search

Dead as Dreams

Γη άλλοτε άγονη, πλέον φιλοξενεί μια σκηνή συναρπαστική σε εξελίξεις, που δεν αποκλείεται να ανασύρει στο μέλλον την πιο πολύπλευρη γκάμα της underproduced όψης του είδους...

Σε μια παύση από τη φιλοσοφία των προηγούμενων δημοσιεύσεων, θα επιλέξουμε να αναπτύξουμε τις αρετές μιας ζωηρής σκηνής, η οποία ενδέχεται να ανασύρει στο μέλλον την πιο πολύπλευρη γκάμα του underproduced black metal. Όσο κι αν φαντάζει απίθανο, αναφερόμαστε σε αυτήν της Πορτογαλίας: μιας γης άλλοτε άγονης, μα πλέον ιδιαίτερα συναρπαστικής σε εξελίξεις. Αρκετές μάλιστα από τις κάτωθι προτάσεις προέρχονται από την Altare Productions –ή αλλιώς, ενός μύστη της ντόπιας raw black metal οδηγίας, ο οποίος έχει αναλάβει και μέρος της δισκογραφικής της υποστήριξης.

Όπως αντιλαμβάνεστε, ουσιώδες τμήμα του καταλόγου της Altare Productions μοιάζει πιο τραχύ και από τον Θάνατο, μιας και, ανάμεσα σε χαλάσματα από παλιοσίδερα, βρίσκονται τα πιο κοφτερά, εμπνευσμένα riffs. Η δε κατεύθυνση της εταιρίας, όπως και αρκετών συγκροτημάτων της, καταλήγει ανάμεικτα demoesce, υπό μια υφή ελκυστική για όσους τηρούν τις παρωπισμένες προσταγές του Ildjarn. H αλήθεια είναι πως η πλειονότητα των συγκροτημάτων της πορτογαλικής σκηνής προσφέρει ευρύτητα από άσεμνα άκομψες μουσικές: μια αναζήτηση για το ποιόν των Vetala, Irae, Infernüs και Ordem Satânica, αρκεί για να ικανοποιήσει τις πιο obscure, σκληροτράχηλες ορέξεις.




Οι Defuntos, από την άλλη, επιλέγουν να βυθιστούν σε μία ακόμη πιο αλλόκοτη κατηγορία, καθότι οι depressive ανησυχίες τους εμπλέκουν το doom με το black metal. H lo-fi, ξεκούρδιστη οδός αποτελεί μονοπάτι δύσβατο ακόμη και για τους πιο τολμηρούς, ιδιαιτέρως στις φάσεις που επιβραδύνεται το καταδικαστικό τους tempo. O ίδιος, βέβαια, δεν φέρω ουδεμία αντίρρηση, καθότι δηλώνω εφάμιλλα υποστηριχτής της ανήλιαγης κατακόμβης των funeral doomsters Bosque· συνεπώς, κρίνεται λίαν επιθυμητή η σηπτικότητα των χαρακτηριστικών τους.



Σε πιο μουσικά πρότυπα, οι Onirik κυκλοφόρησαν πέρυσι έναν από τους αντικειμενικά ευφυέστερους δίσκους των τελευταίων ετών, με ένα θαυμάσιο εξώφυλλο να κοσμεί την υποβλητική ατμόσφαιρά του. Επενδύοντας σε μια αναδρομική ηθοποιία, οι Ved Buens Ende πινελιές επέλεξαν να απορρίψουν τον θρήνο, ανασύροντας μια αμαυρωμένα μπολιασμένη θεατρικότητα, της οποίας οι ίδιοι οι Arcturus αδυνατούν να αποτελούν μέρος. Οι ίδιοι οι Onirik, ασφαλώς, ουδεμία σχέση φέρουν μουσικά με τους Arcturus, μήτε μοιάζει επιθυμητή μια μετωπική σύγκριση μεταξύ τους. Απλώς, παραμένει καθόλα αδιάψευστο γεγονός η έκδηλη θεατρικότητα του Casket Dream Veneration (2015), όπως και η αναλλοίωτα μοχθηρή φύση του πυρήνα του.



Οι Decayed αποτελούν μία από τις αρχαιότερες (και πιο σεβαστές) μπάντες της πορτογαλικής σκηνής, γι' αυτό και θα αναφερθούμε στο μονολιθικό ντεμπούτο τους The Conjuration Οf Τhe Southern Circle (1993). Οι συμπαγείς αρετές του, όπως και τα σκονισμένα –μα εξαίσια– riffs, φέρουν τραχύτητα γκριζωπή, με τόνο που αντιστοιχεί στις πιο μπετόν αρμέ καταστάσεις. Παρότι οι ίδιοι παραμένουν τρομερά υποτιμημένοι στην ευρύτερη ευρωπαϊκή περιφέρεια, αναδεικνύονται ενεργοί έως τις μέρες μας. Δεν αποκλείεται έτσι να επανέλθουν στην επικαιρότητα συγκυριακά, χάριν της ένταξης του Stefan "Tormentor" Hüskens στη σύνθεση των τωρινών Asphyx.



Η στοιχειωμένη αύρα των Black Cilice αποδεδειγμένα αποτελεί μία από τις προκλητικότερες εκφάνσεις στον χώρο του παραδοσιακού black metal των καιρών μας –δεδομένης τόσο της ηχηρής τους δημοτικότητας, όσο και της εγκάθετα παρωπισμένης μουσικής τους εστίασης. Το κομμάτι της αισθητικής, ασφαλώς, μοιάζει αναπόσπαστα παραλληλισμένο με την ηχητική κατεύθυνση, έστω κι αν το θορυβώδες μίγμα Εφιάλτη και Ουρλιαχτών προσομοιάζεται περισσότερο με τη ροπή μιας πριονοκορδέλας. Η τραχύτητά τους μοιάζει ικανή να πληγιάσει τις πιο απόκρυμνες κορυφές, ενώ (αντίστοιχα) τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Candelabrum, οι οποίοι κινούνται σε μονοπάτια παρόμοια, με keyboard μεταβλητές.



Σε αντιδιαστολή, υφίσταται η περίπτωση των Cripta Oculta και του φανταστικού Sangue Do Novo Amanhecer (2009), στο οποίο τα ξυράφια παντρεύουν την κατακόμβη με τη μελωδία, όπως και τον θρήνο με την αισθητική. Αυτή αποτελεί και μία από τις συναρπαστικότερες αρετές της Πορτογαλίας: ότι δεν εντρυφεί σε μια «ακρότητα για την ακρότητα», μα διαπλέκει σχεδιασμό στοχευμένα στη συρραφή. Έστω κι αν το παραδοσιακό black αποτελεί το πιο εύκολο εκτελεστικά είδος της metal, η πρέπουσα αισθητική διογκώνει δυσανάλογα το συναίσθημα μόνον όταν η ανάλογη έμπνευση το επικροτεί.



Οι Mons Veneris αποτελούν ιδιάζουσα περίπτωση, για τον λόγο πως βρίθουν μουσικότητας, παρά τον ωμά προκλητικό τους χαρακτήρα. Άριστο παράδειγμα αποτελεί το φετινό τους full-length Sibilando Com O Mestre Negro, στο οποίο απορρίπτουν πεπατημένες black metal επιταγές, επενδύοντας σε lo-fi εκφάνσεις καθόλα καθαρτήριων εγχόρδων. Η θορυβώδης μα συναρπαστική αισθητική αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ταξίδια για τον ερευνητή obscure μουσικών. Επίσης, όπως τυγχάνει και σε άλλες μπάντες της εν λόγω σκηνής, ο αμετανόητα σκληρός χαρακτήρας δεν θα μπορούσε παρά να επικροτήσει την άφθαρτη ιδιαιτερότητά τους.



Το φετινό Inthyflesh ανήκει στους δίσκους που δεν προλάβαμε να ακούσουμε –και μάλλον θα καθυστερήσει, δεδομένης της δίωρης διάρκειάς του. Φαινόμενο όχι και αλλόκοτο, διότι οι Inthyflesh δεν συμβίβασαν ουδέποτε τη ζοφερότητα της καταχνιάς τους. Αντιθέτως, η παραγωγικότητα των μελών συνάδει με απαράμιλλη ξεροκεφαλιά, αλλά και με ένα αξιόλογο κεφάλαιο στη δισκογραφία τους. Ιδιαίτερα στις φάσεις που η μελωδικότητα συμπάσχει, αντί να υποσκελίζει τη σκοτεινιά του χαρακτήρα τους.



Οι Tod Huetet Uebel συγκαταλέγονται στις περιπτώσεις που επιζητούν την ιδιομορφία, με τρόπο ώστε η πυκνή, βουρκώδης ριφφολογία τους να εξευμενίζεται από κάλλιστα δυσαρμονικές εκφάνσεις. Δίχως δηλαδή να επιχειρούν κάτι πρωτότυπο ή ριζοσπαστικό, η avant-garde επιρροή προσδίδει ορατή έμφαση στην άφθαρτα επιβλητική τους πυγμή. Αποφεύγοντας επίσης με δεξιότητα τον κίνδυνο της τριβής μεταξύ νεότερων και πιο βαραθρωδών αναλαμπών, το Malicia (2015) αποτελεί έναν δίσκο σπάνιο για τα δεδομένα των παραδοσιακών πορτογαλικών περιοχών.



Σε αντιδιαστολή, η εξέλιξη των Lux Ferre διεγράφη με απόλυτη φυσικότητα. Η πρώτη μετάβαση καταδεικνύει την πολεμική ορμή του Antichristian War Propaganda (2004) να αφήνει τη θέση της στην ευμενέστερη, μελωδική υφή του Atrae Materiae Monumentum (2009). Η ταυτότητα της μπάντας, βέβαια, ανέκαθεν περιλάμβανε το μελωδικό στοιχείο –μόνο που στο τελευταίο της πόνημα Excaecatio Lux Veritatis (2015), η 6ετής αναμονή ανέβλυσε μια μεθοδικότερα μπολιασμένη προσέγγιση. Η σουηδική Ορθοδοξία εισχώρησε στον επιμελώς ζυγοσταθμισμένο σχεδιασμό τους, αποτελώντας αδιάψευστη επιβεβαίωση της διακαούς ανησυχίας τους.



Οι Corpus Christii αποτελούν περίπτωση καταξιωμένη στην τοπική σκηνή, χάριν της εργατικότητας, αλλά και της περιοδικής συνέπειας των στουντιακών τους ραντεβού. Παρότι η πορεία τους μεταλλάχθηκε υπό ολοένα και μουσικότερα standards, οι πρώιμες δουλειές τους ανακτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον –με το Luciferian Frequencies (2011), σε αντιδιαστολή, να θεωρείται ισχνή αποτυχία την εποχή της κυκλοφορίας του. Η παρούσα φάση τους βρίσκει σε ευνοϊκότερα μονοπάτια με το καλοδουλεμένο PaleΜoon (2015) στο roster της Folter Records, η οποία με προσθήκες της τάξης των Arckanum και Isvind έχει ανέβει σημαντικά σε δισκογραφικό χαρακτήρα.



Οι Dolentia αποτελούν μία από τις πιο αδικημένες μπάντες της Πορτογαλίας, δεδομένης της άφθαστα λεπτοραμμένης χρήσης των μελαγχολικών τους μελωδιών. Επενδύοντας τόσο σε δύσβατες βουνοκορφές (Sob A Égide Das Sombras, 2012), όσο και σε πιο ομαλά, αυλακωμένα μονοπάτια (Iniciação Eversiva, 2015), η πορεία τους φανερώνει μια εξέλιξη φυσική, δίχως να μεταβαίνει σε εκπτώσεις χαρακτήρα. Δυστυχώς, οι Dolentia δεν είναι ριζοσπαστικά πιασάρικοι, ούτε απαραίτητα προσιτοί για τις εύπεπτες επιταγές των ευρύτερων ακροατηρίων του ήχου. Οι λίγοι που θα τους εκτιμήσουν είναι λοιπόν κι εκείνοι που θα επενδύσουν επαρκή χρόνο ακροάσεων καταμεσής μιας θάλασσας αμέτρητων κυκλοφοριών.



Οι Satanize ανήκουν στην κατηγορία των αμετανόητων γκρουπ, με τις war metal διαθέσεις τους να ακροβατούν μεταξύ απρόσιτης δυσωδίας και ανοξείδωτης κατσαρόλας. Βέβαια, το φετινό Apocalyptic Impious Command (με όλα τα κλισέ στον τίτλο) ρίχνει σημειωτέο βάρος στo black witchery στοιχείο, με την ευρύτερη αισθητική να παραμένει «τραγανή» και το εκτελεστικό της μέρος εστιασμένο. Κάπου είχα διαβάσει, για την ακρίβεια, μια κριτική πως οι Satanize θα μπορούσαν να παρομοιαστούν ως μια obscure τουαλέτα σε κάποιο underground club, καλυμένη από ακαθαρσίες. Η πραγματικότητα δεν απέχει πολύ, ούτε για τους ίδιους, ούτε και για τους κανίβαλους συναδέλφους τους.



Οι Filii Nigrantium Infernalium είναι ιδιαίτερη μπάντα, καθότι το νεκρολογικό blackened thrash κράμα τους φέρει έντονες δόσεις καυστικού αυτοσαρκασμού. Δεν γνωρίζω πώς αλλιώς ενδέχεται να ερμηνεύονται τα πικάντικα ψήγματα στα φωνητικά, όπως και οι γλαφυρές φωτογραφήσεις τους –με ένα φωτοσοπαρισμένο γίδι, ως κερασάκι στη τούρτα, να κοσμεί το εξώφυλλο του Fellatrix Discordia Pantokrator (2005). Παρόλα αυτά, υπερκερνώντας τα όποια cheesy στοιχεία, το έργο τους καταλήγει σοβαρότατο: η άκομψη μουσικότητά του βρίθει από σωρεία εμπνευσμένων riffs, ικανών να ωθήσουν ορδές από party animals σε άκρατες μπυροποσίες.



Οι Nevoa αποτελούν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και αναποφάσιστες περιπτώσεις του πορτογαλικού black metal, από τη στιγμή που σε πορεία 2 μόλις κυκλοφοριών δοκίμασαν 3 λογότυπα, αλλά και 2 διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις. Έτσι, η post-black ανάνηψη του περσινού Absence Οf Void παρέδωσε σκυτάλη στην εκμοντερνισμένη υφή του φετινού Re Un, με τον ήχο να καταλήγει πιο σφιχτός, εμπεριέχοντας πολλές drone-ίζουσες, post-hardcore αναφορές.



Οι Black Howling αποτελούσαν ανέκαθεν μάστορες του raw black metal, καθότι ο τραχύς, πριμαριστός τους ήχος ανασύρει νοερά άσκοπες περιπλανήσεις μέσα σε άκομψες μεταλλικές κατασκευές. Στο τελευταίο τους full-length O Sangue Ε Α Terra, ωστόσο, η σηπτική όψη της λαμαρίνας τους παίρνει μία πιο καλλωπισμένη υφή, μιας και η πορφυρή σκουριά του εξωφύλλου εμπεριέχει σωρεία αστρόσκονης μέσω των άπταιστων αναλαμπών του. Δεδομένα, τοποθετείται ανάμεσα στις επιφανέστερες black metal κυκλοφορίες του 2015, όχι αποκλειστικά για την ποιότητα, αλλά και για το διακριτά προσωπικό του στίγμα.



Ως κατακλείδα, επιφυλλάσουμε κάτι πιο εύπεπτο: οι Inverno Eterno αποτελούσαν άλλοτε ένα από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της Πορτογαλίας, μιας και το ύφος τους αποτελεί μια πιο απλοποιημένη πρόταση κάποιων λιγότερο μελλοδραματικών Lifelover. Το δε ομότιτλο άλμπουμ τους (2011) στέκεται ανάμεσα στα αγαπημένα outsiders του υποφαινόμενου, καθότι τα –φαινομενικά– ρηχά σημεία στη σύνθεση αποτρέπουν εν τέλει την τριβή με τον χρόνο. Οι μελωδίες διατηρούν μια χλωμή θέρμη ακόμη και μετά την πάροδο πολλών ακροάσεων, επιβεβαιώνοντας την πολλοστή αναγκαιότητα σύνδεσης του μουσικού με το εικαστικό κομμάτι.