search

Dead as Dreams

Όλα έχουν παιχτεί; Πέθανε όντως το 1994; Ποιο είναι το καλύτερο ισλανδικό άλμπουμ της σκηνής;

Επιχείρημα 1:  Το καλύτερο ισλανδικό black metal άλμπουμ, είναι το Söngvar Elds Og Óreiðu των Misþyrming

Το πιο άβολο φαινόμενο στη μουσική (γενικότερα) πολλάκις το δημιουργούν οι πιο «εξωτερικοί» παρατηρητές της. Ενίοτε, μέλη της κατηγορίας αυτής ευρίσκονται και μεταξύ των μυημένων, χάριν της αναπαραγωγής κάθε πιθανής, ελλιπούς επιχειρηματολογίας.

Η περίπτωση των Misþyrming, συγκεκριμένα, είναι ενός συγκροτήματος αρεστού προσωπικά: έχω αγοράσει τον δίσκο τους σε δύο φορμάτ, τα project τους σε περισσότερα, και έχω ταξιδέψει 2 φορές στο εξωτερικό για να τους παρακολουθήσω ζωντανά. Η δε πρώτη συναυλιακή επαφή (στο τελευταίο Nidrosian Black Mass του Βελγίου) ήταν που επέφερε την επικύρωση, μιας και η κουρελιασμένη Repugnant-infused λύσσα τους ανέβλυζε περίσσιο σθένος και νεύρο σπάνιο για τα δεδομένα της σκηνής. Οι Misþyrming δεν είχαν δηλαδή ως σκοπό την επιβολή, παρά διέλυαν τους μυς τους σα να μην υπάρχει αύριο. Με ενέργεια τέτοια που ακόμη και η Μοίρα ή τα Παιχνίδια του Θανάτου θα ζήλευαν ανά πάσα στιγμή.

Δεν θα έπρεπε να λησμονούμε, όμως, πως η ισλανδική σκηνή έχει βγάλει διαμάντια που βρίσκονται στα αζήτητα. Και αναφέρομαι στο ασύγκριτο Bálsýn των Potentiam, διότι λίγοι πάντρεψαν με ανάλογη μαεστρία εξωγενή φάσματα επιρροών. Η μωβ χροιά που κοσμεί το υπέροχο εξώφυλλό του αποτελεί άρρηκτο συστατικό της ίδιας της μουσικής, μιας και ένα γοτθικό πέπλο επικαλύπτει το ανόθευτο σε πυρήνα vibe. Οι Potentiam, για την ακρίβεια, ανήκουν σε όσους πειραματίστηκαν με τον ήχο τους δίχως εκπτώσεις σε αισθητική –και, αντίστοιχα, η προγενέστερη ενσάρκωσή τους Thule, εξαπέλυσε υπό αρχαϊκή απομόνωση δριμύτατο ισλανδικό ψύχος. Δεδομένου λοιπόν πως ελάχιστοι συμπατριώτες τους εντρύφησαν σε ανάλογη μουσικότητα στο παρελθόν, θα ήταν υπερβολή να ακυρώναμε τις καταβολές, ελέω ενθουσιασμού και μόνο.



Επιχείρημα 2: Το Nidrosian black metal γέννησε τη σκηνή του Trondheim

Σας κάνω τον σταυρό μου (sic) πως αυτή την κουβέντα την έχω ακούσει από αρκετούς ανθρώπους –και έχουν αναδυθεί άλλοτε μπάντες όπως οι Thorns και οι Manes από τις περιοχές του Trondheim. Που δίσκο ανώτερο του Under Ein Blodraud Maane δεν έγραψε κανείς στη νορβηγική σκηνή ολόκληρη (πλην τριών, το πολύ τεσσάρων ατόμων, σε μετρημένα στα δάχτυλα αριστουργήματα). Το δε demo υλικό (και πολύ περισσότερο το full-length, προφανέστατα) των Thorns με περισσή ευκολία κοντράρει οτιδήποτε παρήγαγαν ποτέ ως χώρα. Και επειδή ψήγματα σωστού black metal προϋπήρχαν και στη συνέχεια, θα περάσουμε στους Vandød και στο επισήμως ακυκλοφόρητο ως σήμερα demo τους. Το οποίο ευθαρσώς κάνει σκόνη ό,τι σμίλευσε η πλειονότητα της σκηνής.

Το ζητούμενο είναι πως μοιάζει άδικο να ακυρώνουμε το παρελθόν ως μη γενόμενο, δίχως να παραβλέπουμε φυσικά την ποιότητα μεταγενέστερων ηχογραφήσεων. Κάποια δε credits κρίνονται επιβεβλημένα σε ανθρώπους που έδωσαν τον ιδρώτα τους σε εμβρυϊκό στάδιο. Ως μπάντα, βέβαια, οι Vandød εξακολουθούν να θεωρούνται ενεργοί, αν και ο Svartsinn (κινητήριος μοχλός τους) επιλέγει να εντρυφεί περισσότερο στις λαβυρινθικές dark ambient ασχολίες του. Το οποίο ενδεχομένως να αποτελεί έγκλημα καταδικαστέο, μιας και τα riffs μοιάζουν άβολα παγερά, πιο μοχθηρά από τον Θάνατο μάλιστα, ασελγώντας σε πτώματα βέβηλων επικριτών. Κοιτάζοντας κατάματα τα πιο απυρόβλητα αρχετυπικά δεδομένα, οι δυνατές του στιγμές ξεπερνούν ακόμη και το cult classic full-length των Kaosritual: αν ποτέ κυκλοφορήσει επίσημα, τότε θα δείτε να ανασύρεται ως ο χαμένος Θησαυρός μαύρων, σκιερών Αδαμαντορυχείων.



Επιχείρημα 3: Το black  metal πέθανε το 1994 και ό,τι κυκλοφορεί έκτοτε είναι αναμάσημα

Αυτό δεν αποτελεί επακριβώς αδιάψευστη ανακρίβεια. Η μοχθηρία μεγάλου μέρους του παλαιακού black metal έχει ομολογουμένως μεταλλαχθεί, μιας και εκρέει περισσότερο βλοσυρότητα, παρά την αντίληψη μιας ανάγλυφα υποβόσκουσας αίγλης. Γι' αυτό άλλωστε και το σουηδικό «Ορθόδοξο» black metal έγινε τόσο δημοφιλές την περασμένη δεκαετία –διότι η ατμόσφαιρα και η γενικότερη αύρα του αποτέλεσαν επαρκές υποκατάστατο για τους δυσαρεστημένους ακολούθους των 1990s. Το γερμανικό black metal φάνταζε βλέπετε πολύ στυφό, το φινλανδικό πιο ευθύβολο (αν και κέρδισε following μετέπειτα), τη στιγμή που το αμερικάνικο συνήθως παρέκκλινε του πρωταρχικού στόχου (αλλά και του ευρύτερου θέματος της συζητήσής μας).

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, έχει εμφανιστεί μια μικρή μερίδα μουσικών που διατηρούν άφθαρτη τη 1990s αντίληψή τους. Το πιο δύσκολο εγχείρημα άλλωστε είναι να επιλέξεις να παίξεις με έναν συγκεκριμένο, παλαιακό τρόπο, δίχως το αποτέλεσμα να φαντάζει ως αντίγραφο ή ξεπερασμένο. Γι' αυτό άλλωστε και οι Darkthrone καθυστέρησαν να Επιστρέψουν στο Παρελθόν, διότι εφέτος που το έπραξαν, συνέβη υπό καθόλα «αναβαθμισμένα» standards. Όσο και αν όλοι μας κρυφά θα αγαπάμε το Arctic Thunder για λόγους κάλλιστα διαφορετικούς, παραμένει ένας δίσκος άτολμος, μιας μπάντας που θα ανησυχεί αν τυχόν ηχεί γερασμένη.

Ποιοι είναι οι εκπρόσωποι λοιπόν που ηχούν πηγαία παγεροί; Συγκεκριμένα παραδείγματα και οπωσδήποτε όχι πολλά. Όσοι δε ενδεχομένως αποδέχονται το απομονωμένο ψύχος της παλιάς Νορβηγίας ως κοινή τομή, συχνά παρουσιάζουν έναν νοερό συνδετικό κρίκο στις πιο απόκρυφες πτυχές τους. Η μυστηριακή αύρα των projects της σουηδικής Ancient Records, η αυστριακή υπερβατικότητα των Nahtrunar, όπως και το αστρικό νέφος των Κολομβιανών Inquisition, όλα φέρουν μια διαφορετική σύνδεση με την αγέρωχη νορβηγική σκηνή. Άλλωστε, δίσκοι ανάλογοι των δύο φετινών κυκλοφοριών των Mystik ενδεχομένως να είχαν να κυκλοφορήσουν από την εποχή του Shadowthrone (1994) των Satyricon –όσο παράλογη ή υπερβολική να ηχεί ως δήλωση σε εντυπώσεις.



Επιχείρημα 4: Όλα έχουν πλέον παιχτεί

Δεν περιμένουμε πια ρηξικέλευθες αλλαγές, όλοι όμως οφείλουμε να ομολογήσουμε πως ακόμη και σήμερα εμφανίζονται σχήματα με ανανεωτικά στοιχεία στον ήχο τους. Γι' αυτό άλλωστε και το ενδιαφέρον στη black metal σφαίρα παραμένει ζωτικό, γιατί εξακολουθεί να διευρύνει ορίζοντες ακόμη και έπειτα από 4 σχεδόν δεκαετίες. Τα πιο εύκολα παραδείγματα της περίπτωσής μας είναι τα ισλανδικά black metal που προαναφέρθηκαν, όπως και σημαντική μερίδα του post-black, αλλά και του space ambient ήχου. Κυρίως διότι η ατμόσφαιρα και το ευρύτερο ambience συστατικό δύνανται να διαστέλλουν το φάσμα των δυνατοτήτων τους, χάρη στις αρετές της μίξης και του επιμελούς mastering.

Μέσα σε όλα αυτά, ωστόσο, υπάρχουν και παραδείγματα με πηγαία ευρηματικότητα, ανόμοια οποιασδήποτε σχετικής παρελθοντολαγνίας. Και εδώ ερχόμαστε στην περίπτωση των Talashar, οι οποίοι αποτελούν μια space metal εκδοχή των Emperor, που... γράφει black metal, το οποίο δεν είναι ακριβώς metal στις δομικές του καταβολές. Ενδεχομένως, ό,τι επιτεύχθηκε να συνέβη εντελώς κατά τύχη, διότι δόθηκε βαρύτητα στα πλήκτρα τη στιγμή που το drum machine είναι αρκετά χαμηλότερα στη μίξη από ό,τι συνιστάται. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει ο οποιοσδήποτε πως κάτι τέτοιο καθιστά την οπτική ενδιαφέρουσα –και εν μέρει πρωτοποριακή, αν αναλογιστεί κανείς πως η ατμόσφαιρα είναι σαν σύγχρονο RPG βιντεοπαιχνίδι. Δεν είναι περίεργο πως μια ανάλογα επική, μα και ανάλαφρα εφηβική αίσθηση έχω συναντήσει μόνο στο ντεμπούτο των Protomen. Το οποίο φέρει τη δική του role-playing ατμόσφαιρα, παγιδευμένη όμως σε 8μπιτες αναμνήσεις.



Επιχείρημα 5: Οι περισσότερες νέες κυκλοφορίες του χώρου είναι μέτριες

Οι περισσότερες νέες κυκλοφορίες είναι ομολογουμένως μέτριες, αλλά είναι και σφάλμα του κοινού, που τρέχει πίσω από μόδες ωσάν το πρόβατο μες στο μαντρί. Αρκετές είναι οι δισκογραφικές που τηρούν στοχευμένες κατευθύνσεις και προσέχουν αρκετά τι τραβάει, σε συνδυασμό πάντα με το γούστο των ιδρυτών τους. Δεν δίνουν βέβαια ιδιαίτερη σημασία στη μουσικότητα καθαυτή (ειδάλλως δεν θα είχαν τυπώσει ένα βουνό σκουπιδιών), παρά στις αρετές της αισθητικής, νοοτροπίας, αλλά και του πόσο παχύ ύφασμα φέρει η κουκούλα του κάθε μουσικού. Αυτό είχε το εξαιρετικό αποτέλεσμα να παραβλέψουν σωρεία εμπνευσμένων σχημάτων, τα οποία δεν είχαν τα μέσα να τελειοποιήσουν τις ιδέες τους, παρά τις άριστες ικανότητες στη συγγραφή θεμάτων. Όσο πιο ψαρωτικό κοινώς ηχούσε κάτι, τόσο πιο εύκολα το υπέγραφαν. Ασχέτως αν τα riff ήταν πιο άνοστα και από παξιμάδι σε κηδεία.

Σε δεύτερη φάση, παρά ταύτα, υπεύθυνο είναι εξίσου και το φαινόμενο του Facebook. Όπως και ότι θα αναπαραχθεί με ευκολία ό,τι χαζομάρα πρόκειται να ποστάρει ο διπλανός μας. Θέλεις να είναι κάποιο meme, μια είδηση ή κάποιο hot topic της μουσικής; Οι μισοί από όλους αυτούς δεν θα εφαρμόσουν καμία κριτική ικανότητα, ούτε θα το ακούσουν πάνω από 2 φορές (αρκεί να είναι πεπεισμένοι πως αρέσει στους διπλανούς τους). Ως γενόμενο δεν φαντάζει άλλωστε παράλογο, αν αναλογιστεί κανείς πως η θάλασσα πληροφορίας είναι απέραντη πια, σε βαθμό ανυπέρβλητο για όποιον επιχειρεί να τη διασχίσει. Είναι όμως κρίμα να μην υφίσταται επαρκής ζύμωση ή έστω απόπειρα αυτής, για να μένουμε προσκολλημένοι στις 20 κυκλοφορίες που θα έχουν την εύνοια μιας «ελίτ».