα ζυμώθηκαν μέσα από τα 1970s και ύστερα βουτήξουν στις μετέπειτα επιρροές τους, τη στιγμή που οι νεότεροι ακόλουθοι επέλεξαν την εντελώς αντίστροφη οδό. Έτσι όμως οι δομές δεν ανάπνευσαν με την ίδια φυσικότητα, μήτε τα riffs διαποτίστηκαν από όμοιες δόσεις ενέργειας, παρά επένδυσαν περισσότερο τεχνοκρατικά, στον πλούτο του ανάλογου εξοπλισμού. Οι δομές τους αποδείχθηκαν σφιχτές, ασήκωτες και ασυγχώρητες, μα τα βαθύτερα πλάνα του σχεδιασμού έπασχαν σε φαντασία.

Όλες πάντως αυτές οι μπάντες αναδεικνύουν ιδανικά τον ενθουσιασμό τους όταν παρουσιάζονται σε ζωντανές περιστάσεις. Γιατί το δύστροπο doom φέρει τη δυνατότητα να παρακινεί ευνοϊκότερα τις αισθήσεις όταν αποδίδεται σκηνικά. Ίσως έχει να κάνει με την έκρηξη των ντεσιμπέλ ή με το βαρύγδουπο μοτίβο που συχνά ακολουθούν οι μαγνητικές δομές των συνθέσεων. Αλλά το γεγονός παραμένει πως η πρώτη μπάντα που επιχείρησε να κινηθεί με τέτοιον τρόπο στα 1970s, έγραφε τραγούδια για να τα παίζει ζωντανά. Με αρμοστή επιβλητικότητα, η οποία ενέπνεε άκρατα ζωογόνα ενέργεια, μα και σκοταδισμό προκλητικό στην αντίληψη του αμύητου νου. Τους λόγους δηλαδή για τους οποίους είναι και οι Electric Wizard αδιαμφισβήτητοι ηγέτες κάθε πλευράς του εν λόγω εγχειρήματος, αποδεικνύοντάς το σε κάθε τους συναυλιακή παρουσία.